Άρθρα Κοινωνία

“Η ψυχολογία του διαδικτυακού όχλου” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Ο όχλος υπήρχε πάντοτε. Από τις δημόσιες διαπομπεύσεις της αρχαιότητας μέχρι τις μάζες των ολοκληρωτικών καθεστώτων, η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη στιγμές όπου το άτομο χανόταν μέσα στη συλλογική έξαψη

Από τις αθηναϊκές αγορές και τις ρωμαϊκές αρένες μέχρι τις επαναστατικές μάζες της νεωτερικότητας και τα ολοκληρωτικά κινήματα του 20ού αιώνα, η μαζική ψυχολογία αποκάλυπτε συχνά μια παράδοξη αλήθεια: ο άνθρωπος μέσα στο πλήθος μεταμορφώνεται. Σκέφτεται διαφορετικά, αισθάνεται διαφορετικά, ενεργεί διαφορετικά. Η ατομική κρίση αδυνατίζει και στη θέση της εμφανίζεται μια μορφή συλλογικής συνείδησης, η οποία λειτουργεί με ένταση, παρόρμηση και συναισθηματική μεταδοτικότητα.

Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, ο όχλος απέκτησε μία νέα μορφή: δεν χρειάζεται πλέον πλατείες ή δρόμους, φυσική παρουσία ή συγκεντρωμένα σώματα. Υπάρχει μέσα στις οθόνες, στα κοινωνικά δίκτυα, στις ψηφιακές πλατφόρμες, στα σχόλια, στα trends και στις αλγοριθμικές ροές πληροφορίας. Ενεργοποιείται σε δευτερόλεπτα. Διαχέεται παγκόσμια. Και λειτουργεί με πρωτοφανή ταχύτητα. Ο διαδικτυακός όχλος αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη ψυχολογική και πολιτισμική μετάλλαξη της δημόσιας ζωής στον 21ο αιώνα. Δεν είναι απλώς μια νέα τεχνολογική μορφή επικοινωνίας. Είναι μια νέα μορφή μαζικής ύπαρξης. Ο ψηφιακός όχλος αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ψυχολογικά και πολιτισμικά φαινόμενα της ψηφιακής εποχής.

Το βασικό χαρακτηριστικό του διαδικτυακού όχλου είναι η διάλυση της ατομικής ευθύνης μέσα στη συλλογική συμμετοχή. Ο άνθρωπος που μόνος του θα δίσταζε να εξευτελίσει, να επιτεθεί ή να διαπομπεύσει κάποιον, μέσα στο ψηφιακό πλήθος αισθάνεται διαφορετικά. Ο φόβος εξαφανίζεται. Η ευθύνη διαχέεται. Η πράξη αποκτά την ψευδαίσθηση της νομιμοποίησης επειδή επαναλαμβάνεται από χιλιάδες άλλους. Το «όλοι το κάνουν» λειτουργεί ως μηχανισμός ηθικής αποφόρτισης και απενοχοποίησης. Έτσι, η διαδικτυακή βία συχνά ασκείται όχι από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους κακούς, αλλά από ανθρώπους που πιστεύουν ότι συμμετέχουν σε κάτι δίκαιο.

Ο διαδικτυακός όχλος δεν αποτελεί απλώς μια νέα μορφή συλλογικής συμπεριφοράς· συνιστά βαθιά μεταβολή της ίδιας της σχέσης του ανθρώπου με την ευθύνη και την αυτοσυνείδηση. Ο Søren Kierkegaard είχε υποστηρίξει ότι «το πλήθος είναι το ψεύδος», όχι επειδή κάθε συλλογικότητα είναι αναγκαστικά λανθασμένη, αλλά επειδή μέσα στο πλήθος το άτομο απαλλάσσεται από το βάρος της προσωπικής ηθικής στάσης. Η ψηφιακή εποχή φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή τη διαίσθηση με πρωτοφανή ένταση. Το άτομο δεν χρειάζεται πλέον να βρίσκεται φυσικά μέσα σε μια μάζα για να απορροφηθεί από αυτήν· αρκεί η συμμετοχή σε μια αλγοριθμικά οργανωμένη ροή συναισθημάτων και αντιδράσεων. Η διαδικτυακή συμμετοχή δημιουργεί την ψευδαίσθηση ηθικής δράσης χωρίς το υπαρξιακό κόστος της πραγματικής ευθύνης. Ο χρήστης αισθάνεται ότι αγωνίζεται για τη δικαιοσύνη, ενώ συχνά συμμετέχει απλώς σε μηχανισμούς συλλογικής εκτόνωσης. Έτσι, η ηθική μετατρέπεται σταδιακά από εσωτερική άσκηση συνείδησης σε δημόσια τελετουργία αυτοεπιβεβαίωσης.

Ταυτόχρονα, ο ψηφιακός όχλος συνδέεται με μια βαθύτερη κοινωνιολογική κρίση των σύγχρονων κοινωνιών: την αποσύνθεση των σταθερών μορφών συλλογικής ταυτότητας. Σε μια εποχή όπου οι παραδοσιακοί δεσμοί-κοινότητες, πολιτικές ιδεολογίες, θρησκευτικά ή πολιτισμικά πλαίσια- αποδυναμώνονται, ο άνθρωπος αναζητά νέες μορφές ένταξης και αναγνώρισης. Ο διαδικτυακός όχλος προσφέρει ακριβώς αυτή τη στιγμιαία αίσθηση συμμετοχής. Η κοινή αγανάκτηση λειτουργεί ως υποκατάστατο κοινότητας. Η συλλογική καταγγελία δημιουργεί προσωρινές μορφές ταυτότητας μέσα σε έναν κατακερματισμένο κόσμο. Εδώ αναδεικνύεται και η βαθύτερη σχέση του φαινομένου με την «Κοινωνία της συνεχούς γνώμης»: ο σύγχρονος άνθρωπος δεν καλείται απλώς να σκέφτεται, αλλά να τοποθετείται διαρκώς, δημόσια και άμεσα. Η συνεχής έκφραση γνώμης μετατρέπεται σε όρο κοινωνικής ύπαρξης. Όποιος δεν συμμετέχει κινδυνεύει να εξαφανιστεί συμβολικά από τον δημόσιο χώρο. Έτσι, ο ψηφιακός όχλος δεν είναι μόνο προϊόν τεχνολογίας· είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχει μετατρέψει την αδιάκοπη αντίδραση σε βασικό τρόπο ύπαρξης.

Η κλασική θεωρία της ψυχολογίας των μαζών, όπως αναπτύχθηκε από τον Gustave Le Bon, υποστήριζε ότι το άτομο, όταν εντάσσεται σε μια μάζα, χάνει σημαντικό μέρος της προσωπικής του αυτονομίας. Η μάζα λειτουργεί με τρόπο σχεδόν υπνωτικό. Τα συναισθήματα μεταδίδονται ταχύτατα, η λογική αποδυναμώνεται και η συλλογική έξαψη αντικαθιστά την ατομική κρίση. Αν ο Le Bon ζούσε σήμερα, πιθανότατα θα έβλεπε στο διαδίκτυο την πιο ακραία μορφή αυτού του φαινομένου. Διότι ο ψηφιακός όχλος διαθέτει χαρακτηριστικά που καμία ιστορική μορφή μάζας δεν είχε ποτέ: ταχύτητα, παγκόσμια εμβέλεια, μονιμότητα και αδιάκοπη λειτουργία.

Η ανωνυμία ή η ημιανωνυμία του διαδικτύου ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτό το φαινόμενο. Όταν το πρόσωπο χάνεται πίσω από ένα προφίλ, η αίσθηση προσωπικής συνέπειας αποδυναμώνεται. Ο άλλος δεν βιώνεται πλήρως ως πρόσωπο αλλά ως εικόνα, σύμβολο ή στόχος. Η ψηφιακή επικοινωνία αφαιρεί πολλά από εκείνα τα στοιχεία που συγκρατούν φυσιολογικά την ανθρώπινη επιθετικότητα: το βλέμμα, τον τόνο της φωνής, την άμεση συναισθηματική αντίδραση του άλλου. Έτσι, η σκληρότητα γίνεται ευκολότερη. Η προσβολή γράφεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς την εμπειρία της πραγματικής ανθρώπινης συνάντησης.

Παράλληλα, ο διαδικτυακός όχλος λειτουργεί μέσω συναισθηματικής μετάδοσης. Ο θυμός, η αγανάκτηση και ο χλευασμός εξαπλώνονται ταχύτερα από τη λογική ανάλυση. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης ευνοούν ακριβώς αυτό το είδος περιεχομένου, διότι τα έντονα συναισθήματα αυξάνουν την αλληλεπίδραση, τις κοινοποιήσεις και την παραμονή των χρηστών στην πλατφόρμα. Ο αλγόριθμος δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη· ενδιαφέρεται για την ένταση. Έτσι, η οργή μετατρέπεται σε οικονομικά αξιοποιήσιμο προϊόν.

Αυτό δημιουργεί μία βαθιά αλλοίωση της δημόσιας ζωής. Οι άνθρωποι δεν αντιδρούν πλέον μόνο επειδή πιστεύουν κάτι, αλλά επειδή η συμμετοχή στη συλλογική αγανάκτηση προσφέρει αίσθηση ταυτότητας και ένταξης. Μέσα στον διαδικτυακό όχλο, το άτομο αισθάνεται ότι ανήκει σε μία κοινότητα ηθικά «σωστών» ανθρώπων. Η δημόσια καταδίκη γίνεται συχνά μέσο αυτοεπιβεβαίωσης. Δεν έχει σημασία μόνο ποιος κατηγορείται· σημασία έχει και το να φανεί δημόσια ότι «βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά». Η ηθική μετατρέπεται έτσι σε δημόσιο θέαμα και η αγανάκτηση σε μορφή κοινωνικού κύρους.

Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται και το φαινόμενο της λεγόμενης cancel culture. Η ψηφιακή διαπόμπευση λειτουργεί πολλές φορές χωρίς αναλογικότητα, χωρίς δυνατότητα υπεράσπισης και χωρίς συγχώρεση. Ένα λάθος, μία άστοχη φράση ή ακόμη και μία παρανόηση μπορούν να οδηγήσουν σε μαζική επίθεση εναντίον ενός ανθρώπου. Ο διαδικτυακός όχλος δεν ενδιαφέρεται πάντοτε για τη δικαιοσύνη· συχνά ενδιαφέρεται περισσότερο για την εκτόνωση. Και η εκτόνωση απαιτεί στόχο.

Εδώ αναδεικνύεται και μία βαθύτερη ανθρωπολογική διάσταση. Ο άνθρωπος έχει πάντοτε την ανάγκη να συμμετέχει σε συλλογικές ταυτότητες. Ο ψηφιακός όχλος προσφέρει μία εύκολη μορφή ένταξης: κοινό συναίσθημα, κοινό εχθρό, κοινή καταγγελία. Μέσα σε έναν κόσμο μοναξιάς, ανασφάλειας και υπαρξιακής αστάθειας, η συμμετοχή σε ένα κύμα συλλογικής αγανάκτησης δημιουργεί την ψευδαίσθηση δύναμης και νοήματος. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ανήκει κάπου, ότι συμμετέχει σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

Ωστόσο, το τίμημα αυτής της κατάστασης είναι η κατάρρευση της σκέψης. Ο διαδικτυακός όχλος λειτουργεί με ταχύτητα που δεν επιτρέπει αμφιβολία, σύνθετη ανάλυση ή αναστοχασμό. Η πίεση για άμεση τοποθέτηση μετατρέπει τη δημόσια συζήτηση σε ανταγωνισμό αντιδράσεων. Όποιος διστάζει να πάρει θέση θεωρείται ύποπτος. Όποιος ζητά περισσότερα δεδομένα κατηγορείται για αδιαφορία. Η σιωπή σχεδόν ποινικοποιείται. Έτσι, η κοινωνία οδηγείται σε μία κατάσταση συνεχούς γνωμοδότησης, όπου η ανάγκη διαρκούς άποψης υπερισχύει της ανάγκης κατανόησης.

Αυτή ακριβώς η κατάσταση συνδέεται με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Κοινωνία της συνεχούς γνώμης». Στη νέα αυτή συνθήκη, ο άνθρωπος δεν αξιολογείται μόνο από όσα γνωρίζει ή πράττει, αλλά και από τη συνεχή δημόσια έκφραση θέσεων. Η ψηφιακή εποχή δημιουργεί μία αόρατη υποχρέωση συμμετοχής. Πρέπει να σχολιάζεις, να αντιδράς, να τοποθετείσαι. Η δημόσια σιωπή μοιάζει σχεδόν με κοινωνική απουσία. Έτσι, ο διαδικτυακός όχλος δεν είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο· αποτελεί ακραία έκφραση ενός ολόκληρου πολιτισμού συνεχούς αντίδρασης και ψηφιακής παρουσίας.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ίσως ότι αυτή η κατάσταση αλλοιώνει σταδιακά την ίδια τη σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια και την ηθική. Η ηθική δεν βιώνεται πλέον κυρίως ως εσωτερική στάση συνείδησης, αλλά ως δημόσια επίδειξη. Η αλήθεια δεν αναζητείται με υπομονή, αλλά καταναλώνεται μέσα από στιγμιαίες εντυπώσεις. Η σκέψη αντικαθίσταται από το θυμικό αντανακλαστικό.

Ο διαδικτυακός όχλος, επομένως, δεν είναι απλώς ένα τεχνολογικό πρόβλημα. Είναι ένα βαθιά πολιτισμικό και υπαρξιακό φαινόμενο. Αποκαλύπτει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για αναγνώριση, συμμετοχή και ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα φανερώνει και την ευκολία με την οποία η συλλογικότητα μπορεί να μετατραπεί σε μορφή βίας. Σε έναν κόσμο όπου όλοι μιλούν διαρκώς, ίσως η πιο δύσκολη πράξη να είναι πλέον η σκέψη πριν από την αντίδραση.

banner-article

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ