Γράμματα & Τέχνες

Τάκης Μπάιτσης. Πενήντα χρόνια ζωής αφιερωμένα στον αγώνα της ιστορικής μνήμης – Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

Το σημαντικότερο στη ζωή είναι να έχεις ενδιαφέροντα και να δημιουργείς! Θέλω οι συλλογές μου να βρουν τον τελικό προορισμό τους, με στόχο να αξιοποιηθεί η δύναμη και η ενέργεια από  κάθε τι, που έχω συλλέξει.

Τάκης Μπάιτσης

Από τις πιο γνήσιες φωνές της πόλης του, της Νάουσας, πενήντα χρόνια της ζωής του τα έχει αφιερώσει στον αγώνα της μνήμης ενάντια στη λήθη, που ο χρόνος μοιραία επιφέρει. Από τα εφηβικά του χρόνια σκύβει πάνω σε κείνα που θυμίζουν την Ιστορία και τη Λαογραφία του τόπου του και αγωνίζεται να κάνει το παρελθόν της οδοδείκτη για το παρόν και το μέλλον.

Τα δημοτικά τραγούδια της Νάουσας, που τα σώζει στα πρώτα νεανικά του χρόνια σε βιβλίο, το βιομηχανικό και βιοτεχνικό της πρόσωπο,  οι Γενίτσαροι και οι Μπούλες της, που είναι το σήμα κατατεθέν της πόλης και οφείλουν κατεξοχήν σ’ αυτόν την αναβίωσή τους, οι εκθέσεις του με αντικείμενα που συλλέγει πενήντα ολόκληρα χρόνια και που ταξιδεύουν από τη Νάουσα μέχρι και τη Βουλή των Ελλήνων ή το Εξωτερικό, όλα μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά οδηγούν σε μια ανήσυχη προσωπικότητα, ταγμένη σε μονοπάτια που η εποχή μας έχει πάψει να τα περπατά.

Φιγούρα που θυμίζει αγωνιστές μια άλλης εποχής, ψηλός και ευθυτενής στα 67 του χρόνια, με βλέμμα διαπεραστικό που αντανακλά μια ιδιάζουσα ευφυΐα, με προφορά που έχει το ναουσαίικο χρώμα και λέξεις του τοπικού ιδιώματος, που χαίρεται να τις πετά πότε- πότε  στο λόγο του, διανθίζοντάς τον μ’ αυτές, ο Τάκης Μπάιτσης υποδέχεται πριν από μέρες τη faretra.info στο χώρο της τελευταίας του έκθεσης (faretra.info) στη Νάουσα, με τίτλο «…τότε που ήρθε το Ελληνικό». Μόλις έχει επιστρέψει από τη Βουλή των Ελλήνων, όπου είχε άλλη έκθεση για τα 200 χρόνια από το Ολοκαύτωμα της Νάουσας του 1822.

Ανάμεσα σε ιστορικές φωτογραφίες και αντικείμενα, στη συγκεκριμένη έκθεση όπου τον συναντήσαμε, που δείχνει για ακόμη μια φορά τον αγώνα του να σώσει ό,τι μπορεί από το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου, (Μακεδονικός Αγώνας, συμβίωση με τους Τούρκους), ο Τάκης Μπάιτσης μιλά για τη δική του πορεία, πάντα σε σχέση με την πόλη του, άλλοτε βαθιά συναισθηματικός και άλλοτε ορθολογιστής, καταλήγοντας στη φράση «Η Νάουσα είναι η ψυχή μου…».

 

Από την έκθεση στη Νάουσα “…τότε που ήρθε το Ελληνικό”

Γεννηθήκατε, μεγαλώσατε στη Νάουσα και ζείτε πάντα σ’ αυτήν, ταυτισμένος με την πόλη που τόσο αγαπάτε. Τι λένε οι αναμνήσεις των παιδικών σας χρόνων για τα σπίτια, τους δρόμους και τους ανθρώπους της πόλης σας; Τι θυμάστε από τη Νάουσα των παιδικών σας χρόνων;

Γεννήθηκα το 1955. Το δικό μας σπίτι, παραδοσιακό, ήταν το μεγαλύτερο της γειτονιάς χωρίς να είναι τεράστιο. Τα σπίτια τότε είχαν μια τέτοια αρχιτεκτονική. Έμπαινες στο ανώγι, στο πρώτο πάτωμα, γιατί στο ισόγειο ήταν το κελάρι με τα κρασιά και τα υπόλοιπα απαραίτητα. Δίπλα στο σπίτι ο στάβλος, ο φούρνος… Όλα τα σπίτια είχαν φούρνο στη Νάουσα, γιατί φούρνιζαν οι κυράδες. Στην αυλή έτρεχε συνεχώς η βρύση, νύχτα μέρα. Εκεί κρυώναμε τα καρπούζια, αλλά και το φαγητό το διατηρούσαμε εκεί αντί ψυγείου, που δεν υπήρχε, στη βρύση, να το χτυπάει το νερό με το καπάκι του τέντζερη ανάποδα.

Μόλις ανέβαινες στο ανώγι ήταν η σάλα και γύρω-γύρω περιμετρικά τα δωμάτια και η κουζίνα. Το ανώγι ήταν μεγάλο και τα δωμάτια όλα με διπλές πόρτες, που για γάμους, χαρές, βαφτίσια, (όλα τότε γίνονταν στα σπίτια, μετά το ’50- ’55 πήγαιναν στην εκκλησία), άνοιγαν οι πόρτες και γίνονταν ενιαίος ο χώρος.

Τα παράθυρα τα ναουσαίικα όλα τεράστια, για να μπαίνει πολύ φως, γιατί η πόλη έχει υγρασία και είναι δίπλα μας το ποτάμι μας, η Αράπιτσα, η μάνα μας, όπως τη λέω εγώ…

Σπίτια ψηλοτάβανα, αεράτα! Πάνω στο ταβάνι έβαζαν ό,τι δε χρειάζονταν κι όπως έλεγε ένας φίλος «ό,τι δε θέλαμε το είχαμε πάνω από το κεφάλι μας». Εκεί είχαμε καλαμπόκια, σύκα, καρύδια κι ό,τι άλλο δεν χρειαζόταν άμεσα.

Η γειτονιά ήταν όλη ένα σπίτι. Ήξερε ο καθένας τι είχε στο σπίτι του ο άλλος. Αγαπημένοι συνυπήρξαμε χωρίς προβλήματα. Τέντα ανοιχτές οι εξώπορτες των σπιτιών με πλήρη εμπιστοσύνη του ενός στον άλλο. Κι όταν έφευγες, (γιατί εμείς ήμασταν αγροτική οικογένεια), για να πας στα κτήματα, άφηνες το κλειδί στη γειτόνισσα, για να ποτίσει τα ζώα ή ό,τι άλλο χρειαζόταν.

Όλη η γειτονιά μια οικογένεια! Ό,τι ερχόταν από τα χωράφια μοιραζόταν σ’ όλη τη γειτονιά. Μήλα, σταφύλια… Τέτοια εποχή πηγαίναμε σ’ όλη τη γειτονιά κρασιά με τις κανάτες. Μουστόπιτες, σουτζούκια… Άλλες εποχές…

Τώρα οι περισσότεροι δεν μιλιούνται για το πού θα παρκάρουν το αμάξι τους! Τώρα δεν υπάρχουν γειτονιές… Έχουμε κλειστεί στα κλουβιά μας.

Οι δρόμοι μας… Έβγαιναν πρωί-πρωί οι γυναίκες μας να τους σκουπίσουν. Δεν περίμεναν να τα κάνει όλα ο Δήμος. Θεωρούσαν το μαχαλά, το σοκάκι, το δρόμο, δικά τους. Να λάμπει, όπως και το σπίτι τους μέσα. Το Πάσχα βάφανε τα πεζοδρόμια άσπρα. Μαζεύονταν σε κάτι βράχια, τον «περίπατο», όπως τον λέγαμε, και τα βράδια, καθώς έρχονταν και οι άντρες απέξω, κάθονταν και κουβέντιαζαν. Μερικοί μάλιστα ήταν παραμυθάδες, ήταν μυθοπλάστες, τόσο τέλεια τα έλεγαν, που σε έπειθαν! Ενώ εμείς στο σχολείο μαθαίναμε για την Επιστήμη, για τη διάσπαση του ατόμου και την ατομική βόμβα, για το φεγγάρι πως είναι δορυφόρος της γης, αυτοί κόντευαν να σε πείσουν πως στο φεγγάρι κατοικούσε ο Θεός. Ξέραμε πως δεν ήταν έτσι, αλλά μας μάγευε το παραμύθι τους…

Έτσι ήταν τότε η γειτονιά. Κι όταν κάποιος έφευγε από τη ζωή, μικρός ή μεγάλος, όλοι να συμπαρασταθούν. Με το που αρρώσταινε ο παππούς, όλοι να τρέξουν «τι έπαθε ο μπάρμπα Γιάννης; Κρίμα, κρίμα…». Να δανείζεται η μία οικογένεια από την άλλη όχι μόνο τα οικιακά σκεύη, αλλά και τα ζωντανά. Το άλογο, το γαϊδουράκι. Μια γειτονιά ένα σπίτι… Το βράδυ απλά έκλειναν οι πόρτες, δεν μαντάλωναν. Πλήρης η εμπιστοσύνη στην κοινωνία!

Αυτός ο τρόπος ζωής σάς έκανε να στραφείτε από τα παιδικά σας χρόνια στη μελέτη της Ιστορίας και της Λαογραφίας;

Πιστεύω πως είναι μια έμφυτη τάση. Να προσθέσω όμως πως, καθώς εμείς είχαμε ραδιόφωνο, ενώ οι άλλοι δεν είχαν, μαζεύονταν στο σπίτι φίλοι του πατέρα μου, για να μάθουν νέα από το λεγόμενο τότε… «σιδηρούν παραπέτασμα», άκουγα ιστορίες για την Αντίσταση και τον Εμφύλιο αλλά και για το χαλασμό της Νάουσας, για τον Μακεδονικό Αγώνα. Αφηγούνταν ιστορίες που μου κέντριζαν το ενδιαφέρον, καθώς τις άκουγα.

Άνοιγα τα σεντούκια μας, έβλεπα την πάλα, παλιά ωρολόγια, το καριοφίλι. Ήδη στην Πέμπτη Δημοτικού ήξερα πώς λειτουργεί το καριοφίλι. Τον μηχανισμό του.  Το διέλυα, το ξανάφτιαχνα. Ήμουν πολύ περίεργος. Συνέχισα έτσι. Είμαι μνήμων, κατέγραφα τα πάντα, και πέφτοντας στο Γυμνάσιο σ’ έναν φωτισμένο καθηγητή, τον Θωμά τον Γαβριηλίδη, καθώς προκηρύχτηκε διαγωνισμός για το Δημοτικό τραγούδι της Νάουσας, επέμενε να πάρω μέρος. Δίσταζα, αλλά το έκανα.

Χωρίς τότε να χωρίσω τα τραγούδια σε κατηγορίες, (όπως έκανα αργότερα, όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο), βραβεύτηκα.

Τον πρώτο διαγωνισμό τον έκανε η «Φωνή της Ναούσης», η τοπική εφημερίδα, τον δεύτερο τον έκανε ο Σύλλογος αποφοίτων Λαππείου Γυμνασίου Ναούσης, «Μιχαήλ ο Λόγιος». Ξαναβραβεύτηκα. Έτσι ξεκίνησα να μελετώ το παρελθόν.

Παράλληλα άρχισα να μαζεύω νομίσματα και στη συνέχεια, πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον, στράφηκα σε φίλους και έγινα συλλέκτης όχι μόνο νομισμάτων. Στην αρχή, βέβαια, αυτή η πρώτη μου συλλογή ήταν πολύ μικρή.

Μόλις στα 22 σας χρόνια, το 1977, εκδίδεται το πρώτο βιβλίο σας με θέμα “Το Δημοτικό τραγούδι της Νάουσας”. Ακολουθούν και άλλα γύρω από την Νάουσα, για τον Κωνσταντούλη, τον λαϊκό ποιητή της, το 1982, για τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες, το 1986, για τις βιομηχανίες της Νάουσας, με τη Νομαρχία Ημαθίας, «Ο κύκλος της ζωής», και για τον Ορειβατικό Ναούσης «1932  -2002. Εβδομήντα χρόνια αγώνα και πρωτιάς»! Πόσο δύσκολο ήταν να συγκεντρώσετε το υλικό σας αλλά και πόσο ενδιαφέρον ταυτόχρονα;

Ας ξεκινήσουμε από τον Κωνσταντούλη, το λαϊκό ποιητή. Μια θεια μου ήρθε και μου είπε πως βρήκε κάποια γραπτά πεταμένα σ’ ένα ταβάνι. Κάποιοι τα καίνε κιόλας. Εγώ κάθησα, τα είδα, σαν να γράφτηκαν από τον Μποστ! Με τη δική του ορθογραφία, κολλημένα τα γράμματα μεταξύ τους… Τα μελέτησα με τον μεγεθυντικό φακό, τα ξεχώρισα και έγινε το βιβλίο.

Ευτυχώς χρηματοδοτήθηκε τότε η έκδοση μέσω του Συλλόγου «Γενίτσαροι και Μπούλες» από το Υπουργείο Πολιτισμού. Φυσικά, σε άλλες εκδόσεις βιβλίων μου έμπαιναν και χρήματα δικά μου. Είναι γνωστά αυτά για το πώς γίνεται η έκδοση ενός βιβλίου. Και ας αφήσουμε το ατομικό χρηματικό κόστος. Μεγαλύτερο κόστος είναι ο χρόνος! Και μην ξεχνάμε και την ευθύνη της διασταύρωσης των στοιχείων, ώστε το βιβλίο να είναι σοβαρό και τεκμηριωμένο.

Σημαντική για μένα είναι η χρήση της ντοπιολαλιάς στα βιβλία μου αλλά και στα άρθρα που έγραψα, και ήταν πολλά. Άρθρα μου για την αμπελουργία και την οινοποιία τα πήραν και στο Πανεπιστήμιο. Πάντα όμως συνοδεύονταν από γλωσσάρι.

Μπορεί οι λέξεις της ντοπιολαλιάς να χρησιμοποιούνται τώρα πια μόνο μουσειακά ή ποιητικά αλλά δεν θα πάψουν ποτέ να είναι μέρος της ψυχής του λαού.

Πέρα από τα βιβλία, συγκεντρώνετε υλικό λαογραφικό και ιστορικό, (όπλα, έγγραφα, κοσμήματα, , φωτογραφίες), το οποίο εντυπωσιάζει με τον πλούτο και την αξία του. Πώς συγκεντρώσατε αυτό το υλικό; Πόσο χρόνο χρειάστηκε; Πόσο δύσκολο ήταν να εξακριβωθεί η αυθεντικότητά του; Πόσο σας κόστισε σε χρήμα; Είχατε προσωπικό οικονομικό κόστος;

Χρειάστηκαν 50 χρόνια ζωής! Και τεράστιο οικονομικό κόστος! Πολλές φορές κάνεις και λάθη. Αγοράζεις πράγματα που δεν πρέπει. Πρέπει να είσαι βαθύς γνώστης, για να μπορείς να τα ξεχωρίσεις.

Για να αγοράσω σωστά με βοήθησε η μεγάλη πείρα μου και το συνεχές διάβασμα. Ό,τι αποκτήθηκε από τη Νάουσα ξέραμε με σιγουριά ότι ήταν ναουσαίικο και ξέραμε τι είναι, αφού τα είχαμε και στα σπίτια μας. Παράδειγμα τα κιλίμια της Νάουσας έχουν τα ίδια μοτίβα στην ύφανση, τα πουλιά είναι το χαρακτηριστικό τους. Οι τραπεζοστρώσεις, δηλαδή τα τραπεζομάντηλα, επίσης είχαν όλα την ίδια ύφανση. Απλά, αυτοί που ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση είχαν περισσότερα και καλύτερης ποιότητας. Και, βέβαια, πιο συντηρημένα. Ο φτωχόκοσμος υστερούσε και είναι απόλυτα λογικό.

Οι πλούσιοι ξεχώριζαν και με αντικείμενα που έφερναν απ’ έξω, μπιμπελώ, λάμπες πολυτελείας, ακριβές λάμπες οροφής, ακόμη και οροφογραφίες υπήρχαν στα πλουσιόσπιτα.

Δεν θα σας πως πόσο κόστισαν οικονομικά αυτές οι συλλογές. Θα σας πω μόνο πως κόστισαν 50 χρόνια ζωής, τίποτα άλλο…

Από την έκθεση “…τότε που ήρθε το Ελληνικό”

Πόσο συμπαραστάθηκε η οικογένεια σ’ αυτό το πάθος της συλλογής, τόσο κοστοβόρο και χρονοβόρο;

Η πρώτη που μου συμπαραστάθηκε ήταν η μάνα μου, η οποία τα βίωσε, γιατί ήταν πράγματα που τα έζησε. Ο πατέρας μου, 10 χρόνια μεγαλύτερος απ’ αυτήν, μου έλεγε να τα παρατήσω. Η μάνα μου, όμως, καταλάβαινε το μεράκι μου και με βοηθούσε. Από κει και πέρα ο καθηγητής μου ο Θωμάς ο Γαβριηλίδης μ’ έβαλε στις ράγες της Λαογραφίας και προχώρησα. Ήξερα τώρα τι να κάνω, πώς να κινηθώ κι έτσι πήρε μπρος η μηχανή.

Η γυναίκα μου, η κυρία Βάσω, στην αρχή, μόλις παντρευτήκαμε, δεν ήθελε ούτε να τ’ ακούσει όλ’ αυτά που έκανα. Σιγά-σιγά έγιναν μέρος και της δικής της ζωής. Τα παιδιά μας, τα δυο αγόρια, ήταν στους Γενίτσαρους και Μπούλες από μικρά, καθώς ήμουν πρόεδρος του Συλλόγου και ιδρυτής. Τώρα ξέρετε είμαι επίτιμος, που σημαίνει «καιρός να φεύγεις…»

Με τη γυναίκα του Βάσω Φειδοπούλου

Τα κορίτσια μας ήταν στο Λύκειο Ελληνίδων, στα χορευτικά, και η γυναίκα μου όχι μόνο αγάπησε στην πορεία όλα αυτά, αλλά υπήρξε και πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων για 20 ολόκληρα χρόνια!

Και φυσικά, όπου χρειάστηκα τη βοήθειά της στην πορεία, όχι μόνο την είχα, αλλά  είναι και εκείνη που μεθοδεύει. Πρακτικό μυαλό, φαρμακοποιός, παίρνει αποφάσεις και πάντα δικαιώνεται. Αυτή είναι το μυαλό κι εγώ η ψυχή. Αυτή η λογική κι εγώ το συναίσθημα. Πορευόμαστε μια χαρά μαζί.

Εκθέσατε τις συλλογές σας όχι μόνο στη Νάουσα, αλλά και στη Βέροια, (σε συνεργασία με το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών και την  ΚΕΠΑ Δήμου Βέροιας), εκθέσατε στην Αθήνα, στο Πολεμικό Μουσείο αλλά και στη Βουλή των Ελλήνων πρόσφατα. Ακόμη και στο Εξωτερικό. Πώς τις αντιμετώπισε το κοινό;

Νομίζω πως ένα μέρος του κόσμου διψάει για τέτοιες εκδηλώσεις. Ο κόσμος που αγαπά την Ιστορία τις επισκέπτεται αυτές τις εκθέσεις. Έχουν τη δική τους δύναμη, διαθέτουν ενέργεια όλ’ αυτά. Εκπέμπουν συναισθήματα και τα αντικείμενα και οι φωτογραφίες, που είναι ο πλέον αξιόπιστος μάρτυρας των γεγονότων.

Βέροια / Από την έκθεση “Επανασύσταση 1821-2021”

Διαθέτω πάνω από 2000 φωτογραφίες στο αρχείο μου, τέλη του πρόπερασμένου αιώνα και περασμένου, και ελπίζω κάποτε να γίνει μ’ αυτές ένα λεύκωμα με τίτλο «Σεργιάνι στη Νάουσα του χθες», όπως κάναμε και το «Νάουσα, βιομηχανία του χθες». Είμαστε σε συνεννόηση με τον Δήμο.

Μακεδονομάχοι της Νάουσας “… τότε που ήρθε το Ελληνικό”

Όταν συνεννοηθήκαμε και παλιά για τα 200 χρόνια, είπα ότι εγώ μπορώ να κάνω αυτές τις εκθέσεις. Τα 2/3 έχουν γίνει. Ήδη η μία έγινε από την ίδρυση της πόλης μέχρι το μεγάλο χαλασμό του 1822, κι αυτή τώρα με τίτλο «…τότε που ήρθε το Ελληνικό» δείχνει πώς συγκροτήθηκε η Κοινότητα της Νάουσας και συνυπήρξε με την Κοινότητα των Οθωμανών, που για πρώτη φορά έρχονται στη Νάουσα μετά το Ράι, την αμνηστία, που εκδόθηκε από τον Μαχμούτ τον Β’ και φτάνει μέχρι το 1912, τότε που στις 17 Οκτωβρίου απελευθερώθηκε η Νάουσα.

Με πολλές μορφές, φαίνεται αυτή η περίοδος στην έκθεση, ενδεικτικά πάντα, βέβαια, και εστιάζοντας και στον Μακεδονικό Αγώνα, τον τόσο, δυστυχώς, αγνοημένο, με αντικείμενα που σώσαμε από τη λησμονιά του χρόνου.

Από την έκθεση του Τάκη Μπάιτση στη Βουλή των Ελλήνων

Έχετε επισκέπτες των εκθέσεών σας Ναουσαίους και αποδέκτες άλλους, Αθηναίους, για παράδειγμα. Πώς λειτουργούν; Με τον ίδιο τρόπο;

Λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχει αναγνώριση αυτού που κάνω, δεν έχω κανένα παράπονο. Με εμπιστεύονται και το χαίρομαι.

Οι Ναουσαίοι, όταν έρχονται, η μεγαλύτερη γενιά σκέφτεται αυτά που έζησε, η μικρότερη τα γνωρίζει. Όσο για τους Αθηναίους που ζουν στην Αθήνα, οι εκθέσεις δημιουργούν εντονότερα συναισθήματα. Νοσταλγία…

Ήταν πολύ έντονο τώρα με την έκθεση στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου, που ήρθαν 30-40 Αθηναίοι με ρίζες ναουσαίικες. Άλλοι γόνοι βιομηχάνων της Νάουσας, άλλοι που ανήκαν στον εργατόκοσμο… Και μάλιστα ήρθαν πολύ κοντά. Φωτογραφήθηκαν, κουβέντιασαν … Τους έφερε κοντά η Νάουσα. Ήταν μια αφορμή για αντάμωμα.

Στη Βουλή με Ναουσαίους επισκέπτες της έκθεσης

Αρθρογραφήσατε στον τοπικό και πανελλήνιο τύπο για πολλά χρόνια, εκδίδοντας και το περιοδικό «Βουνίσιος αέρας». Πώς βλέπετε τη θέση της Ιστορίας και της Λαογραφίας στη σημερινή εποχή της Παγκοσμιοποίησης; Έχουν τη θέση που αξίζουν;

Δεν ξέρω αν βρήκαν ακόμα τη δέουσα θέση, θέλω να ελπίζω ότι θα τη βρουν. Αν συγκρίνω όμως τον πρώτο καιρό που ξεκίνησα να κάνω εκθέσεως με τις συλλογές μου με τον σημερινό, η διαφορά είναι τεράστια. Τότε μπορούσαν να σε περάσουν και για γραφικό. Σήμερα λένε «Καλά που τα έσωσες!» Και μάλιστα κάποιες από τις παλιές στεναχωριούνται, γιατί δώσανε παλιά αντικείμενα του σπιτιού στους γυρολόγους, χωρίς να ξέρουν την αξία τους. Ελπίζω αυτές οι συλλογές μου να βρουν κάποια στιγμή τη θέση που τους ταιριάζει.

Επιθυμία μου και επιθυμία της οικογένειάς μου είναι να βρεθεί ένας χώρος να στεγαστούν και να έχει την επιμέλεια σαφώς ο Δήμος. Πολύ θα ήθελα να γίνει στους   Στουμπάνους, εκεί που έπεσαν οι Ναουσαίες και να ονομαστεί «Μουσείο των ηρωίδων – Συλλογή Τάκη Μπάιτση»! Και ας μην μπει και το όνομά μου. Τα ονόματα έρχονται και φεύγουν, αυτά όμως θα μείνουν και θα θυμίζουν το παρελθόν της πόλης.

Όσο για το αν υπάρχει μια παγκόσμια προσπάθεια να εξαφανιστούν η Ιστορία και η Λαογραφία των λαών, πιστεύω πως γίνεται μεθοδευμένα. Διαλύεται η οικογένεια, η γειτονιά, η κοινωνία. Όλα πολτοποιούνται. Χάθηκε η ντοπιολαλιά. Από τότε που μπήκε η τηλεόραση στη ζωή μας άλλαξαν όλα. Χάθηκαν λέξεις τόσο ωραίες, τοπικές, έγινε «ελληνοποίηση» με την έννοια ότι χάθηκε το τοπικό γλωσσικό στοιχείο και τώρα πάμε στην … «αγγλοποίηση»! Πόσες ελληνικές επιγραφές βλέπετε στα μαγαζιά μας;

Στην Κάτω Ιταλία και Σικελία, στους ελληνόφωνους που κράτησαν τη γλώσσα χιλιετίες, τα παιδιά τους τη χάσανε, μόλις ήρθε η τηλεόραση.

Και, βέβαια, μεγάλη ευθύνη έχουν οι διοικούντες και εδώ, που δεν πρόσεξαν πού οδηγούνται τα πράγματα.

Στην τελευταία του έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης “Ναϊάς”, με φόντο παλιό ναουσαίικο υφαντό, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης

Καταδικάζετε την τηλεόραση;

Πέρα από όσα είπαμε πριν, ωφέλησε και τους μοναχικούς ανθρώπους. Από την άλλη, όμως, απομάκρυνε τον άνθρωπο από τον συνάνθρωπο. Έρχονταν στην ονομαστική σου γιορτή και σου έλεγαν «Ανοιξε, να μη χάσουμε το σήριαλ»! Έβγαλα από το σαλόνι την τηλεόραση και τους έλεγα «εδώ ήρθατε για να  κουβεντιάσουμε, όχι για να δείτε τηλεόραση. Τηλεόραση στο σπίτι σας»!

Κι αυτό με τις ονομαστικές γιορτές, που φέρναν όλοι δώρο, ένα ποτό, ας πούμε… Ο άλλος έχει πέντε Δημήτρηδες, τρεις Γιάννηδες… Πόσο να ξοδευτεί με τις γιορτές… Έγραψα, λοιπόν, στον τοπικό τύπο «Δέχομαι επισκέψεις, όχι δώρα»! Άλλοι γέλασαν, άλλοι με θεωρήσανε ιδιόρρυθμο…

Και με τα στεφάνια στις κηδείες. Χρήματα πεταγμένα για το θεαθήναι. Θα μπορούσαν να πιάσουν τόπο κάπου, όπου υπάρχει ανάγκη. Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί έσπασε το κύτταρο της οικογένειας.

Αναπτύσσοντας τις απόψεις του!

Δηλαδή, πώς νιώθετε εσείς την οικογένεια;

Ο παππούς δεν πεθαίνει πια μέσα στην οικογένεια, μαζί με τα εγγόνια του. Κι αν είναι τυχερός είναι δίπλα, πάνω, κάτω ή έστω στην ίδια πολυκατοικία. Βγήκε η μόδα «και μαζί και χώρια»! Μαζί είναι όταν τρώμε στο ίδιο τραπέζι, όταν έχουμε την ίδια κουζίνα, όταν πάμε στον ίδιο «χαλέ», στο ίδιο μπάνιο… Εκείνο είναι το μαζί…

Ήσασταν πρόεδρος στον Σύλλογο «Γενίτσαροι και Μπούλες». Τον επανασυστήσατε και αναβιώσατε μετά από 52 χρόνια και το έθιμο του «Σπηλαίου». Πόσο δύσκολο ήταν;

Σταμάτησε το 1926, τότε που αρχηγός του μπουλουκιού ήταν ο μπάρμπα Γιώργης, Βάινιαλης και, επειδή δεν μπορούσε ο οργανοπαίκτης, ο Δημήτρης ο Βογιατζής ατόνησε και σταμάτησε. Την περίοδο του Μεσοπολέμου ατόνησε σιγά-σιγά, ενώ μέχρι τότε ήταν η ίδια η λεβεντιά. Η φιγούρα της Μπούλας σταμάτησε πολύ πιο νωρίς.

Το 1978, εγώ με προσωπική ευθύνη τα έφερα πάλι στο προσκήνιο. Και μάλιστα υπήρξε και μια γενικότερη επιφύλαξη μήπως αποτύχει η αναβίωση. Από εκείνο το πρώτο συμβούλιο, ο μόνος που είμαι ζωντανός είμαι εγώ.

Τι μέρα εκείνη, η πρώτη μέρα της αναβίωσης!… Κάνανε οι γυναίκες πίτες, είχαμε γλυκά, μας τα χορήγησε με χαρά ο Τζέπος! Σχεδόν κάθε σπίτι κάτι έφερε!

Γενίτσαροι και Μπούλες την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, δεύτερη Κυριακή της Τυροφάγου και Κυριακή της Ορθοδοξίας είχαμε το Σπήλαιο. Το ίδιο έθιμο παρουσιάζεται τρεις Κυριακές. Μάλιστα το έθιμο του Σπηλαίου συνοδευόταν από τις λεγόμενες ρυζόπιτες, μπακλαβάδες και σαραγλιά, όλα νηστίσιμα! Βέβαια, το κρασί και το ρακί πίνεται πάντα!

Εργαστήκατε για πολλά χρόνια στην κλωστοϋφαντουργία της Βαρβαρέσος και στη συνέχεια της Βέτλανς. Πώς ήταν τα πράγματα για την πόλη, όταν λειτουργούσε αυτός ο οικονομικός πνεύμονας και πώς είναι τώρα, ειδικά για τους νέους ανθρώπους;

Μετά το Λύκειο αποφοίτησα από τη Σχολή Κλωστοϋφαντουργών. Ασχολήθηκα 18 χρόνια με την κλωστοϋφαντουργία.

Τότε η δουλειά μας, ανεξάρτητα από τον μόχθο του καθένα μας, έμοιαζε με ένα μεγάλο λαϊκό πανηγύρι. Τρεις χιλιάδες άνθρωποι δουλεύαμε στις φάμπρικές. Κάθε μέρα από τις 5.30 το πρωί μέχρι τις 6.30 έμπαιναν, 1.30 με 2.30 το μεσημέρι έφευγαν.  Έμπαιναν, έβγαιναν, μέχρι 9.30 με 10. 30 το βράδυ η τελευταία βάρδια. Όταν έρχονταν οι γιορτές και έπαιρνε ο κόσμος τα δώρα του, έβγαιναν έξω να ψωνίσουν! Ζούσαν έτσι και τα μαγαζιά…

Δυστυχώς η αποβιομηχανοποίηση έφερε πολλά δεινά στον τόπο. Και φυσικά και η αγροτική καλλιέργεια δεν πάει καλά. Άλλαξαν οι καιροί και οι καταστάσεις. Οι οικονομικές δυνατότητες του μέσου Ναουσαίου είναι πολύ χαμηλές και δυστυχώς οι περισσότεροι νέοι ζουν με τις συντάξεις των γονιών τους, που προέρχονται από τις βιομηχανίες. Δεν υπάρχει ναουσαίικη οικογένεια που να μην είχε τότε ανθρώπους στις βιομηχανίες. Αυτές οι συντάξεις είναι που κρατούν τους νέους, όσους δεν μετανάστευσαν,  εσωτερικούς και εξωτερικούς μετανάστες.

Είναι τραγικό! Μια Νάουσα, όπου έρχονταν από την άλλη Ελλάδα και ιδιαίτερα από τη Μακεδονία για να δουλέψουν εδώ, να μην μπορεί να κρατήσει τα ίδια τα παιδιά της. Αν βγείτε έξω θα δείτε όχι μόνο παλιά παραδοσιακά αλλά και καινούρια διαμερίσματα θεόκλειστα.

Χάσαμε το οξυγόνο της Βιομηχανίας μας. Η μάνα Αράπιτσα, το ποτάμι μας, με τα νερά του μάς πρόσφερε  βιοτεχνίες, οικοτεχνίες! Είχε 40 βιοτεχνίες πριν το χαλασμό του 1822! Και ειδικά υφαντουργικές, να κάνουν χαλιά, μπατανίες, κουβέρτες, βελέντζες, τα πάντα…

Οι βιοτεχνίες έφεραν τις βιομηχανίες. Είχαμε την πρώτη βιομηχανία των Βαλκανίων των Λούγκου – Κύρτση  – Τούρπαλη το 1875, τεράστια βιομηχανική μονάδα! Βιομηχανία κρασιών του 1879 του Μπουτάρη! Τόσο διαφορετικά τα πράγματα σήμερα… Στενάζει η αγορά.

Νάουσα,1925. Το εργοστάσιο της Βέτλανς

Κι αν αυτήν τη στιγμή δεν ανοίξει ο δρόμος να ενωθεί με την Εγνατία, αυτό το θέμα που ταλαιπωρεί τόσο πολύ την επαρχία μας, όπως το μετρό τη Θεσσαλονίκη, αν δεν έρθει κάποια πανεπιστημιακή σχολή… Γιατί κτιριακά ήμασταν εφάμιλλοι του Αριστοτελείου τη δεκαετία του ’60. Ο αείμνηστος Δήμαρχος Φιλώτας Κόκκινος έκανε τα τεχνικά σχολειά, με δυνατότητα να σπουδάσουν και να στεγαστούν 6.000 σπουδαστές κι εμείς δεν το αξιοποιήσαμε.   Και πήραν πανεπιστημιακές σχολές μέρη που δεν είχαν ούτε αχυρώνα να τα στεγάσουν! Η Νάουσα τότε είχε τη βιομηχανία της και δεν πήρε σχολές, με αποτέλεσμα και τα κτίρια να έχουν υποβαθμιστεί, χωρίς να έχουν τη δέουσα χρήση. Δεν σημαίνει ότι θα αλλάξει τελείως η κατάσταση της πόλης, αν γίνουν αυτά, θα είναι όμως μια μικρή όαση.

Ο δρόμος θα βοηθήσει και τον τουρισμό με τα έθιμά μας και τα πανέμορφα μέρη μας, όπως είναι ο Άγιος Νικόλας. Ευτυχώς το πάρκο μας ξανάνοιξε. Αυτά είναι οι πνεύμονες της Νάουσας. Η ταυτότητα της Νάουσας είναι ο Άγιο Νικόλας! Μη φτάσουμε να πούμε η Νάουσα είναι μια κωμόπολη, όπου ήταν το θέρετρο των Αρχαίων Θεών, όπου ο Σειληνός έφερνε τον Διόνυσο, για να τον κρύψει από την οργή των Μαινάδων, προφητεύοντας καλύτερα ο άνθρωπος να μην γεννηθεί ή να πεθαίνει μόλις γεννηθεί ! Υπεραισιόδοξος!  Όπως και η εκκλησιά του Άγιο Νικόλα λένε πως είναι χτισμένη πάνω σε αρχαίο ναό, σε βάσεις κιόνων.

1983. Στον Μύτικα

Μια άλλη πλευρά σας είναι και αυτή του ορειβάτη αναρριχητή. Διατελέσατε μάλιστα και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ορειβασίας και  Αναρρίχησης.  Αυτή η δραστηριότητα πώς συνδέεται  με το πάθος για την έρευνα;

Οι άνθρωποι  που αγαπούν τον λαϊκό πολιτισμό αγαπούν και τη φύση. Αγαπούν το τραγούδι, αγαπούν το βουνό κι εγώ ιδιαίτερα, γιατί είμαι ορεσίβιος. Γύρισα όλα τα βουνά της Ελλάδας και έκανα φίλους σε όλη την Ελλάδα. Η διοίκηση της Ομοσπονδίας γινόταν από εκπροσώπους που ψηφίζονταν. Ο Πρόεδρος και το Προεδρείο έπρεπε υποχρεωτικά  να είναι Αθηναίοι, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να τρέχουν στα Υπουργεία. Μπορούσε να υπάρχει και ένας αντιπρόεδρος από την επαρχία και με εξέλεξαν. Αυτά όλα όμως μεγαλώνοντας πέρασαν… Πέρασαν, αλλά άφησαν πολύ καλές αναμνήσεις και ανεξίτηλες φιλίες. Μέσα στο διάβα του χρόνου καταλαβαίνεις πολλά πράγματα και προπαντός ποιοι σ’ αγαπούν… Δεν είναι λίγο…

Στον Όλυμπο με τον δεινό αναρριχητή και διασώστη Κώστα Ζολώτα

Υπήρξατε επίσης εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος και Αντιδήμαρχος! Πώς είδατε απ’ αυτό το μετερίζι τις δυνατότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης; Μπορεί να προσφέρει, αντιμετωπίζοντας προβλήματα της πόλης;

Αν δοθούν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση όσα πρέπει, ώστε να μπορεί να τα διαχειριστεί, θα λυθούν πολλά προβλήματα. Θα της λύσουν τα χέρια.

Όταν ήταν Δήμαρχος ο Τάκης ο Βλάχος, για πέντε τετραετίες, ήταν σκληρός, αλλά έκανε δουλειά! Δεν θα πήγαινε ποτέ υπάλληλο σε πειθαρχικό, αλλά όταν έβαζε τη φωνή… Πρωί έβγαινε έξω, για να δει ο ίδιος τα προβλήματα της πόλης. Δεν μιλάω για τον Μέντορά μας τον μεγάλο Φιλώτα Κόκκινο… Εκείνος ήταν μια μορφή αναντικατάστατη! Ερωτεύτηκε εδώ, παντρεύτηκε και έζησε τη Νάουσα. Δυστυχώς τον έδιωξε η Χούντα… Τα γνωστά…

Ξεκίνησα από πολύ νέος να ασχολούμαι με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και έφυγα το 2002 Λες και ήταν χθες… Προτίμησα να ασχοληθώ με τους συλλόγους, γιατί θεωρούσα πως είχαν δέσει πια τα χέρια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Παρόλο που, κι όταν με χρειάστηκαν και οι επόμενοι δήμαρχοι, ήμουν στο πλευρό τους.

Με το Δήμαρχο Τάκη βλάχο και τον Κώστα Σκανδαλίδη στα εγκαίνια του ΚΕΠ Νάουσας

Προβάλατε τη Νάουσα με εισηγήσεις σε τοπικά και διεθνή συνέδρια. Τιμηθήκατε από δήμους, νομαρχίες, οργανισμούς και συλλόγους. Νιώθετε πλήρης αυτήν τη στιγμή, με όσα έχετε κάνει για την πόλη σας;

Όχι! Γιατί πιστεύω αυτό που λέει και ο Στέργιος ο Αποστόλου, ο ερευνητής ιστορικός και λαογράφος, ο μέντοράς μου: «Θα ζήσουμε 150 χρόνια, για να φκιάνουμε!!»

Το σημαντικότερο στη ζωή είναι να έχεις ενδιαφέροντα και να δημιουργείς! Θέλω οι συλλογές μου να βρουν τον τελικό προορισμό τους, με στόχο να αξιοποιηθεί η δύναμη και η ενέργεια από  κάθε τι, που έχω συλλέξει. Βιβλία, άλλα αντικείμενα, αφηγήσεις…

Αν έχω μέρες  μπροστά μου, δεν σταματώ… Θα δούμε…

Σεπτέμβριος 2022.Προλογίζοντας στα εγκαίνια της έκθεσής του στη Βουλή

Και κλείνοντας, τι είναι για σας η Νάουσα, η πατρίδα σας, που τόσα χρόνια από τη ζωή σας της αφιερώσατε;

Η Νάουσα είναι η ψυχή μου! Χωρίς τη Νάουσα… Η πέτρα στον τόπο της βαρεί… Χωρίς τη Νάουσα και το νερό του Άγιο Νικόλα δεν μπορώ να ζήσω. Κι όταν ταξιδεύω για την Αθήνα, κουβαλώ πάντα μαζί μου νερό από δω, απ’ τον Άγιο Νικόλα…

Κουβεντιάζοντας στο χώρο της τελευταίας του έκθεσης στη Νάουσα

Φωτογραφίες: faretra.info – Αρχείο Τάκη Μπάιτση