Άρθρα

“Ο τελευταίος χαλασμός του ελληνισμού της Ουκρανίας” / γράφει ο Δημήτρης Μάρτος

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, εκτός από το πλιάτσικο του πλούτου της χώρας, συνοδεύεται και από μια αήθη προπαγάνδα, με στόχο να αμαυρωθεί στους άλλους λαούς η κουλτούρα των αμυνόμενων. Η πολιτισμική παράδοση των Ουκρανών είναι θεαματικά διαφορετική και υψηλότερη από τις αφαιρέσεις και την επιλεκτική προπαγάνδα του καθεστώτος Πούτιν. Και μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες πλευρές αυτής της παράδοσης είναι η ελληνικότητά της.

Αν και οι πολεμικές επιχειρήσεις της Ρωσίας δεν έχουν κανένα ορθολογικό και ηθικό υπόστρωμα και στην υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης βρίσκεται η σωστή πλευρά της ιστορίας, θεωρώ, όμως, ότι και η εμμονή σε μια ιστορική αφαίρεση-στρατηγική: «είμαστε Δύση», μας αποκόβει συστηματικά από την οικουμενική διάσταση του ελληνισμού. Ο ελληνική παρουσία στην Ουκρανία είναι αδιάψευστος μάρτυρας ότι η ιστορία μας δεν κοιτάζει μόνο δυτικά.

Από την περίοδο των αποικιστικών πορειών των Ελλήνων στην Ταυρική (Κριμαία), κατά τον 6ο πΧ αιώνα, μέχρι την Οργάνωση των Ελλήνων της Ουκρανίας (1991) η ιστορία περιέχει μια ‘’Μεγάλη Ελλάδα’’ μακροβιότερη της ιταλικής χερσονήσου. Εκεί στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου και της Μαιώτιδας (Αζοφικής) θάλασσας Έλληνες από τη Μίλητο και την Ηράκλεια την Ποντική δημιούργησαν το βασίλειο του Κιμμέριου Βοσπόρου: με Παντικάπαιο (Κερτς), Αιγιαλό (Γιάλτα), Κερκυνίτιδα (Ευπατόρια), Όλβια, Θεοδοσία, Φαναγόρια, Νύμφη, Πόρφη, Τίρα κά. Πολλοί από τους οικισμούς αυτούς εξελίχθηκαν σε μεγάλα εμπορικά κέντρα, σε πόλεις-κράτη με δημοκρατικό σύστημα και σε κέντρα παραγωγής επιστήμης και φιλοσοφίας (Ποσειδώνιος, Σμείρκος, Σφαίρος, Βορισθένης, Στρατόνικος κά) και άντεξαν σχεδόν μια χιλιετία.

Το βυζάντιο στην Ουκρανία

Και όταν, τον 9ο αιώνα, η Χερσώνα συμπεριλήφθη στο διοικητικό σύστημα του Βυζαντίου, ως «πρωτεύουσα θέματος», άρχισε ο εκπολιτισμός των Ουκρανών-Ρώσων. Μετά, κέντρο του εκπολιτισμού θα γίνει η Κίοβα (Κίεβο), η «μητέρα των ρωσικών πόλεων», απ’ όπου Χριστιανοί διαφωτιστές, με πρωτεργάτες τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, δημιούργησαν τη γραφή για όλο το σλάβικο κόσμο και μέσω αυτής τα θρησκευτικά δόγματα αλλά και τις επιστήμες και τη φιλοσοφία. Ήταν τότε που οι Σλάβοι άλλαζαν τα ονόματά τους σε βυζαντινά: Βασίλειος, Αλέξιος, Αικατερίνη, Σοφία κλπ. Τότε, σε κάθε ομοφυλετικό και ομόθρησκο πόλεμο, οι αντιμαχόμενοι επικαλούνταν την παρέμβαση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Αυτό τους ένωνε κάτω από τις πολιτιστικές τους σχέσεις με το Βυζάντιο. Γι’ αυτό μοιάζει με ιστορική παραφωνία η στράτευση του ρώσικου Πατριαρχείου στις δολοφονικές επιχειρήσεις ενάντια στους ομόθρησκους  της Ουκρανίας.

Έτσι, στην Κιεβινή Ρωσία, την ονομαζόμενη από το 19ο αιώνα Ουκρανία (= «παραμεθόριος χώρα»:  κληρονομιά της ρωμαϊκής Ουκρανικής Αυτοκρατορίας του Κιέβου), όλες οι μορφές ελληνιστικής, ελληνοσκυθικής και βυζαντινής τέχνης και προτύπων καθόρισαν τον πολιτισμό των Ουκρανών, κοινός, μέχρι το 19ο αιώνα, με Ρώσους και Λευκορώσους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα βυζαντινής επίδρασης ήταν ο ναός της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο (11ος αι.), του λαμπρότερου μνημείου της ρωσο-ουκρανικής παράδοσης. Ενεοί μαθαίνουμε γι’ αυτήν την παράδοση την ώρα που αυτή καταστρέφεται.

Οίκοι, σχολές, κοινότητες και αδελφότητες

Ήταν τότε που πλούσιες οικογένειες άνοιγαν σχολές κατ’ οίκον.  Ανάμεσα τους ήταν και  αυτή που ίδρυσε, το 1578, ο δούκας Βασίλειος-Κωνσταντίνος Οστρόζσκ (1526-1608), ένας ‘’μεγιστάνας’’ της εποχής εκείνης. Ήταν κάτι σαν τον Οίκο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που δημιούργησε, το 15ο αιώνα, με τη συμμετοχή Ελλήνων από το κατεστραμμένο Βυζάντιο, την «Πλατωνική Ακαδημία», από την οποία πυροδοτήθηκε η δυτικοευρωπαϊκή Αναγέννηση. Στην Ακαδημία του Οστρόζσκ, αντίστοιχα, σύχναζαν σπουδαίοι Έλληνες λόγιοι και επιφανείς θεολόγοι καλεσμένοι του Οστρόζσκ (Διονύσιος Παλαιολόγος,  Νικηφόρος Καντακουζηνός, Κύριλλος Λούκαρης κά). Η Ακαδημία εγκαινίασε ένα νέο τύπο σχολών ανωτάτου επιπέδου, τις ελληνο-λατινο-σλαβικές.

Και στα τέλη του 16ο αιώνα  το Λβο(ι)β  έγινε το κέντρο διαφωτισμού όλης της Ουκρανίας, λόγω της ίδρυσης εκεί της «Ελληνικής Αδελφότητας», καθώς και  της «Ελληνοσλαβικής Σχολής» (1586), που τύπωνε σε δικό της τυπογραφείο διδακτικά και επιστημονικά έργα  με ελληνικούς και σλαβικούς χαρακτήρες. Σ’ αυτό τυπώθηκε από το δάσκαλο της σχολής (1586-1588) Αρσένιο Ελασσόνα  η πρώτη ελληνο-σλαβική γραμματική. Από εδώ καταγόταν και ο Ιβάν Φεντόροβ, ο αυτοαποκαλούμενος «Fedorovytsh Typographus Graecus et Stavius» (Φεντόροβ, τυπογράφος ελληνικών και σλάβικων), που μαζί με  την οικογένεια Βαλαβανίδη (Μπαλαμπάνοφ), ανέπτυξαν το εργαλείο του σλάβικου διαφωτισμού: τα τυπογραφεία, που  τύπωναν τα έργα τους με ελληνικούς και σλάβικους χαρακτήρες.

Και από τους απόφοιτους της Σχολής του Λβο(ι)β δημιουργήθηκε η «Ακαδημία του Κιέβου» (1632), το πρώτο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ουκρανίας, με την ελληνοπρεπή  βιβλιοθήκη της, η οποία έδωσε σπουδαίους ελληνιστές. Και μετά κέντρο διάδοσης του ελληνικού πνεύματος θα γίνει το Νέζιν, όταν ο Μακεδόνας Χριστόφορος Ντμίτριεβ θα ιδρύσει την «Ελληνική Αδελφότητα» και οι Έλληνες θα συστήσουν δικό τους δημοτικό συμβούλιο (1685). Αυτό θα ιδρύσει τη «Σχολή του Αλεξάνδρου», που ενώ διοικητικά ανήκε στο Πανεπιστήμιο του Χάρκοβο τη διοίκηση την όριζε η «Ελληνική Αδελφότητα».

Εκεί στο Νέζιν  θα δράσουν και οι αδελφοί Ζωσιμάδες από το Γιάννενα, οι οποίοι, με τα κέρδη από το υπερπόντιο εμπόριο με Κίνα και άλλες χώρες της Ασίας, θα στηρίξουν το γνωστό φιλανθρωπικό και εκπολιτιστικό έργο τους στα Γιάννενα, στο Νέζιν, στην Ουκρανία και τη Ρωσία.

Νοτιότερα στην Πολτάβα, στα μέσα του 18ου αιώνα, έφτασε, μετά από πρόσκληση της  αυτοκράτειρας πασών των Ρωσιών Αικατερίνης Β΄, ένας από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού: ο Ευγένιος Βούλγαρης. Αυτός δημιούργησε το «Γυμνάσιο της Πολτάβα» και η ελληνική κοινότητα επί των ημερών του και μετά επί των ημερών του Νικηφόρου Θεοτόκη, ο οποίος τον διαδέχτηκε (1778), του Αθανάσιου Ψαλίδα και άλλων Ελλήνων παιδαγωγών, θα γράψει ιστορία.

Νέες ελληνικές πόλεις και εθνικές αφυπνίσεις

 Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768-1774)  Έλληνες και Ελληνο-Τάταροι από την Κριμαία έκτισαν τη Μαριούπολη και τις 24 ελληνόφωνες κωμοπόλεις της, ενώ στις νεοαναγειρόμενες ελληνικές κοινότητες του Κέρτς και του Ενικαλέ, το δημοτικό συμβούλιο «Μποσπόρσκι» (Βόσπορος) κινητοποίησε μια τεράστια πολιτιστική δραστηριότητα, με εμβληματικότερη τη δημιουργία ορφανοτροφείου και μουσείου αρχαιοτήτων, με χρηματοδότηση του καπνοβιομήχανου  Μασακσίδη.

Τότε θα γεννηθεί και η πιο ελληνική πόλη της Ουκρανίας, η Οδησσός (1795). Το 1856 οι Έλληνες μετρούνταν στις 100 χιλιάδες.  Οι επονομαζόμενοι και «Αρτοβασιλιάδες», λόγω της οικονομικής τους δύναμης, δημιούργησαν εκπαιδευτικά και κοινωνικά ιδρύματα, τυπογραφεία, με εκτυπώσεις στα ελληνικά και θέατρα, με παραστάσεις στα ελληνικά.

Στην Οδησσό δημιουργήθηκε και το Διοικητήριο της Φιλικής Εταιρείας (1814), όπου συγκεντρώνονταν όλες οι πληροφορίες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Οι πρώτες στρατολογήσεις έγιναν σε πόλεις της Ουκρανίας. Το κτήριο αυτό, μαζί με εκατοντάδες άλλα, όπως το αρχοντικό των Υψηλάντιδων στο Κίεβο, που σώζεται σαν διατηρητέο μνημείο ή τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα του από Κρήτης ορμώμενου Κωνσταντίνου Κορνίακτου (16ος αι.)  κινδυνεύουν από τους ρώσικους βομβαρδισμούς.

Και όταν στην ελληνική κοινότητα του Ν[Μ]ικολάεβ, στα 1800, αφίχθηκε  ο καθηγητής γλωσσολογίας Ανδρέας Αρκάς από το Λιτόχωρο Πιερίας, θα κυοφορηθεί η εθνική αφύπνιση των Ουκρανών, ιδιαίτερα, όταν  ο εγγονός του Νικόλαος  Αρκάς (1853-1909) θα εκδώσει το πρώτο βιβλίο στην ουκρανική γλώσσα: την «Ιστορία της Ουκρανίας-Ρωσίας». Τότε και η «Αδελφότητα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου» του Κιέβου θα κορυφώσει, με τα έργα των ρομαντικών συγγραφέων της, το εθνικό κίνημα των Ουκρανών ενάντια στις γλωσσικές, κοινωνικές και εθνικές καταπιέσεις των αυτοκρατορικών Ρώσων (μοσχοβίτες).

Από τότε η πρωτογενής αντίθεση ανάμεσα στο δικαίωμα του ουκρανικού λαού στην εθνικοπολιτική του αυτοδιάθεση και το ρώσικο αυτοκρατορικό εθνικισμό (πανρωσισμός), που δεν αποδέχεται τον ουκρανικό αυτοπροσδιορισμό, θα καθορίζει τις σχέσεις των δύο λαών και θα εργαλειοποιείται στα πλαίσια των πλανητικών ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

…προς τον αφανισμό του ουκρανικού ελληνισμού

 Και μετά ήρθε ο 20ος αιώνας, ο χειρότερος για τον ελληνισμό της Ουκρανίας. Ιδιαίτερα, τη δεκαετία του 1930, που το νέο Σύνταγμα στερούσε από τα ελληνικά και άλλα εθνικά σοβιέτ τις νομικές εγγυήσεις της ύπαρξής τους, χιλιάδες Έλληνες, όπως και άλλοι λαοί, χάθηκαν από την πείνα και τις σταλινικές διώξεις. Οι εθνικές μειονότητες έχασαν το δικαίωμα της διοικητικής αυτονομίας, η γραφή απαγορεύτηκε, έκλεισαν σχολεία και πολλά ελληνοπρεπή δημιουργήματα, όπως θέατρα και ναοί, καταστράφηκαν.

Επιπλέον, τη δεκαετία του 1940, ο εκτοπισμός στις ασιατικές περιοχές του αρχαιότερου λαού της Κριμαίας, των Ελλήνων, είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν η γλώσσα και η πολιτιστική τους ταυτότητα.

Παρά τις διώξεις, όμως, οι Έλληνες πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Οι Γερμανοί κατέστρεψαν τα χωριά τους επειδή πρόσφεραν βοήθεια στους αντάρτες. Και το ολοκαύτωμα του ελληνόφωνου χωριού Λάκκοι εξομοιώνεται σήμερα με τα εγκλήματα των ρώσικων ταγμάτων στα ελληνικά χωριά της Μαριούπολης.

Παρόλα αυτά στην Ουκρανία διασώθηκαν πολλοί θύλακες ελληνοπρέπειας. Πολλοί μιλούσαν, μετά το 1991, για μια «ελληνική άνοιξη», με την ίδρυση της «Ομοσπονδίας των Ελλήνων της Ουκρανίας», με την επαναλειτουργία ελληνικών σχολείων, θεάτρων  κλπ. Εξαιτίας, όμως, της εμμονής του ρώσικου καθεστώτος στη μη αναγνώριση της εθνικοπολιτικής αυθυπαρξίας-αυτονομίας των Ουκρανών, χαλάστηκε η ουκρανική πολιτεία και μαζί της οι εθνικοτοπικές αναγεννήσεις. Και τους τελευταίους μήνες τα φονικά τάγματα του Πούτιν επιχειρούν να αποτελειώσουν τη μακραίωνη, γόνιμη αλλά και εύθραυστη παρουσία του ελληνισμού της Ουκρανίας.