Χρονογράφημα

Νίκος Τσιφόρος: “Το δέκατο τρίτο Ευαγγέλιο απάντων ημών…”

…………………

Το δέκατο τρίτο Ευαγγέλιο δεν γράφεται, ούτε ψάλλεται

Θλιμμένες βιολέττες και πένθιμοι οι ασημένιοι ήχοι της καμπάνας, Προκόπη. Γεμάτη κατάνυξι, φλόγες από κεριά πιστών, βυζαντινές μελωδίες η Μεγάλη Πέμπτη, άνοιξε την αυλαία του Θείου Δράματος, αυτού του κλασικού δράματος που παίζεται κάθε χρόνο σε «δώδεκα λόγους», γεμάτους σοφία, αλήθεια και αγάπη.

Τέσσερις Ευαγγελιστές, Δώδεκα Ευαγγέλια, εκατομμύρια χριστιανοί. Με τα «πα-βου» δίνονται τα δόγματα της αλήθειας, να γίνουνε σεβαστά και δικά τους. Κι’ έτσι, όπως μάθαμε από παιδιά, «οδεύουμε» και μεις στο ναό σεμνοί, νηστήσιμοι, μεγαλοπεμπτιάτικοι, χωρίς εγωισμούς και κακίες, μια φορά για δυο μέρες το χρόνο μάς συμβαίνει, κοντά στον «Θείο Θάνατο», να εξαγνιζόμαστε από κάθε μας μικρότητα και να γινόμαστε ταπεινοί και αδύνατοι.

Κι’ όπως ακούω τα μεγάλα λόγια, χωρίς να το θέλω, σκέφτομαι, ασεβώς λίγο, ένα δέκατο τρίτο Ευαγγέλιο, που ίσως να μην έχη την επισημότητα και το αξιοσέβαστο των «Μεγάλων Ευαγγελίων», ίσως νάναι κουτό και ανόητο, βλέπεις το Ευαγγέλιο ενός ασήμαντου δεν έχει τίποτε από μεγαλείο, Προκόπη, είναι το δικό σου και το δικό μου, το δέκατο τρίτο Ευαγγέλιο «απάντων ημών», που ζούμε μέσα σε μια τιποτένια μετριότητα, άγνωστοι και απαρατήρητοι «επί της γης και υπό ταύτην» διατί ποτέ δεν είχαμε την δυνατότητα μιας διακρίσεως και τις ικανότητες μιας ανατάσεως.

Λέω, λοιπόν, «άνθρωποι χριστιανοί, εσείς που πιστέψατε στην αγάπη τού πλησίον και στην παραχώρησι του δεύτερου χιτώνα εις τον μη έχοντα, εσείς που εβαπτίσθητε στο μη ποιείσαι όπερ συ μισείς, εσείς που πηγαίνετε και κάνετε την προσφορά σας σε κηρόν και έλαιον, και να προσευχηθήτε ικέται και ζητούντες από τον Κύριο, γιατί να ξεχνάτε το λόγο του όλες τις μέρες του χρόνου και να τον θυμόσαστε μόνο αυτή τη βδομάδα, την ανοιξιάτικα μισοσυννεφιασμένη, που μας υποχρεώνει από την ατμόσφαιρά της σε τούτη τη θύμησι;»

Λέω, να, βρε Προκόπη, «εσείς που έχετε τα πολλά αγαθά, τα μεγάλα αυτοκίνητα για να χαίρεστε τους μεγάλους δρόμους, τα ψηλά σπίτια με τα πλούσια έπιπλα, τα οφίκια και τη δύναμι, τον πλούτο και την ευμάρεια, πώς γίνεται να ξεχνάτε ότι όλοι από χουν πλαστήκαμε και ίσοι ενώπιόν του είμαστε;»

Λέω, «σκεφτήκαμε, όλοι μαζί, το τιποτένιο βοήθημα που δίνει το ΙΚΑ στους ανέργους και τους ανήμπορους τούτες τις άγιες μέρες; Και σκεφτήκαμε τους ανέργους και τους ανήμπορους, που σηκώνονται από τις τρεις το πρωί, πιάνουν ουρά στο ανοιξιάτικο αγιάζι, περιμένουν ώρες ολόκληρες για ν’ αντιμετωπίσουνε τη σκαιότητα, την αδιαφορία, το σκληρό φέρσιμο έναντι δραχμών ολίγων, που τις έχουνε απόλυτη ανάγκη ν’ αγοράσουν ένα κιλό κρέας και μια ντουζίνα αυγά και να χαρούν κι’ αυτοί τη μεγάλη Ανάστασι μαζί μας;»

Λέω —πολλά λέω, Προκόπη— «εκείνα τα παιδιά με τα λιπόσαρκα πόδια, που μεγαλώσανε μέσα σε τρώγλες και ακούνε για το τσουρέκι όσο εμείς για τη μυθολογικήν αμβροσία, που δεν γνωρίσανε το παιχνίδι, το ρούχο, το αρκετό φαγητό, προνόμια της παιδικότητας, γιατί δεν γυρίσαμε να τα κυττάξουμε σαν δικά μας αυτές τις μεγάλες μέρες παρά τ’ αφήνουμε σε έλεος των διαφόρων συλλόγων και των φιλανθρωπικών οργανώσεων; Γιατί δεν στερηθήκαμε μιαν λουξούρια, μια πολυτέλεια δική μας, ν’ ανακουφίσουμε τις δίκαιες αξιώσεις τους και να ζωντανέψουμε, έστω και σε μικρό ποσοστό, τα άπιαστα όνειρά τους; Κι’ αφού τα βαφτίσαμε εν ονόματι του Κυρίου, που μας ισοπεδώνει όλους επάνω στο ίδιο επίπεδο, γιατί τ’ ατενίζουμε με το ψυχρό και αδιάφορο μάτι του ξένου;»

Λέω Προκόπη, «τι κάνουμε για τους φυλακισμένους, τους εξόριστους, τους αμαρτήσαντας —και συλληφθέντας, Προκόπη, γιατί αμαρτήσαντες είμαστε όλοι μας— τι είδος αγάπη δείξαμε στην αδυναμία και το σφάλμα τους, τι είδος συγγνώμη από κείνη που μας παραγγέλνει ο Κύριος χαρίσαμε στο πλημμέλημά τους και τι είδος ενέργεια κάναμε να τους ξαναφέρουμε κοντά μας με τον σωστό δρόμο της συμπάθειας;»

Λέω, «τι κάνουν οι έχοντες; Κυττάνε να αποκτήσουνε περισσότερα και πάνε στο ναό, γελαστοί, με καλοθρεμμένους τους ζωικούς ιστούς, με καθαρή τη συνείδησι, χωρίς να σκοτίζονται για τη γρηούλα που πουλάει κεράκια σε μια γωνιά του πεζοδρομίου, για το γεροντάκο που πέρασε ένα στεναγμικό χθες και περνάει ένα αγωνιώδες σήμερα, για τη φτωχομάνα που αγωνίζεται να θρέψη μικρά με το ασήμαντο κέρδος μερικών βεγγαλικών, για όλους τους πέριξ του ναού εμπόρους; Αν ο Χριστός τούς έδιωξε με το φραγγέλιο, είναι γιατί μαστίγωσε την ασυνειδησία τους. Και την απληστία τους. Εμείς όμως που ξέρουμε ότι το φραγγέλιο εδώ δεν έχει καμμιά θέσι, γιατί να θυμόμαστε μόνη την πράξι εκείνη και να ξεχνάμε τέλεια όλες τις άλλες πράξεις της ιστορίας του και τα λόγια που μας κληρονόμησαν οι Ευαγγελιστές του, γι’ αγάπη και αλληλοβοήθεια;

Θα μου πης, «τω καιρώ εκείνω…» ήταν άλλες οι συνήθειες, άλλος ο κόσμος, άλλα τα ήθη και τα έθιμα, Προκόπη. Καλώς. Όμως πιστεύουμε και σήμερα και τηρούμε τις δοξασίες του καιρού εκείνου. Θεωρούμε μεγάλα τα λόγια του και ορκιζόμαστε σ’ αυτά. Κάνουμε το σταυρό μας στο όνομα της ίδιας Τριάδος, Πατήρ, Υιός, Άγιο Πνεύμα, εξακολουθούνε να κυριαρχούνε μέσα στον ψυχικό και πνευματικό κόσμο μας. Λέμε ακόμα ότι «ο ελεών πτωχόν…» και μακαρίζουμε τους ταπεινούς «ότι αυτοί κληρονομήσωσι…» Κι’ ακόμα δακρύζουμε όταν «κρεμάται επί ξύλου…» Τι είν’ όλα αυτά, Προκόπη; Φαρισαϊσμοί; Προσπάθειες να τον συγκινήσουμε; Απάτη απέναντι σ’ εκείνον και στον εαυτό μας τον ίδιο;

Το δέκατο τρίτο Ευαγγέλιο δεν γράφεται, ούτε ψάλλεται, Προκόπη μου. Να! Σκέφτομαι μονάχα ότι θάπρεπε να το κλείσουμε μέσα μας και να το διαβάζουμε στον εαυτό μας κρυφά, «ενώπιοι ενωπίοις», κάθε τόσο. Και τότε θ’ αξίζανε τ’ άλλα δώδεκα. Όλες τις μέρες κι’ όχι μόνο τούτες τις ανοιξιάτικες που τα μυρώνουνε οι μελαγχολικές, μυρωμένες βιολέττες.

*Άρθρο του Νίκου Τσιφόρου που έφερε τον τίτλο «Το δέκατο τρίτο Ευαγγέλιο» και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» τη Μεγάλη Πέμπτη 6 Απριλίου 1961.

 

Βαγγέλης Στεργιόπουλος

in.gr