Ορειβατική ομάδα Βέροιας "Τοτός": Πολύωρη ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή του Πίνοβου, την "Κορφούλα"

-

«Η αυτοπεποίθηση και η τόλμη είναι δύο αναγκαίοι όροι κάθε μεγάλης προσπάθειας.» (Ευβουλίδης)

Περιγραφή - φωτογραφίες:  Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Σεπτέμβρης, πρώτος μήνας φθινοπώρου.

Στο ημερολόγιο έγραφε : 19-09-2021, μέρα Κυριακή.

Συγκεντρωθήκαμε, τα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός», στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης έτοιμοι για μία ακόμη κυριακάτικη ορειβατική μας εξόρμηση.

Τα ρολόγια δείχνανε 06.00΄ π.μ.

Έξω ακόμη σκοτάδι (φωτ. 1).

1

Ο ουρανός με ελάχιστα συννεφάκια.

Ξεκινούσε μια καινούργια μέρα.

Ξεκινούσαμε και εμείς, για ένα ακόμη ραντεβού μας με τη φύση.

Ετοιμαστήκαμε χωρίς καμιά καθυστέρηση, επιβιβαστήκαμε στο αυτοκίνητο και αφού είπαμε ένα: «γεια!!» στη βαβούρα της κάθε μέρας, στους κουραστικούς θορύβους της πόλης, στα «πρέπει» της καθημερινότητας…φύγαμε παίρνοντας το δρόμο που οδηγούσε στην απόδραση, στην ελεύθερη επιλογή δράσης, στην ικανοποίηση των ‘‘θέλω’’ μας.

Αφήσαμε πίσω μας την πόλη της Βέροιας, που ακόμη κοιμόταν, και πήραμε τον επαρχιακό με κατεύθυνση προς Σκύδρα Ν. Πέλλας.

Στη συνέχεια θα συνεχίζαμε για το Αετοχώρι Αριδαίας, που θα ήταν και ο τελικός οδικός προορισμός μας.

Από το μικρό εκείνο ορεινό χωριό θα ξεκινούσαμε την προγραμματισμένη κυριακάτικη ορειβατική μας δραστηριότητα, που προέβλεπε: «Ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή του βουνού Πίνοβο, την ‘‘Κορφούλα’’ (υψ. 2.154 μ).» (φωτ. 2).

Οι ενδείξεις στο κοντέρ του αυτοκινήτου «τρέχανε». Θέλαμε, όμως, κάποια χιλιόμετρα ακόμη  για να φτάσουμε στο χωριουδάκι.

Μετά την Αριδαία, τα πάντα στο γύρω τοπίο  άρχισαν να παίρνουν σχήμα και να ξεχωρίζουν με το πρώτο φως της μέρας.

Από τα στροφηλίκια του ανηφορικού ασφαλτόδρομου, που ακολουθούσαμε, μπορέσαμε να δούμε ένα τμήμα του ορεινού όγκου της ορειβατικής μας κυριακάτικης δραστηριότητας. Άρχιζε να ξεχωρίζει στα αριστερά μας όπως ανεβαίναμε (φωτ. 3).

Κοντεύαμε στον οδικό προορισμό μας.

Χρειαστήκαμε μία ώρα οδήγησης και να διανύσουμε μία απόσταση 90 περίπου χιλιομέτρων για να βρεθούμε από την Βέροια στους πρόποδες του βουνού Πίνοβο και συγκεκριμένα στα 680 μέτρα υψόμετρο, εκεί που «φωλιάζει», περιτριγυρισμένο από ένα πανέμορφο μικτό δάσος, το μικρό χωριό Αετοχώρι Ν. Πέλλας με λιγοστούς μόνιμους κατοίκους.

Σταθμεύσαμε το αυτοκίνητό μας πριν το πλακόστρωτο της όμορφα διαμορφωμένης πλατειούλας με τον χαρακτηριστικό υπεραιωνόβιο πανύψηλο πλάτανο στο κέντρο της και στο βάθος το κτίριο που στεγάζει τον τοπικό Πολιτιστικό Σύλλογο (φωτ. 4).

Το 2018 στην πλατειούλα προστέθηκε και ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο.

Ένα από τα δύο ορεινά πυροβόλα, που «αναπαύονταν» για 92 χρόνια στα 2.070 μέτρα υψόμετρο της συνοριακής κορυφογραμμής του Πίνοβου, τοποθετήθηκε, στις 11 Αυγούστου 2018, σε μια γωνιά της σαν συμβολική υπενθύμιση της τοπικής ιστορίας και της ιστορίας των «κανονιών της κορυφής» (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος).

Το κανόνι αυτό, που απομακρύνθηκε από την κορυφογραμμή το 2009 για να συμπληρώσει τα εκθέματα του Στρατιωτικού Μουσείου Χρωμοναστηρίου Ρεθύμνου, επέστρεψε στο Αετοχώρι μετά από αίτημα στο ΓΕΣ και την συνεχή προσπάθεια του τοπικού συλλόγου (φωτ. 5).

Παντού η πρωινή ησυχία.

Η ανθρώπινη παρουσία απούσα.

Μόνο κάποια σκυλιά, που μόλις μας αντιλήφθηκαν, ξεπρόβαλλαν από τα δρομάκια και τρέξανε προς τη μεριά μας κουνώντας τις ουρές τους και «καλωσορίζοντάς» μας με το χαρούμενο γάβγισμά τους.

Τα ονομάσαμε, εδώ και χρόνια, σκυλιά-«ορειβάτες» γιατί είχαν τη συνήθεια να ακολουθούν τις ομάδες ορειβατών που επισκέπτονται την περιοχή.

Ήταν μία όμορφη και ξεχωριστή «υποδοχή» μας στο μικρό οικισμό των μόλις 20 κατοίκων.

Τα χαϊδέψαμε και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη δική μας πολύωρη ορειβατική δραστηριότητα της μέρας.

Ο καιρός καλός, ο ουρανός με λιγοστά συννεφάκια και η μυρωδιά του υγρού μαρτυρούσε τη βροχή που είχε προηγηθεί.

Επειδή το βουνό είναι απρόβλεπτο και οι καιρικές συνθήκες στον ορεινό όγκο μεταβάλλονται από τη μια στιγμή στην άλλη, συμπληρώσαμε στα σακίδιά μας τα πιο απαραίτητα.

Αφού ετοιμαστήκαμε, ο Θανάσης ενεργοποίησε το GPS για την καταγραφή της διαδρομής και την αποθήκευση στοιχείων που θα μάς ήταν χρήσιμα μελλοντικά.

Άνοιξα τον ασύρματο για κάθε ενδεχόμενο και περιμέναμε το νεύμα του 80+ αρχηγού μας για το ξεκίνημα.

Μόλις ο Τοτός έκανε την κίνηση που περιμέναμε, «διαγράψαμε» από το…μυαλό μας όλες εκείνες τις άχρηστες προηγούμενες σκέψεις που το βάραιναν και το «θέσαμε» σε ετοιμότητα να «δεχτεί», στον ελεύθερό του πλέον χώρο, όλες εκείνες τις όμορφες στιγμές που θα βιώναμε και τις εικόνες που θα αντικρίζαμε.

Ξεκινήσαμε.

Μαζί μας και τα δύο σκυλιά-«ορειβάτες».

Περάσαμε δίπλα από το μεγαπλάτανο της πλατείας και το κτίσμα του Πολιτιστικού Συλλόγου, που ήταν υπό ανακαίνιση.

Φτάνοντας στον μισογκρεμισμένο πέτρινο τοίχο με την κίτρινη μεταλλική πινακίδα, που είχε τοποθετηθεί -στο σημείο- από τον Ορειβατικό Σύλλογο Αριδαίας, ακολουθήσαμε τα σημάδια της σήμανσης του μονοπατιού (φωτ. 6 και 7).

Στην πινακίδα είχε πληροφορίες για τα υψόμετρα των ψηλότερων κορυφών του βουνού και τον απαιτούμενο χρόνο ανάβασης προς αυτές.

Για την κορυφή του προορισμού μας έγραφε: « ‘‘Κορφούλα’’ υψ. 2.154 μ…χρόνος 6 ώρες».

Προχωρήσαμε έχοντας τον χρόνο αυτόν σαν μέτρο σύγκρισης με το «δικό μας» που θα μάς χρειάζονταν προκειμένου να πραγματοποιήσουμε την ανηφορική διαδρομή από το Αετοχώρι μέχρι τα 2.154 μέτρα υψόμετρο.

Βγαίνοντας από το χωριό ακολουθήσαμε το χωμάτινο δρόμο.

Μπροστά μας, πέρα στο βάθος, άρχιζε να ορθώνεται, σαν ένα γιγάντιος τοίχος, ο επιβλητικός ορεινός όγκος που θα μας «φιλοξενούσε» στα άγρια και βραχώδη τοπία του, στις κατάφυτες πλαγιές του και τις μυτερές κορυφές του.

Βλέπαμε, από το σημείο που βρισκόμασταν, ένα τμήμα της μεγάλης σε μήκος κορυφογραμμής του φυσικού συνόρου που χωρίζει την Ελλάδα από την γειτονική χώρα των Σκοπίων.

Την κορυφογραμμή εκείνη του βουνού θα την περπατούσαμε για να φτάσουμε στην κορυφή του προγραμματισμένου προορισμού μας.

Η απόσταση που διανύσαμε από την πλατειούλα μέχρι το κίτρινο βέλος στον κορμό μιας βελανιδιάς, που συναντήσαμε στα δεξιά μας, δεν ήταν μεγάλη (φωτ. 8, 9, 10).

Στο σημείο εκείνο αφήσαμε τον χωματόδρομο και μπήκαμε, ακολουθώντας την κίτρινη σήμανση, στο ανηφορικό μονοπάτι που περνούσε μέσα από δρυόδασος.

Το πέρασμά μας μέσα από θάμνους και βελανιδιές σύντομο.

Συντροφιά μας και οι τετράποδοι «συνοδοιπόροι», που μάς ακολουθούσαν.

Χρειαστήκαμε ελάχιστα μόλις λεπτά της ώρας για να συναντήσουμε το δασικό δρόμο, που ξεκινούσε από το χωριό και κατέληγε στις ορεινές βοσκές εκεί ψηλά στο βουνό (φωτ. 11, 12).

Βγαίνοντας από το μονοπάτι, αντικρίσαμε μπροστά μας ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα.

Ήταν κάποτε Στρατιωτικό Φυλάκιο.

Το προσπεράσαμε και ακολουθήσαμε το δασικό δρόμο με κατεύθυνση προς τις κορυφές.

Στη συνέχεια προσπεράσαμε και το μονοπάτι, στα δεξιά του χωμάτινου δρόμου, που οδηγούσε στο τοπωνύμιο ‘‘Θεοτόκος’’, σύμφωνα με την ένδειξη της ξύλινης πινακίδας-βέλος.

Συνεχίσαμε την ανηφορική πορεία μας.

Λίγο πιο πάνω συναντήσαμε μια μεταλλική μπάρα, κίτρινου χρωματισμού, που θα χρησίμευε κάποτε για τον έλεγχο από τους συνοριακούς φύλακες των διερχόμενων, από το σημείο εκείνο, αυτοκινήτων (φωτ. 13, 14, 15).

Συνεχίσαμε την ανηφορική πορείας μας ακολουθώντας τη σήμανση του μονοπατιού.

Η διαδρομή μας μέχρι το ρυάκι στο ‘‘Παραμαγούλα Ρέμα’’ είχε εναλλαγές: περπατήσαμε χωματόδρομο –στη συνέχεια ένα κοφτό μονοπάτι – και καταλήξαμε σε χωμάτινο πάλι δρόμο.

Στο βραχώδη κομμάτι του κοφτού μονοπατιού περάσαμε δίπλα από έναν χαρακτηριστικό ογκώδη βράχο, τριγωνικού σχήματος, με μια διαμπερή σπηλιά ανοιγμένη από ανθρώπινο χέρι.

Το άνοιγμα της εισόδου στη σπηλιά μεγάλο. Στο εσωτερικό της χωράνε δεκάδες άτομα και στο τέρμα της έχει ένα μικρό άνοιγμα που βλέπει προς τον κάμπο της Αλμωπίας.

Στη συνέχεια περάσαμε μέσα από ένα στένωμα του χωμάτινου δρόμου, που το σχημάτιζαν ο σχεδόν κάθετος επιβλητικός βράχος από τη μεριά της απότομης πλαγιάς του βουνού και η ψηλή σκουριασμένη, από τον φθοροποιό χρόνο, περίφραξη από τη μεριά της ρεματιάς (φωτ. 16-19).

Η πορεία μας στο χωματόδρομο κατηφορική και σύντομη.

Φτάσαμε στο άνυδρο ρυάκι του ‘‘Παραμάγουλα Ρέματος’’.

Το περάσαμε και λίγα μόλις μέτρα πιο πέρα συναντήσαμε τον «πέτρινο κούκο», μία στήλη δηλαδή από πέτρες -η μία πάνω στην άλλη, που είχαν τοποθετήσει ανθρώπινα χέρια-.

Στο σημείο υπάρχουν και κόκκινα σημάδια στους βράχους.

Ο «κούκος» αυτός και τα κόκκινα σημάδια, στα δεξιά του δρόμου, σηματοδοτούσαν την είσοδο στο μονοπάτι που έπρεπε να ακολουθήσουμε.

Έτσι, βγήκαμε από το χωμάτινο δρόμο και μπήκαμε στο μονοπάτι.

Η πορεία μας πλέον ανηφορική και απαιτητική.

Η κλίση του μονοπατιού ολοένα μεγάλωνε και η γεωμορφολογία του μεταβαλλόταν όσο το ανεβαίναμε.

Το πέρασμά του απαιτούσε κουράγιο, επιμονή και δύναμη στα πόδια.

Το ευχάριστο είναι ότι βρεθήκαμε μέσα σε πυκνή βλάστηση ενός μεικτού δάσους. Κέδρα, θάμνοι, πανύψηλες φτέρες, φυτικά τούνελ. Πραγματική ζούγκλα.

Η μυρωδιά του υγρού έντονη και στα φύλλα υπήρχαν ακόμη σταγόνες βροχής της νύχτας.

Τα σημάδια του φθινοπώρου άρχιζαν να γίνονται εμφανή. Το χρυσοκίτρινο διαδεχόταν το πράσινο των φυλλωμάτων.

Οι εικόνες δεκάδες και διαφορετικές σε κάθε μας βήμα.  Δεν ξέραμε που να πρωτοταξιδέψουμε τη ματιά μας.

Το δάκτυλο στη «σκανδάλη» της ψηφιακής σε ετοιμότητα.

Τα «κλικ», που «αιχμαλώτιζαν»  τις εικόνες αυτές στον αποθηκευτικό χώρο της ψηφιακής μνήμης, ασταμάτητα (φωτ. 20, 21, 22).

Φτάσαμε στο δεύτερο ρέμα, εκεί που υπάρχει πηγή με τρεχούμενο νερό.

Η εικόνα που αντικρίσαμε απογοητευτική.

Τα ορμητικά νερά της ρεματιάς, που χαροποιούσαν τον οδοιπόρο στο άκουσμα της ροής τους, και το δροσερό νεράκι της πηγής, που τον ξεδιψούσε, απουσίαζαν.

Ένα δυσάρεστο αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής και της συνεχούς ανομβρίας.

Βρισκόμασταν, πλέον, στο πυκνό δάσος με πυκνές πανύψηλες οξιές.

Το μονοπάτι που ακολουθούσαμε ανηφορικό, φανταστικό, καθαρό, πολυπερπατημένο.

Περπατούσαμε μέσα σε καταπράσινο, ακόμη, σκοτεινό και δροσερό φυτικό «τούνελ», που μάς δρόσιζε τα σπλάχνα και μάς ξυπνούσε το νου.

Η σήμανση πολύ καλή (φωτ. 23, 24, 25).

Το δάσος όμως σιωπούσε. Παντού η απόλυτη ησυχία.

Τρεχούμενα νερά δεν ακούγονταν. Τα κελαηδίσματα των πουλιών απουσίαζαν.

Σέβονταν μάλλον την…ξεκούραση…του οικοδεσπότη που τα φιλοξενούσε.

Μία σιωπή που μας έκανε να θέλουμε να βλέπουμε μόνο και να μη μιλάμε.

Το θρόισμα των πεσμένων χρυσοκίτρινων φύλλων από το πέρασμά μας και ο ήχος που προκαλούσε το μεταλλικό μπατόν, ακουμπώντας σε βράχο ή σε πέτρα, κάνανε τη διαφορά στο όλο σιωπή γύρω σκηνικό.

Εικόνες, εικόνες, εικόνες. Αμέτρητες σε κάθε μας βήμα, που ευχαριστούσαν το μάτι στο αντίκρισμά τους.

Συνεχίζαμε.

Μάς ακολουθούσε, ακόμη, η ανοιχτόχρωμη τετράποδη κουκλίτσα.

Ήταν μπροστά μου. Παρατηρούσα την κάθε της κίνηση.

Κάποια στιγμή την είδα να κοντοστέκεται και να κοιτάζει προς την πλαγιά μυρίζοντας την ατμόσφαιρα.

Κάτι θα είχε αντιληφτεί, κάτι θα μυρίστηκε.

Υποψιαζόμασταν ότι μέσα στο δάσος και σε κάθε μας βήμα κάποια μάτια κρυμμένων αγριμιών θα μάς παρακολουθούσαν.

Αγρίμια του δάσους, την παρουσία των οποίων εμείς δεν έχουμε την ικανότητα να την αισθανθούμε. Το μπορούσε όμως η χαριτωμένη «συνοδοιπόρος» μας.

Μετά από κάποια δευτερόλεπτα συνέχισε ακολουθώντας τον Θανάση.

Ανηφορίζαμε.

Στο κομμάτι της διαδρομής με μεγάλη κλίση αναγκαστήκαμε να περπατήσουμε πάνω στις ροδιές που άφησε τροχοφόρο.

Ακολουθούσαν την πορεία του μονοπατιού και το κατέστρεψαν τα φαρδιά τρακτερωτά λάστιχα κάποιου μηχανήματος που είχε περάσει από εκεί.

Το κάποτε μονοπάτι και στενό πλέον δρομάκι, δημιούργημα των υλοτόμων, ήταν κυριολεκτικά οργωμένο.

Εάν πατούσαμε στο αφράτο θα βούλιαζαν τα πόδια μας μέσα στη σκόνη δυσκολεύοντάς μας κατά πολύ στην ανάβασή της πλαγιάς.

Ευτυχώς είχε βρέξει το βράδυ και δεν σκονιστήκαμε.

Η προσπάθεια ανάβασης στο σημείο εκείνο ήταν πολύ απαιτητική.

Επιτέλους, κάποια στιγμή το «μαρτύριο» έφτασε στο τέλος του.

Βγήκαμε στο δασικό δρόμο με τους στοιβαγμένους κορμούς κομμένων δένδρων και αποφασίσαμε να σταματήσουμε για μια ανάσα (φωτ. 26).

Δεν καθυστερήσαμε πολύ, μάς περίμενε πολύωρη ακόμη πορεία μέχρι την κορυφή.

Εγκαταλείψαμε το δασικό δρόμο και ξαναμπήκαμε στο μονοπάτι, στα δεξιά μας.

Ανηφορίζαμε.

Οι κουβέντες μας λιγοστές, καθώς το πνεύμα γαλήνευε και συντονιζόταν με το περιβάλλον του δάσους.

Ήμασταν μακριά από το κάθε τι της πόλης και θέλαμε να χαρούμε αυτό που ζούσαμε εκείνη τη στιγμή.

Απαλλαγμένοι από το βάρος των σκέψεων της άχαρης καθημερινότητας και ζώντας όλο αυτό που μας περιτριγύριζε δεν αισθανόμασταν βάρος στα πόδια μας και ας ανηφορίζαμε κοντά στις δύο ώρες.

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 40 λεπτά ανηφορικής πορείας για να βρεθούμε από το Αετοχώρι στα 1.356 μ. υψόμετρο.

Φτάσαμε στο ξέφωτο με σάρα σε μια πλαγιά με μεγάλη κλίση.

Στο σημείο εκείνο το υποχρεωτικό πέρασμά μας ήθελε πολύ προσοχή, γιατί το μονοπάτι στην απότομη  πλαγιά  ήταν πολύ στενό και το έδαφος υποχωρούσε σε κάθε μας πάτημα ( φωτ. 27, 28).

Περάσαμε και αυτό το φυσικό εμπόδιο και ξαναμπήκαμε σε δάσος οξιάς.

Το πέρασμά μας από το κομμάτι εκείνο της διαδρομής σύντομο.

Το δάσος άρχισε, βήμα με βήμα, να αραιώνει.

Φάνηκε και το τμήμα της κορυφογραμμής που στη συνέχεια θα περπατούσαμε για να φτάσουνε στην κορυφή του προορισμού μας (φωτ. 29).

Τα δένδρα όσο προχωρούσαμε λιγόστευαν και οι πρώτοι βράχοι άρχισαν να ξεπροβάλλουν υπενθυμίζοντάς μας πως από δω και πέρα μπαίναμε στο βασίλειο των βράχων, των αλπικών λιβαδιών και των ανέμων (υψ. 1.475 μ).

Ο καιρός με τα παιχνίδια του. Ήλιος-συννεφιά-ήλιος…και πάει λέγοντας.

Αφήνοντας πίσω μας το δάσος οξιάς  και προχωρώντας ψηλότερα το σκηνικό άλλαζε.

Δεν ξέραμε προς τα που να κοιτάξουμε, τι να πρωτοθαυμάσουμε.

Οι φωτογραφικές «πήραν» φωτιά και τα «κλικ» της λήψης ασταμάτητα.

Όσο πλησιάζαμε προς την αλπική ζώνη του βουνού, ένα κατάμαυρο και θεόρατα βράχινο τοίχος άρχιζε να ορθώνεται επιβλητικά μπροστά μας. Ο όγκος του, η σχεδόν κάθετη πλαγιά του και η επιβλητικότητά του τράβηξαν τα βλέμματά μας πάνω του.

Ήταν ο «Μαύρος Βράχος» που μας εντυπωσίαζε στη θέα του ( φωτ. 30, 31).

Συνεχίζαμε την ανηφορική πορεία μας.

Όσο προχωρούσαμε, τόσο τα αλπικά λιβάδια απλώνονταν γύρω μας.

Εδώ, πλέον, δένδρα δεν υπάρχουν. Σε όλη την πλαγιά επικρατεί η ποώδης βλάστηση.

Βλέπαμε, επιτέλους, νερά που τρέχανε παντού και ρυάκια που δεν ήταν δυνατόν να μετρηθούν.

Το χορταριασμένο έδαφος ήταν υγρό.

Και να!!! Η σαλαμάνδρα της φωτιάς (Salamandra salamandra) μπροστά μας.

Το μικρό ερπετό που ανήκει στην ομάδα των αμφίβιων, με το χαρακτηριστικό μαύρο γυαλιστερό δέρμα του και τις κίτρινες πιτσιλιές, με αργές κινήσεις προσπαθούσε να κρυφτεί (φωτ. 32).

Την αφήσαμε στην ησυχία της και συνεχίσαμε την ανοδική πορεία μας ακολουθώντας την κίτρινη σήμανση που αντικρίζαμε στους βράχους.

Στο κομμάτι της διαδρομής που ανηφορίζαμε, εκείνο που έκανε τη διαφορά ήταν οι σκορπισμένοι παντού ογκόλιθοι διάφορων μεγεθών.

Το όλο σκηνικό που βλέπαμε γύρω μας το συμπλήρωναν και οι δεκάδες πανύψηλοι βράχοι διάφορων σχημάτων.

Κοντεύαμε σε έναν από αυτούς.

Ήταν ο σκουρόχρωμος με το χαρακτηριστικό τριγωνικό σχήμα του, που τον βλέπαμε μπροστά μας.

Στη βάση του τριγωνικού αυτού βράχου, εκεί που διασταυρώνεται το μονοπάτι που ακολουθούσαμε με ένα άλλο που οδηγεί προς το τοπωνύμιο «Πευκάκια», υπάρχει η τελευταία πηγή της αλπικής ζώνης.

Χρειαστήκαμε να κάνουμε μία συνεχή απαιτητική ανηφορική πορεία διάρκειας δύο ωρών και 15 λεπτών για να φτάσουμε από το Αετοχώρι στα 1.564 μέτρα υψόμετρο, στο σημείο δηλαδή με την πηγή (φωτ. 33, 34, 35).

Ολιγόλεπτη στάση για να συμπληρώσουμε τα παγούρια μας με κρύο νερό.

Βρισκόμασταν στην «Κοιλάδα των Βράχων» με τους ογκόλιθους παντού και τον ορεινό όγκο που ορθωνόταν επιβλητικά στα αριστερά μας, λες και ήθελε να ακουμπήσει τον ουρανό.

Κοιτάζοντας δεξιότερα του «Μαύρου Βράχου»  καταφέραμε να διακρίνουμε την δεύτερη σε ύψος κορυφή του βουνού, εκείνη δηλαδή με το τοπωνύμιο «Βίσογκραντ» (υψ.  2.150 μ.) [φωτ. από 36 έως και 40].

Φωτογραφίες και ήμασταν έτοιμοι για το επόμενο κομμάτι της ακόμη πιο απαιτητικής διαδρομής. Εκείνης δηλαδή που απαιτούσε θέληση, κουράγιο, επιμονή και δύναμη στα πόδια.

Πήραμε βαθιές ανάσες  και με τα λόγια ενός σοφού στο μυαλό μας: « Όταν τα πάντα σου φαίνονται βουνό…σκέψου την καταπληκτική θέα που θα αντικρίσεις από την κορυφή.», ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε την πλαγιά με τη μεγάλη κλίση.

Περάσαμε τον βράχο με την πηγή, που τον είχαμε στα δεξιά μας, και ανηφορίζαμε με την εικόνα του γκριζωπού βραχώδη τοίχου της κορυφογραμμής με τις μυτερές απολήξεις των κορυφών, που τον βλέπαμε στα αριστερά μας.

Συνεχίζαμε να ακολουθούμε τα κίτρινα σημάδια της σήμανσης του μονοπατιού.

Η πορεία μας «ζιγκ-ζαγκ», τα βήματα αργά και οι ανάσες μας βαθιές.

Κοντεύαμε στα 1.850 περίπου μέτρα υψόμετρο, εκεί που διασταυρώνονται μονοπάτια.

Άρχισε να φυσάει. Φορέσαμε τα αντιανεμικά μας και συνεχίσαμε.

Κοιτάζοντας πίσω μας, βλέπαμε το μονοπάτι-«ζιγκ-ζαγκ» που περπατήσαμε ανεβαίνοντας, το κομμάτι της διαδρομής που κάναμε στην ‘‘Κοιλάδα των Βράχων’’ και πέρα στο βάθος, χαμηλά, τον κάμπο της Αλμωπίας Νομού Πέλλας. Μπορέσαμε να διακρίνουμε και το βουνό Πάϊκο (φωτ. 41, 42).

Φτάσαμε στη διασταύρωση μονοπατιών, στα 1.850 περίπου μέτρα υψόμετρο.

Αφήσαμε το μονοπάτι, στα δεξιά μας, εκείνο δηλαδή που οδηγούσε προς την κορυφή «Καλόγερος» (την τρίτη σε ύψος κορυφή του βουνού) και συνεχίσαμε το κλασικό, με πορεία αριστερά, που οδηγούσε στο διάσελο του «Βίσογκραντ» (φωτ. 43).

Μας ακολουθούσε, ακόμη, το τετράποδο ομορφοκόριτσο.

Το κομμάτι της διαδρομής μας πετρώδες και το μονοπάτι ευδιάκριτο.

Στα αριστερά μας, τα σκαμμένα  κατά μήκος του μονοπατιού χαρακώματα, σημάδια πολέμων (φωτ. 44).

Και στα δεξιά μας, η σάρα που απλώνεται στη βάση της 2ης σε ύψος κορυφής του βουνού.

Φτάσαμε στο διάσελο.

Χρειαστήκαμε τρείς ώρες και 15 λεπτά ανηφορικής πορείας για να φτάσουμε από το χωριό στο σημείο εκείνο (φωτ. 45, 46).

Από δω και πέρα θέλαμε πολύ δρόμο ακόμη για τον προορισμό μας.

Θα έπρεπε να διασχίσουμε ένα ακόμη μεγαλύτερο, σε μήκος, τμήμα της κορυφογραμμής του βουνού για να μπορέσουμε να φτάσουμε στην ψηλότερη κορυφή του, την «Κορφούλα» (υψ. 2.156 μ).

Σε γενικές γραμμές η κορυφογραμμή αυτή δεν έχει μεγάλα ανεβοκατεβάσματα, έχει όμως μεγάλο ανάπτυγμα που φτάνει τα 5 με 6 περίπου χιλιόμετρα (φωτ. 47).

Φυσούσε αέρας. Τα σύννεφα πηγαινοέρχονταν. Έδειχνε ότι το «πάει» για βροχή.

Συνεχίσαμε απτόητοι.

Στη διαδρομή μας η παρουσία του «γιγάντιου προϊστορικού Μαμούθ» τράβηξε την προσοχή μας (είπαμε, η φαντασία μας στο βουνό…οργίαζε).

«Υποκλίθηκε» με…σεβασμό στο πέρασμά μας, «βλέποντας» την προσπάθεια που καταβάλουμε σε μια τόσο απαιτητική διαδρομή (φωτ. 48).

Το μονοπάτι που ακολουθούσαμε συνέχιζε περνώντας από αλπικά χορτολίβαδα.

Θάμνοι και δένδρα απουσίαζαν από όλο το γύρω τοπίο.

Από το μονοπάτι βλέπαμε ένα τμήμα της περιοχής της γειτονικής χώρας των Σκοπίων.

Η πορεία μας πολύωρη και το μεγαλύτερο κομμάτι της διαδρομής το περπατήσαμε δίπλα στα Ελληνοσκοπιανά σύνορα.

Την ύπαρξη συνοριακής γραμμής μαρτυρούσαν τα τσιμεντένια κολωνάκια που συναντούσαμε.

Κοιτάζοντας πίσω μας διακρίναμε τη διαδρομή που κάναμε από το διάσελο μέχρι το σημείο που βρισκόμασταν.

Μπορέσαμε, επίσης, να δούμε και κάποιες κορυφές, όπως: «Βίσογκραντ», «Δοκάρι», «Μικρή Τζένα», «Μεγάλη Τζένα» (φωτ.49, 50, 51).

Η πορεία μας χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία.

Στο μεγαλύτερο τμήμα της κορυφογραμμής πατούσαμε πάνω στο πυκνό χορτάρι των ορεινών χορτολίβαδιων.

Άρχισε να βρέχει. Φορέσαμε τα αδιάβροχά μας και συνεχίσαμε.

Η εικόνα του γύρω τοπίου γενικά αδιάφορη.

Τα ελάχιστα πολύχρωμα κομμάτια που συναντήσαμε δεν ήταν αρκετά για να καταφέρουν να κάνουν το σκηνικό ενδιαφέρον.

Κατά τη διάρκεια της διάσχισης της κορυφογραμμής και μέχρι να φτάσουμε στην κορυφή του προορισμού μας συναντήσουμε παλιές οχυρωματικές θέσεις, χαρακώματα, πολεμικό υλικό.

Όλα δείγματα των σφοδρών μαχών που έλαβαν χώρα στην περιοχή ( φωτ. 52, 53, 54).

Περάσαμε και από τη θέση που «φιλοξενούσε» για 92 χρόνια τα…«κανόνια του Πίνοβου». Το ένα από αυτά βρίσκεται στην πλατειούλα του χωριού. (Έκανα σχετική αναφορά σε κάποιο σημείο της αρχής του κειμένου μου).

Η βροχή σύντομη. Οι αέρηδες απομάκρυναν τα πυκνά φορτωμένα με νερό σύννεφα.

Είπαμε, στο βουνό όλα είναι απρόβλεπτα.

Φάνηκε η κορυφή. Κοντεύαμε (φωτ. 55).

Μετά την πολύ μακρινή και κοπιαστική διάσχιση της κορυφογραμμής, κάνοντας μια πορεία σχήματος πετάλου, φτάναμε επιτέλους στον προορισμό μας..

Χρειαστήκαμε τέσσερις ώρες και 50 λεπτά ανηφορικής πορείας για να φτάσουμε από το Αετοχώρι στην ψηλότερη κορυφή του βουνού Πίνοβο, την ‘‘Κορφούλα’’.

Μαζί μας και η χαριτωμένη σκυλίτσα-«ορειβάτισσα» (φωτ. 56, 57).

Παραβγήκαμε με το βουνό, αναμετρηθήκαμε και με τον χρόνο ανάβασης -6 ώρες- που αναφέρεται στην κίτρινη μεταλλική πινακιδούλα που τοποθετήθηκε στην πλατειούλα του χωριού από τον Σύλλογο Ορειβατών Αριδαίας, δοκιμάσαμε τις δυνατότητές μας και…νικήσαμε.

«Προσπαθήσαμε να ανεβούμε στην κορυφή για να δούμε τον…κόσμο και όχι για να μάς δει ο…κόσμος.» και τα καταφέραμε.

Στα 2.156 μέτρα υψόμετρο, επιφωνήματα χαράς, ανακούφισης, ικανοποίησης, θαυμασμού.

Στη συνέχεια καθίσαμε να ξεκουραστούμε, να χαλαρώσουμε, να απολαύσουμε το κολατσιό μας και να θαυμάσουμε την γύρω θέα από ψηλά.

Ταϊσαμε και την σκυλίτσα που μας ακολούθησε από το χωριό μέχρι την κορυφή.

Απολαμβάνοντας το κολατσιό μας βλέπαμε, κοιτάζοντας προς τα κάτω χαμηλά, τον κάμπο της Αλμωπίας, το χωριό Νότια, το χωριό Αετοχώρι και πάνω από τον κάμπο να ορθώνονται οι ορεινοί όγκοι της «Τζένα», του «Πάϊκου», του «Βόρρα» (Καϊμάκτσαλαν) (φωτ. 58).

Όμορφες εικόνες. Ένα καταπληκτικό «ταξίδι…ματιάς».

Ο καιρός άρχισε να χαλάει.

Αποφασίσαμε να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής.

Η ξεκούραση των 30 λεπτών μάς ήταν αρκετή.

Ολιγόλεπτη σύσκεψη και αποφασίσαμε σε κάποια κομμάτια της διαδρομής να μην ακολουθήσουμε το κλασικό μονοπάτι, αλλά να κάνουμε μικρές παρακάμψεις.

Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε (φωτ. 59).

Το μονοπάτι γνώριμο, το περπατήσαμε ανηφορίζοντας. Μόνο κάποιες διαφορές στα σημεία που το παρακάμπταμε.

Το ίδιο και οι εικόνες που αντικρίζαμε.

Διέφεραν αυτή τη φορά ως προς τη γωνία φωτισμού τους (φωτ. από 60 έως και 65).

Μετά από μία πολύωρη κατηφορική πορεία φάνηκαν τα πρώτα σπίτια του χωριού (φωτ. 66).

Χρειαστήκαμε 3 ώρες και 45 λεπτά πορείας για να συναντήσουμε κόσμο στην πλατειούλα του Αετοχωρίου.

Η παρουσία μας δεν πέρασε απαρατήρητη. Μάς κοιτούσαν με περιέργεια και μόλις μάθαιναν για τη δραστηριότητά μας στο βουνό μένανε με το στόμα ανοικτό.

Φτάνοντας στο αυτοκίνητο αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στη Βέροια.

Στο σημείο αυτό έφτασε στο τέλος της η μεγάλη μου δραστηριότητα στο βουνό μετά από μία πολύμηνη αποχή.

Άλλη μια κυριακάτικη ορειβατική εξόρμηση προστέθηκε στο «ορειβατικό μας βιογραφικό».

Φύγαμε από το Αετοχώρι με το «δημοσιογραφικό» μου «μπλοκάκι» γεμάτο από αμέτρητες στιγμές που βιώσαμε κατά την πολύωρη πορεία μας στο βουνό και τις μνήμες των ψηφιακών φωτογραφικών μου μηχανών γεμάτες από εκατοντάδες εικόνες που αντικρίσαμε.

«Ανεβαίνουμε στα βουνά, γιατί μας αρέσει να γίνουμε ένα με αυτά. Όχι για να τα σβήσουμε από τη λίστα μας και να δίνουμε συγχαρητήρια στον εαυτό μας, που κατακτήσαμε την κορυφή.» (Άγνωστος)

Απολογισμός:

Διαδρομή:  Αετοχώρι (υψ. 680 μ.) - «Κοιλάδα των Βράχων» - κλασικό μονοπάτι προς την ψηλότερη   κορυφή – διάσελο «Βίσογκραντ» – διάσχιση κορυφογραμμής - Ελληνοσκοπιανά σύνορα – κορυφή «Κορφούλα» (υψ. 2.156μ.) – επιστροφή.

Υψομετρική διαφορά: 1.750 μ. ( με τα ανεβοκατεβάσματα, ένδειξη GPS)

Απόσταση: 26 χλμ.  ( ένδειξη GPS)

Χρόνος: 9 ώρες και 05 λεπτά ( συνολικός χρόνος)

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 107 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

Ειδήσεις με Διάρκεια