Απόψεις

Δέκα χρόνια που (δεν) άλλαξαν τον κόσμο: Από τις γεμάτες πλατείες στα γεμάτα νοσοκομεία

———

Και ενώ πολλά έχουν ειπωθεί για τις πλατείες που γέμισαν, λίγα έχουν ειπωθεί για τις πλατείες που άδειασαν. Για το πώς ο κόσμος δέχτηκε τόσο παθητικά λίγο αργότερα το ίδιο μοτίβο στην πολιτική ζωή και στην καθημερινότητα του.


25 Μαΐου 2011. Συνέβη κάτι που η πλειοψηφία της αριστεράς δεν περίμενε ποτέ (με αποτέλεσμα ο συγγραφέας του άρθρου να κερδίσει ένα στοίχημα εκείνη τη μέρα). Οι πλατείες γέμισαν κόσμο, μετά από ένα απλό κάλεσμα στο διαδίκτυο. Έκτοτε έχουν γίνει πολλές αναλύσεις, πολλές διαμάχες για το τι ήταν ακριβώς το φαινόμενο αυτό. Πολλοί το αποτύπωναν ως κίνημα των πλατειών, άλλοι ως κινήματα των αγανακτισμένων, άλλοι το συνέδεσαν με τη Χρυσή Αυγή. Δέκα χρόνια μετά δεν έχει τόσο σημασία να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το τι ακριβώς έγινε εκείνο το χρονικό διάστημα.

Εξάλλου ο καθένας ξέρει τι έζησε και τι δεν έζησε εκείνες τις ημέρες. Ίσως η πλατεία συντάγματος ακολούθησε τη μοίρα του χεριού του αγάλματος του Κολοκοτρώνη όπως περιγράφει στο graphic novel του 21: Η μάχη της πλατείας, ο Soloup. Δείχνει και αυτή ό,τι ο άλλος θέλει να δει. Εκείνο όμως που αρχικά έχει αξία να αναρωτηθούμε είναι κάτι πιο απλό: μπορούμε άραγε να θυμηθούμε πώς ήταν οι ζωές μας πριν το 2011;

Όσο απλή και να φαίνεται η ερώτηση, είναι αρκετά δύσκολη. Πώς είναι να ζεις χωρίς το διαρκή φόβο και το άγχος της επόμενης μέρας; Πώς είναι όταν ήδη ζούσες υπό στενούς περιορισμούς, πλέον αναγκάστηκες να ζεις υπό το φόβο των πλειστηριασμών, της φυλακής, του να είσαι άστεγος, της αυτοκτονίας; Πέρασε μια δεκαετία αλλά είναι σα να πέρασε αιώνας ολόκληρος. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι οι πλατείες σηματοδότησαν το τέλος μιας εποχής. Αλλά δυστυχώς όχι το τέλος ενός κόσμου.

Και εδώ η συζήτηση πάλι έχει γίνει. Από το 2011 έως το 2015, την πτώση του τότε δικομματισμού και την άνοδο ενός νέου δικομματικού μοντέλου που επισφραγίστηκε με το δημοψήφισμα του 2015. Και εδώ άλλοι βλέπουν ήττα και συμβιβασμό, άλλοι προσαρμογή και νίκη, άλλοι μια αναμενόμενη εξέλιξη. Η συζήτηση και εδώ περικλείεται γύρω από το τι έκαναν όλοι εκείνη τη χρονική στιγμή, τι έζησαν τότε. Πιο μεγάλη όμως ουσία έχει να αναλογιστούμε το τι δεν κάναμε μετά, τι δε ζήσαμε μετά.

«και θα ‘λεγα “Εντάξει φίλε, μάλλον πλάκα κάνει ο Λουδοβίκος μας, ο άρχοντας, ο άναξ”, αν ο κόσμος δεν κατάπινε όλη μερα Xanax», Μιθριδάτης Για να μην τα χρωστάω

Γιατί η αλήθεια είναι πως ποτέ η κοινωνία δεν γύρισε ή δεν πλησίασε στην κοινωνική ισορροπία που υπήρχε πριν το 2010. Το 2010 η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, οι απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, η άγρια καταστολή, η ραγδαία αύξηση της κατάθλιψης και της αγχώδους διαταραχής, οι αυτοκτονίες ήταν περιστατικά που σόκαραν την κοινή γνώμη. Αυτό όχι μόνο δεν άλλαξε, αλλά πλέον θεωρείται και καθημερινότητα. Το πραγματικό πρόβλημα έλεγε ο Χατζηδάκης πως είναι όταν συνηθίζεις την ασχήμια του προσώπου του τέρατος. Για πολλά χρόνια πιστέψαμε ενδεχομένως πως το τέρας είμαστε εμείς.

Και αντί να αντισταθούμε στο πραγματικό τέρας, στο αδηφάγο σύστημα που λέγεται καπιταλισμός, συμβιβαστήκαμε με την ηττημένη εικόνα του εαυτού μας. Και ενώ πολλά έχουν ειπωθεί για τις πλατείες που γέμισαν, λίγα έχουν ειπωθεί για τις πλατείες που άδειασαν. Για το πώς ο κόσμος δέχτηκε τόσο παθητικά λίγο αργότερα το ίδιο μοτίβο στην πολιτική ζωή και στην καθημερινότητά του.

«Όλα στη διαφθορά και μες στην κάμφορα, δεν κάνει διαφορά η συμφορά και σφύρα αδιάφορα, τον κώλο σου σε αφορά να αγαπάς παράφορα, μη σου παίζει και η συνείδηση παιχνίδια διάφορα.», Μιθριδάτης Για να μην τα χρωστάω

Ζήτημα επιλογών θα μπορούσε να πει κάποιος. Μόνο που δεν ήταν ποτέ επιλογή κάποιου να διαλυθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Γιατί την ίδια περίοδο όλες οι πολιτικές αλλαγές και ανακατατάξεις συμπυκνώνονται στον τομέα της υγείας. Καταρχάς δε μιλάμε πλέον για υγεία, αλλά για παροχές υπηρεσιών υγείας. Δε μιλάμε για δημόσιο αγαθό, αλλά για εμπορεύσιμο προϊόν. Δε μιλάμε πλέον για μια ολιστική αντίληψη της επιστήμης αυτής με ολοκληρωμένα συστήματα πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας πρόληψης αλλά για τεμαχισμένα κομμάτια τα οποία μπαίνουν στο προκρούστειο κρεβάτι των επιβλεπόμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προϋπολογισμών.

Η λειτουργία του κάθε Τμήματος, της κάθε κλινικής, της κάθε εξέτασης και της κάθε διάγνωσης έλαβε μια τιμή κόστους. Μόνο που κανένας δε σκέφτηκε τότε πως πίσω από την τιμή κόστους κρύβονται ασθένειες, επιστήμονες και άνθρωποι που αγωνιούν για τη ζωή τους. Κανένας μέχρι που ήρθε ένας κακός παγκολίνος για να διαταράξει εκ νέου την καθημερινότητά μας το 2021.

«Η επικαιρότητα μέσα στο principality ψευτιλίσιους, σαν σάπιο show και reality. Σους, σιωπή και σώπαινε, η TV μιλάει τώρα είναι το πολίτευμα που έχει πια η χώρα. Πλούσια τα δώρα, ρεπορτάζ σπεκουλαδόρα βγαίνει στη φόρα, η παραπληροφόρα κάθε ώρα», Μιθριδάτης Για να μην τα χρωστάω

Μετά από δέκα χρόνια μνημονίων λοιπόν νοσοκομεία έκλεισαν, υποδομές καταργήθηκαν, χιλιάδες νέοι Γιατροί έφυγαν στο εξωτερικό, κενά έμειναν ακάλυπτα. Και την ίδια στιγμή το κράτος πανηγύριζε για τις αναδιαρθρώσεις, τα clawback, τα rebate, τις απολύσεις, και κάθε άλλη «τεχνοκρατική» μπούρδα σέρβιραν εκείνη την περίοδο. Το ίδιο συνέχισαν να κάνουν και με την έλευση της πανδημίας. Ψεύτικες καμπύλες, πειραγμένες στατιστικές, και πανηγυρισμοί. Για πιο πράγμα; Την ίδια στιγμή που κάθε επιδημιολογική μελέτη έδειχνε την αύξηση των ψυχικών νοσημάτων, της χρήσης αντίστοιχων σκευασμάτων και ο κόσμος ήταν κλεισμένος αναγκαστικά στο σπίτι του, για ποια επιτυχία ακριβώς πανηγύριζαν;

Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο στο οποίο το μόνο αληθινό και με θετικό πρόσημο που βγαίνει στα συστημικά κανάλια να είναι ο Παυλάρας από το Masterchef, μια όαση επιπέδου, ταλέντου, ένας άντρας πρότυπο ανάμεσα σε ένα κόσμο γεμάτο με Λοβέρδους και Χαρδαλιάδες. Την ίδια στιγμή των πανηγυρισμών ο κόσμος πλέον συγκεντρώνεται στα νοσοκομεία. Τα οποία όμως είναι άδεια από προσωπικό, από εξοπλισμό, από κοινωνική πολιτική. Και όλα τα κενά αυτά προσπαθεί η κυβέρνηση να τα γεμίσει με εντέλλεσθε. Είναι όλα αυτά άξια πανηγυρισμών;

Φυσικά και όχι. Γιατί να πανηγυρίσει κάποιος για το γεγονός πως η κυβέρνηση προτίμησε να κλείσει τα πάντα αντί να προμηθευτεί διαγνωστικά τεστ και να δημιουργήσει δομές; Γιατί να πανηγυρίσει κάποιος που η κυβέρνηση άνοιξε τα πάντα μόνο για τον τουρισμό, χωρίς να έχει δημιουργήσει καμιά δομή και χωρίς να έχει κάνει προσλήψεις; Και ενώ κανένας δε θα πανηγυρίσει, πολλοί θα τους ξαναψηφίσετε. Και όταν εμφανισθεί η επόμενη κρίση, θα πείτε: μα δε μας ρώτησε και κανένας αν θέλουμε να γίνει αυτό. Και θα λέτε αλήθεια. Κανένας δε σας ρώτησε και κανένας δεν πρόκειται να σας ρωτήσει κάτι τόσο συγκεκριμένο. Πάντα θα σας πουλάνε ελπίδα και εσείς θα αγοράζετε όνειρα. Όχι γιατί τους πιστεύετε, αλλά γιατί πιστεύετε ότι αυτό σας αξίζει.

Παλιά, την εποχή αυτής της δεκαετίας που δεν άλλαξε τελικά τον κόσμο των αφεντικών, αλλά διέλυσε τον δικό μας, πίστευα ότι ο καθένας δεν κρίνεται από αυτό που λέει ή σκέφτεται αλλά από τις επιλογές του. Αν κάτι μου έμαθε αυτή η δεκαετία είναι πως αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος. Και μια πολύ καλή δικαιολογία. Γιατί δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω για να αλλάξεις ό,τι θεωρείς πλέον ότι έκανες λάθος, δεν μπορείς να ξυπνήσεις ένα πρωί και να κερδίσεις χρόνο, ανθρώπους και ευκαιρίες. Δεν είμαστε οι επιλογές μας λοιπόν. Είμαστε όμως οι μάχες που επιλέγουμε να δώσουμε και οι μάχες που αφήνουμε. Γιατί είναι οι μάχες αυτές που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας, τη ζωή μας, τις αρχές μας, είναι οι μάχες που βάζουν τα όρια στο πόσο επιτρέπουμε να τεμαχίσουμε τον εαυτό μας και την κοινωνία. Γιατί την ίδια στιγμή που το σύστημα υγείας κατέρρεε, οι κομμουνιστές, οι ρομαντικοί, οι ονειροπόλοι συνέχιζαν να αντιστέκονται σε πείσμα των καιρών. Και δυστυχώς ήρθε η στιγμή που η αβάσταχτη μοναξιά των αγωνιστών στο να βλέπουν την καταστροφή να έρχεται, επιβεβαιώθηκε. Οι επιλογές του τότε σίγουρα δεν αλλάζουν. Οι μάχες του σήμερα όμως περιμένουν.

«Σίγουρα ανήκεις στη σωστή κατηγορία, Είσαι γιος του Παρταόλα ή ο γιος του Παρτατρία;», Μιθριδάτης Για να μην τα χρωστάω

Πώς άδειασαν οι πλατείες λοιπόν και πώς γέμισαν τα νοσοκομεία; Ήταν θέμα επιλογών; Όχι, γιατί τελικά οι επιλογές έχουν την ιδιότητα να γίνονται και από τον καναπέ, από το πληκτρολόγιο, από τα μπαρ και τα κούφια συνθήματα σε συναυλίες και σε γήπεδα. Αν κάτι έδειξε το άδειασμα αυτό, ήταν πως το να επιλέγεις δε σε γλιτώνει από τίποτα. Αν έδειξε κάτι, δεν ήταν μια δεκαετία που άλλαξε ο κόσμος, αλλά η παταγώδης αποτυχία των τριών περασμένων δεκαετιών, των 60s, των 70s, των 80s. Το άδειασμα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ήταν και το τέλος της εποχής του κάθε δήθεν χίπη, του κάθε ψευτοχιπστερά, του κάθε «εναλλακτικού» μπαγλαμά, του κάθε απολιτίκ χαζοβιόλη, όλων αυτών που τόσο καιρό μας είχαν πρήξει με το πως αν οι πορείες ήταν επικίνδυνες θα τις είχαν απαγορεύσει. Ε λοιπόν, εδώ και κάνα χρόνο τις απαγόρευσαν. Όμως την περσινή Πρωτομαγιά κάποιοι όρθωσαν το ανάστημά τους. Και όσες επιλογές και αν κάνουμε, ούτε τα νοσοκομεία θα αδειάσουν, ούτε προσλήψεις υγειονομικών θα γίνουν, ούτε η κυβέρνηση και τα αφεντικά θα αποφασίσουν να σεβαστούν τα σώματα και τις ζωές μας.

«Όλα στη διαφθορά και μες στην κάμφορα, δεν κάνει διαφορά η συμφορά και σφύρα αδιάφορα, τον κώλο σου σε αφορά να αγαπάς παράφορα, μη σου παίζει και η συνείδηση παιχνίδια διάφορα.» Μιθριδάτης Για να μην τα χρωστάω

Ο κόσμος δεν αλλάζει με επιλογές και με λόγια, με αν και γιατί. Ο κόσμος αλλάζει εκεί που άλλαζε πάντα. Στο δρόμο. Στη μάχη. Στον αγώνα. Η εποχή των 60s, των 70s και των 80s τελείωσε. Η ώρα για την εκδίκηση των 90s έφτασε.

«Χώσε ποίηση για να πέσει κοινοποίηση, ούτε λόγος όμως για κινητοποίηση, Κάνε statement, κάνε μου μια δήλωση και άσε τα παιδιά να κάνουνε διαδήλωση» Μιθριδάτης Για να μην τα χρωστάω

*Χριστοδούλου Πάνος, Βιοπαθολόγος / Εργαστηριακός Ιατρός, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης, Μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Τρόφιμα, Διατροφή και Μικροβίωμα της ιατρικής του ΔΠΘ.

 katiousa.gr