Απόψεις

«Το Βυζάντιο και οι Γότθοι κατά τον 4ο αιώνα» (4ο) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Ουλφίλας
Ο πρώτος γότθος επίσκοπος των Γότθων.

Ο εκχριστιανισμός των Γότθων και ο επίσκοπος Ουλφίλας –  Η ιεραποστολή ως όργανο της διπλωματίας

Η χειροτονία και το έργο του επισκόπου Ουλφίλα

___________________

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Καταρχάς το επίμαχο ερευνητικό ερώτημα που τίθεται αφορά το εάν ο Ουλφίλας ήταν απλώς ο πρώτος γότθος επίσκοπος ή υπήρξε ταυτόχρονα και ο πρώτος γότθος επίσκοπος των Γότθων.

Στους καταλόγους των μελών της πρώτης οικουμενικής συνόδου, που διεξήχθη το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας, αναφέρεται τελευταίος ως «επίσκοπος Γοτθίας» ο Θεόφιλος, τον οποίο ο Ευσέβιος ονομάζει Σκύθη. Η Γοτθία, που μνημονεύουν οι πηγές, ταυτίζεται με την περιοχή εγκατάστασης των Γότθων στα βόρεια του Δούναβη. Ήταν γνωστή με αυτήν την ονομασία πριν ακόμη τη σύναψη του foedus του 332. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη δικαιοδοσία του επισκόπου Σκυθίας με έδρα την Τόμιν (σημ. Κωστάντζα της Ρουμανίας στο δέλτα του Δούναβη). Συνεπώς ο Θεόφιλος Γοτθίας ήταν επίσκοπος Σκυθίας, του οποίου τα όρια ευθύνης εκτείνονταν στους χριστιανούς των αστικών κέντρων και όχι στους Γότθους της υπαίθρου. Κατά πάσα πιθανότητα, ενόσω ο Θεόφιλος ήταν εγκατεστημένος στην Τόμη, ο Ουλφίλας μαθήτευσε δίπλα του και αργότερα χειροτονήθηκε ως ο πρώτος γότθος επίσκοπος των Γότθων, αφού προηγουμένως αποδεσμεύτηκε από τη δικαιοδοσία του επισκόπου Σκυθίας.

Η Αγία Σοφία στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου έλαβε χώρα η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

Οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και το χρόνο χειροτονίας του Ουλφίλα προέρχονται από το Φιλοστόργιο: «Ὁ τοίνυν Οὐρφίλας οὗτος καθηγήσατο τῆς ἐξόδου των εὐσεβῶν, ἐπίσκοπος αὐτῶν πρῶτος καταστάς. Κατέστη δὲ ᾣδε. Παρὰ τοῦ τὴν άρχὴν ἔχοντος τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν Κωνσταντίνου χρόνων εἰς πρεσβείαν σὺν ἀλλοις ἀποσταλεὶς (καὶ γὰρ καὶ τὰ τῇδε βάρβαρα ἔθνη ὑπεκέκλιτο τῷ βασιλεῖ) ὑπὸ Εύσεβίου καὶ τῶν σύν αὐτῷ ἐπισκόπων χειροτονεῖται τῶν ἐν τῇ Γετικῇ χριστιανιζόντων»[1].

Η χειροτονία του Ουλφίλα θα πρέπει να συντελέστηκε στα πλαίσια της «ἐν ἐγκαινίοις» συνόδου, που συγκλήθηκε στην Αντιόχεια το 341, με αφορμή τα εγκαίνια του εκεί πατριαρχικού ναού. Ταυτόχρονα, καταδικάστηκε το παπικό πρωτείο, που είχαν διακηρύξει οι δυτικοί σε δική τους σύνοδο επίσης του 341 υπό την προεδρία του πάπα Ιούλιου και από όπου απουσίαζαν οι εκπρόσωποι των ανατολικών εκκλησιών. Τον Ουλφίλα έχρισε επίσκοπο των Γότθων ο πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Ευσέβιος, οπαδός της αίρεσης του Αρείου[2]. Ο Ευσέβιος, πρώην επίσκοπος Νικομήδειας, κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο εκείνη ακριβώς την περίοδο. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους μελετητές να διορθώσουν το όνομα του αυτοκράτορα, που καταγράφεται στην περικοπή του Φιλοστόργιου. Πρόκειται, επομένως, για τον Κωνστάντιο, που διοικεί το κράτος κατά τη μακροχρόνια περίοδο 337–341.

Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος

Η χειροτονία του Ουλφίλα σαφώς ενέχει πολιτική σκοπιμότητα. Ο ίδιος δεν μετέβη στην Αντιόχεια ως εκκλησιαστικός απεσταλμένος. Παρευρέθηκε εκεί ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των Γότθων με καθήκον να ανανεώσει το foedus του 332. Άλλωστε η  χειροτονία δε θα ήταν μονοσήμαντα εφικτή, δηλαδή μόνο με πρωτοβουλία της γοτθικής ηγεσίας και χωρίς τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα. Προφανώς υπήρξε ομοφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Επρόκειτο για μία καταρχήν θρησκευτική πράξη στο πλαίσιο της βυζαντινής διπλωματίας. Η μέριμνα του κράτους για τους αλλόφυλους χριστιανικούς πληθυσμούς προϋποθέτει πολιτικά ελατήρια[3]. Με τη χειροτονία του Ουλφίλα κατοχυρώνεται εμπράκτως η υποτέλεια των Γότθων. Οι νεοφώτιστοι χριστιανοί του βορρά αφομοιώνονται στη βυζαντινή κουλτούρα. Το δυναμικό των βαρβάρων αξιοποιείται ποικιλότροπα μέσα στην αυτοκρατορία.

Για το ιεραποστολικό έργο και την εκκλησιαστική δραστηριότητα του Ουλφίλα σε οργανωτικά ζητήματα πληροφορούμαστε επίσης ότι «καὶ τὰ τε ἄλλα αὐτῶν ἐπεμελεῖτο καὶ γραμμάτων αὐτοῖς οἰκείων εὑρετὴς καταστὰς μετέφρασεν εἰς τῶν αὐτῶν φωνὴν τὰς γραφὰς ἁπάσας πλὴν γε δὴ τῶν Βασιλειῶν, ἅτε τῶν μὲν πολέμων ἱστορίαν ἐχουσῶν, τοῦ δὲ ἔθνους ὄντος φιλοπολέμου καὶ δεομένου μᾶλλον χαλινοῦ ἐπὶ τὰς μάχας ὁρμῆς, ἀλλ’ οὐχὶ τοῦ πρὸς ταῦτα παροξύνοντος. Ὅπερ ἰσχὺν ἔχει ταῦτα ποιεῖν, σεβάσμιά τε μάλιστα νομιζόμενα καὶ πρὸς τὴν τοῦ θείου θεραπείαν τοὺς πειθομένους καταρρυθμίζοντα… Καὶ τὸν Οὐρφίλαν διὰ πλείστης ἦγε τιμῆς ὡς καὶ πολλάκις “ ὁ ἐφ’ ἡμῶν Μωσῆς” λέγειν περὶ αὐτοῦ. Λίαν δὲ οὗτος τὸν ἄνδρα θειάζει καὶ τῆς αἱρετικῆς αὐτοῦ δόξης αὐτόν τε καὶ υπ’ αὐτὸν άναγράφει».        

Σελίδα σε περγαμηνή με περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ουλφίλα. Είναι εμφανής η επίδραση των ελληνικών και κυρίως των λατινικών γραμμάτων στη διαμόρφωση της γοτθικής γραφής.

Σε αυτό το χωρίο από την αφήγηση του ιστορικού είναι αξιοπρόσεκτα δύο σημεία. Αφενός από το σύνολο της Αγίας Γραφής ο Ουλφίλας δε μετέφρασε στη γοτθική γλώσσα τις «Βασιλείες». Η συγκεκριμένη επιλογή υπαγορεύτηκε από πολιτική σκοπιμότητα. Τα βιβλία των «Βασιλειών», με το έντονα πολεμικό τους περιεχόμενο, θα εξήπταν ενδεχομένως την ορμή των βαρβάρων. Μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν αντίθετη προς τις επιδιώξεις των Βυζαντινών, που στόχευαν στον κατευνασμό και την ειρηνική επίδραση της χριστιανικής διδασκαλίας στους Γότθους. Αφετέρου μία πολύ κρίσιμη έκφανση του εκχριστιανισμού των γερμανικών φύλων σχετίζεται με τον προσηλυτισμό τους στην αιρετική χριστολογία του Αρείου. Το γεγονός αυτό συνδέεται άρρηκτα με την επίδραση των αιρέσεων στις επαρχίες και θα επηρεάσει σοβαρά τη θρησκευτική πολιτική των κυβερνήσεων έκτοτε.

Τα γεωγραφικά όρια της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του νέου επισκόπου των Γότθων θα πρέπει να ταυτίζονταν με εκείνα που καθόριζε η συνθήκη του 332. Η Γοτθία των πηγών είναι ταυτόσημη με την υπερδουνάβια Τραϊανή Δακία[4]. Πάντως το 348[5], λίγα χρόνια μετά τη χειροτονία του, ο Ουλφίλας και οι οπαδοί του διώκονται από τους ομοεθνείς τους «δι’ εὐσέβειαν». Συγκεκριμένα ο Φιλοστόργιος[6] στην «Ἐκκλησιαστική Ἱστορία» αναφέρει «ὅτι Οὐρφίλαν φησὶ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκ τῶν πέραν Ἴστρου Σκυθῶν, οὕς οἱ μὲν πάλαι Γέτας, οἱ δὲ νῦν Γότθους καλοῦσι, πολὺν εἰς τὴν Ρωμαίων διαβιβάσαι λαὸν δι’ εὐσέβειαν ἐκ τῶν οἰκείων λαῶν λαθέντας».

Το κιβώριο της Αγίας Σοφίας στη Νίκαια, όπου παρακάθησαν οι επίσκοποι.

Οι μαρτυρίες των πηγών δεν είναι διαφωτιστικές. Μόνο εικασίες θα μπορούσαν να γίνουν για την ερμηνεία του γεγονότος. Η ιεραποστολική  δραστηριότητα του Ουλφίλα, χρηματοδοτημένη από το Βυζάντιο, ήταν οργανωμένη και αποδοτική. Ο εκχριστιανισμός θα συνεπαγόταν το σταδιακό εκρωμαϊσμό των Γότθων. Πιθανόν το έργο αυτό να ενόχλησε τους ειδωλολάτρες ομοεθνείς του, ιδίως την πολιτική ηγεσία. Οι βάρβαροι ιεραπόστολοι, καθώς ήταν ομόθρησκοι του αυτοκράτορα, ίσως να θεωρήθηκαν άτυποι κατάσκοποι των πληθυσμών που προσηλύτιζαν, με σκοπό να τους αφομοιώσουν στο ρωμαϊκό περιβάλλον. Δυνητικά αυτή η εξέλιξη θα τροποποιούσε και τη σχέση των φοιδεράτων προς το κράτος.

Σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του Φιλοστόργιου[7] το ρωμαϊκό κράτος υποδεχόμενο τους γότθους φυγάδες τους εγκατέστησε στην ευρύτερη περιφέρεια της Μοισίας: «ἱδρύσατο δὲ ὁ βασιλεὺς (δηλ. ο Κωνστάντιος) τὸν αὐτόμολον τοῦτον λαὸν περὶ τὰ τῆς Μυσίας χωρία, ὡς ἑκάστῳ φίλον ἧν». Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι δεν επιτράπηκε στους αυτόμολους Γότθους να διαμείνουν στις πόλεις ή στα περιαστικά κέντρα. Αντιθέτως τους τοποθέτησαν στις δυσπρόσιτες περιοχές του Αίμου και μάλιστα στα περίχωρα της Νικόπολης. Με τη συγκεκριμένη επιλογή το κράτος διαφύλασσε τα ορεινά περάσματα και τις κλεισούρες (clausurae) στην κομβική διάβαση από τον κάτω ρου του Δούναβη προς τις επαρχίες της Θράκης.

Απεικόνιση του Χριστιανού ως ηρωικού μαχητή, Ψαλτήριο από τη Στουτγκάρδη, 2ος αιώνας.

Τέλος, ο Ουλφίλας ως πρώτος γότθος επίσκοπος των Γότθων είχε μάλλον και ορισμένες πολιτικές δικαιοδοσίες. Κατά κάποιο τρόπο ασκούσε καθήκοντα «εθνάρχη»[8] στο ποίμνιό του. Η γοτθική επικράτεια απολάμβανε ορισμένα προνόμια κοινοτικής αυτοδιοίκησης, εκκλησιαστικά δεν υπαγόταν σε καμία από τις γειτονικές περιφέρειες, ενώ οι επικεφαλής της αναφέρονταν απευθείας στον αυτοκράτορα καθώς και στον πατριάρχη της Νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως.

———————————

Σημείωση Φαρέτρας: Το 1ο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ.

                                           Το 2ο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε  ΕΔΩ

                                           Το 3ο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε ΕΔΩ

Το 5ο από τα δέκα μέρη της εργασίας θα αναρτηθεί την ερχόμενη Κυριακή 23 Μαΐου.

————————————

[1]               Φιλοστόργιος, ό.π, ΙΙ, 5.

[2]               Αυξέντιος (Kauffmann, σ. 75): «Hic dei providentia et Christi misericordia propter multorum salutem in gente Gothorum de lectore triginta annorum episcopus est ordinatus».

[3]               Πρβλ. ό.π τις ομόλογες προτροπές του Κωνσταντίνου στην επίστολή του προς το Σαπώρη.

[4]               Ο Σωκράτης και ο Σωζομενός μιλούν γενικά για επίσκοπο των Γότθων. Ωστόσο ο Φιλοστόργιος αναφέρεται περί «τῶν ἐν τῇ Γετικῇ χριστιανιζόντων». Πρόκειται προφανώς για τους Χριστιανούς της Γοτθίας, όπως άλλωστε ο ίδιος ο ιστορικός επεξηγεί: «οἱ ἐκ τῶν πέραν Ἴστρου Σκυθῶν, οὕς οἱ μὲν πάλαι Γέτας, οἱ δὲ νῦν Γότθους καλοῦσι».

[5]               Την πληροφορία παραδίδει ο επίσκοπος Δοροστόλου (Δορόστολον ή Δρίστρα ή η σημερινή Σιλίστρια της Βουλγαρίας) Αυξέντιος ό.π (Kauffmann, σ. 75): «…completis septem annis tantm modo in episcoparum supradictus sanctissimus vir beatus Ulfila cum grandi populum confessorum de barbarico pulsus in solo Romaniae a thune beate memoriae Constantio principe honorifice est suspectus».

[6]               Φιλοστόργιος, ό.π, ΙΙ, 5.

[7]               Φιλοστόργιος, ό.π, ΙΙ, 5.

[8]               Χρυσός, ό.π (1972, 93).