"Την έκτη ημέρα ο Θεός έπλασε τα ζώα" γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

Την έκτη ημέρα ο Θεός έπλασε τα ζώα (Γένεσις, Παλ. Διαθήκη)

Ειρήνη Δασκιωτάκη

Από μικρό παιδί αγαπούσα τα ζώα στο χωριό. Πολύ συχνά έβλεπα μικρά κουταβάκια να τριγυρνάνε στους δρόμους, αλλά καθόλου δεν πήγαινε το μυαλό μου ότι αυτά τα ζώα ήταν εγκαταλειμμένα. Περπατούσαν τα καημένα σαν χαμένα στους δρόμους. Πολύ συχνά εξαφανίζονταν με το γνωστό τρόπο που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα, το «φόλιασμα». Έφερνα λοιπόν εγώ κουταβάκια στο σπίτι, τα πήγαινα κρυφά από τους γονείς μου πίσω σε ένα υπόστεγο, δίπλα στο σπίτι μας και εκεί μέσα τα έκρυβα. Τις περισσότερες φορές πέθαιναν ή εξαφανίζονταν, μάλλον γι’ αυτό φρόντιζε ο πατέρας μου… Φοβόταν μην αρρωστήσω.

Όταν όμως βρήκα ένα σκύλο ασπρόμαυρο σαν σκυλάκι Δαλματίας, το αγάπησα αμέσως τόσο πολύ που έκλαιγα και παρακαλούσα να το κρατήσουμε. Κατάφερα έτσι για πρώτη φορά να πείσω τους γονείς μου να γίνει το δικό μου σκυλάκι. Το τάιζε και η μανούλα μου κι εγώ καμιά φορά του έδινα λίγο γάλα. Έπαιζα τρελά παιχνίδια μαζί του. Αυτό που αγαπούσε περισσότερο ήτανε να τρέχει και να τον κυνηγώ ή να τρέχω και να με κυνηγάει.

Θυμάμαι κάτι τώρα που δεν το πιστεύω ότι το έκανα, η άγνοια είναι αυτή που έφταιγε, η άγνοια όλων μας. Δεν τον χάιδευα τον κακομοίρη τον Κούδη. Έτσι τον ονόμασα… Δεν ξέρω γιατί… Κούδη. Όχι, όχι!... Τώρα το θυμήθηκα!  Τα σκυλιά τα φωνάζαμε για να ‘ρθουν κοντά μας, «Κουτ, κουτ, κουτ!». Έτσι λοιπόν κι εγώ έκανα το «Κουτ», «Κούδη», από το όνομα του ποδοσφαιριστή Κούδα, που τόσο συχνά άκουγα να το λέει ο θείος Κώστας, φανατικός οπαδός της ομάδας του. Μεγάλωνε κι ο Κούδης, μεγάλωνα κι εγώ.

Στο γυμνάσιο έπρεπε να διαβάζω πολύ. Δεν είχα χρόνο. Το καλό μου, με το που καταλάβαινε ότι το λεωφορείο έφτανε στη στάση στην οποία κατέβαινα, με περίμενε μπροστά στο δρόμο να επιστρέψουμε μαζί. Κουνούσε τόσο πολύ την ουρά του όλο χαρά κι αγάπη, κι ας μην τον είχα χαϊδέψει ποτέ στη ζωή μου… Με κοιτούσε στα μάτια. Εκείνο το βλέμμα του δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Τόσο… μα τόσο ανθρώπινα τα μάτια του που καμιά φορά πίστευα, ότι… να! τώρα, θα  μου μιλήσει.

Τελείωσα το σχολείο και πήγα στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Η μαμά, μου έλεγε ότι δεν είχε πια κέφι και ήταν πάρα πολύ θλιμμένος. Είχε μεγαλώσει κιόλας ο φουκαράς, ήταν πλέον 11 χρονών. Όταν ερχόμουν τα Σαββατοκύριακα από τη Θεσσαλονίκη, μου έγλυφε τα χέρια, έτρεχε κάνοντας γύρους γύρω από το σπίτι για να μου δείξει τη χαρά του. Η αγάπη του για μένα ήτανε πολύ, πολύ μεγαλύτερη από τη δική μου αγάπη γι’ αυτόν…

Δεν νοιάστηκα ποτέ πού κοιμόταν τα βράδια, θεωρούσα αυτονόητο ότι θα χώνεται κάπου σε μία γωνιά στην αυλή του σπιτιού. Εγώ που τόσο πολύ διάβαζα στα μαθητικά μου χρόνια, όχι μόνο σχολικά βιβλία, δεν είχα  ανοίξει ένα βιβλίο να διαβάσω για τον σκύλο μου, ούτε βέβαια μου πέρασε από το μυαλό ότι είχε κι άλλες ανάγκες εκτός από το λιτό φαγητό και το νερό που έβρισκε ο κακομοίρης απ’ αυτό που έτρεχε από την τουλούμπα. Ήταν τυχερός που επέζησε χωρίς εμβόλια και κτηνιατρική περίθαλψη.

Το πόσο πολύ τον αγαπούσα όμως το κατάλαβα, όταν έγινε αυτό που δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι μπορούσε να γίνει. Ήταν αρχές καλοκαιριού κι όλοι εκεί. Ο θείος μου, ο πατέρας μου, ασχολούνταν με την αγροτική διαδικασία. Έβαζαν τα τρακτέρ μέσα στην αυλή, κότσαραν τις πλατφόρμες, ένας παροξυσμός. Ο Κούδης κοιμότανε στη σκιά του τρακτέρ, δίπλα στις πίσω ρόδες του. Ο θείος δεν κοίταξε καθόλου, έβαλε μπρος και τον πάτησε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο πόνεσα και πόσο έκλαψα γι’ αυτόν τον φίλο μου. Οι δικοί μου με μάλωναν, 19 χρονών και συμπεριφέρομαι με αυτόν τον τρόπο; Εντάξει, μου λέγανε, δεν πέθανε άνθρωπος, ο σκύλος πέθανε. Έκανα να μιλήσω στο θείο μου εβδομάδες.

Δεν ερχόμουν πλέον τόσο συχνά στο χωριό. Όταν ερχόμουν νόμιζα πως έβλεπα εκείνα τα ζεστά του, τα τόσο εκφραστικά και διεισδυτικά μάτια. Για μένα το πιο συγκλονιστικό ήτανε πως χάιδεψα για πρώτη φορά στη ζωή μου τον Κούδη όταν ήτανε πλέον νεκρός… Άδικα του φώναζα «Σήκω! Σήκω!».

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Η σχέση μου με τα ζώα εδώ στην πόλη ήταν ουδέτερη. Δεν ήθελα κανείς να τα σκοτώνει, αλλά δεν τα πρόσεχα κιόλας, τόσες γάτες στη γειτονιά μου και δεν τις παρατηρούσα ποτέ. Ήταν σαν να ζούσαν σε ένα άλλο σύμπαν, έξω από το δικό μου. Ώσπου η κόρη μου, μου έφερε ένα γατάκι, ένα πανέμορφο, μικρό, ταλαιπωρημένο γατί, την «Μπίμπη», έτσι την ονομάσαμε. Και με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε αυτό το ταξίδι της αγάπης, πιο ουσιαστικής και πιο υπεύθυνης από πριν.

Παράλληλα, αυτή η αγάπη έγινε ακόμη πιο δυνατή, με το να έρχομαι αντιμέτωπη συνεχώς με τη γνωστή πρακτική πολλών στη χώρα μας, αυτή που στην ουσία δημιουργεί τα αδέσποτα…
Στην περιοχή, γύρω από το κτήμα μας, μια περιοχή στην οποία δραστηριοποιούνται βοσκοί και κυνηγοί, βρίσκουμε κάθε χρόνο, σκορπισμένα σε διάφορα σημεία, δυστυχισμένα πλασματάκια, μεταξύ ζωής και θανάτου… Κάποια στάθηκαν τυχερά, σαν αυτά που περιμαζέψαμε και μας περιμένουν καθημερινά, όλο προσμονή και αγάπη. Στα μάτια τους, συναντάμε αυτό το βλέμμα που ήταν και δικό μας, όταν ήμασταν πιο κοντά στη φύση.

Παγκόσμια ημέρα των ζώων, 4 Οκτωβρίου.

Τα ζώα είναι πλάσματα ενός κατώτερου Θεού για τους περισσότερους, γι’ αυτό και δεν γίνεται καμία καταγγελία από κανέναν όταν εγκαταλείπονται, ούτε όταν κακοποιούνται. Γίνεται πολύ σπάνια αυτό… Θεωρούν ότι επηρεάζεται η εικόνα τους, το image τους στο κοινωνικό σύνολο μειώνεται, αν ενδιαφερθούν πραγματικά γι’ αυτά. Η νομοθεσία υπάρχει, είναι εν μέρει ικανοποιητική, όπου δεν αυτοαναιρείται, εφαρμόζεται όμως;

Καλή εβδομάδα με υγεία

ΕΙ.ΔΑ.

Συντάκτης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια