Τρικλάριον: "Ανηφορίζοντας το μονοπάτι… του ‘‘τσαγιού’’ από το Βατοχώρι Φλώρινας"

Περιγραφή: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος,

Ο μήνας Ιούνιος κόντευε προς το τέλος του. Στο ημερολόγιο έγραφε:  Κυριακή 28-06-2020. Ξύπνησα στις 04.30΄ π.μ.

Το ξύπνημα ευχάριστο, γιατί είχα την τύχη να αντικρίσω το ξεκίνημα μίας ακόμη καινούργιας αςρας, που μάς επιφύλασσε στιγμές με καινούργιες εμπειρίες.

Στιγμές με δράσεις που θα μάς είχαν πρωταγωνιστές και θα διέφεραν, κατά πολύ, από εκείνες της άχαρης καθημερινότητας.

Καθώς και τις άλλες, με εξερεύνηση κάποιων εκπλήξεων -από τις αστείρευτές της ζωής-, που η ρουτίνα της βδομάδας δεν «επιτρέπει» να «ανακαλυφτούν» χωρίς την…απόδραση από αυτήν.

Έξω η απόλυτη ησυχία και το σκοτάδι της νύχτας άρχιζε από λεπτό σε λεπτό να αραιώνει.

Αφού ετοίμασα το πρωϊνό μου, κατευθύνθηκα προς το παράθυρο να το απολαύσω παρακολουθώντας την ομορφιά της εναλλαγής των χρωμάτων στον ουρανό, που παρατήρησα πως είχε ξεκινήσεις πέρα από τον Ημαθιώτικο κάμπο.

Οι ακτίνες του ανατέλλοντα ήλιου…χρωμάτιζαν το τμήμα του ουρανού πάνω από τον ορεινό όγκο του Χορτιάτη, που άρχιζε να ξεχωρίζει στο βάθος του ορίζοντα (φωτ. 1).

Με περίμενε, όμως, η συνέχεια της μέρας.

Έπρεπε να αφήσω το…ταξίδι του ήλιου προς τον ουρανό και να αρχίσω να ετοιμάζομαι για το δικό μου ταξίδι στη Φύση.

Τελευταία ματιά στο σακίδιο. Όλα τα απαραίτητα, για μία πολύωρη δραστηριότητα στον ορεινό όγκο της επιλογής μας, ήταν τακτοποιημένα και στη θέση τους.

Αφού ετοιμάστηκα, περίμενα τη στιγμή να ξεκινήσω για το ραντεβού μου με τα υπόλοιπα μέλη της ορειβατικής ομάδας Βέροιας «Τοτός».

Τα λεπτά κύλησαν γρήγορα, η ώρα της συνάντησης έφτασε.

Ήμασταν συνεπείς στο ραντεβού μας.

Βρεθήκαμε στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την Κυριακάτικη εξόρμησή μας στον ορεινό όγκο που βρίσκεται στα δυτικά του Νομού Φλώρινας, κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα και διακρίνεται για τις έντονες αντιθέσεις του.

Το πρόγραμμα της ημερήσιας δραστηριότητάς μας περιελάμβανε: «Ανάβαση στην κορυφή ‘‘Βάρμπα’’ ή ‘‘Μέγας Αλέξανδρος’’ του βουνού Τρικλάριον.» (φωτ. 2).

2

Επιλέξαμε το σχετικά μικρό αυτό βουνό της Δυτικής Μακεδονίας για να συνδυάσουμε την χαλαρή ορειβασία με τη συγκομιδή του τσαγιού βουνού.

Φορτώσαμε τα πράγματά μας στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε.

Τα ρολόγια εκείνη τη στιγμή δείχνανε 06.00΄ π.μ.

Η πόλη της Βέροιας ακόμη κοιμόταν (φωτ. 3).

Βγαίνοντας από την πρωτεύουσα της Ημαθίας ακολουθήσαμε την Εγνατία Οδό (Ε90) με κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Προορισμός μας, το ορεινό χωριό Βατοχώρι της Δημοτικής Ενότητας Κρυσταλλοπηγής του Δήμου Πρεσπών της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας (σύμφωνα με το πρόγραμμα ‘‘ Καλλικράτης’’).

Ο Αυτοκινητόδρομος 2 (Α2) με τα δεκάδες τούνελ -κάποια από αυτά μακρινάρια-  είχε ελάχιστη κίνηση.

Ό ήλιος μόλις που έκανε την ολική του εμφάνιση στον ουρανό με τα ελάχιστα αραιά συννεφάκια του (φωτ. 4).

Η πρωϊνή δροσούλα της ατμόσφαιρας «συγκρατούσε» τον υδράργυρο στους 18 βαθμούς Κελσίου.

Η ευχάριστη αίσθηση της δροσιάς, όμως, δεν θα κρατούσε για πολύ.

Η θερμοκρασία, σύμφωνα με την Μετεωρολογική Υπηρεσία, προβλέπονταν πάνω από 35 βαθμούς Κελσίου κατά τη διάρκεια της μέρας.

Συνεχίζαμε την οδική πορεία μας.

Με την κουβέντα δεν καταλάβαμε για πότε προσπεράσαμε την «έξοδο για Σιάτιστα» και φτάσαμε στην άλλη «για Καστοριά – Κορυτσά (AL)».

Βγήκαμε από την Εγνατία και ακολουθήσαμε τον Αυτοκινητόδρομο 29 (Α29) με κατεύθυνση προς την παραλίμνια πόλη της…γουνοποιίας.

Δεν μπήκαμε καθόλου στην πρωτεύουσα του Νομού Καστοριάς.

Στον «Κόμβο Κορομηλιάς» βγήκαμε από τον Α29 και συνεχίσαμε την οδική πορεία μας προς τα βόρεια.

Η διαδρομή του επαρχιακού ασφαλτόδρομου παράλληλη με έναν από τους παραπόταμους του Αλιάκμονα.

Προσπεράσαμε το χωριό Γάβρος με τα  πλίνθινα σπίτια του. Βλέποντάς το, νομίσαμε ότι βρεθήκαμε σε ένα υπαίθριο κινηματογραφικό σκηνικό και για κάποια δευτερόλεπτα αισθανθήκαμε ότι με το πέρασμά μας «συμμετείχαμε», στο ρόλο των κομπάρσων, σε μία….πολεμική ταινία (φωτ. 5).

Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι βρεθήκαμε σε μία «άλλη» Ελλάδα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Εκείνα τα χαρακτηριστικά, που την κάνουν να ξεχωρίζει με τη διαφορετικότητά της, την ιστορία της, το απόκοσμο και εγκαταλειμμένο τοπίο της, που «φωνάζει» ότι κάποτε υπήρχε…ζωή εδώ.

Σε όλη τη διαδρομή, από Καστοριά προς Φλώρινα, συναντά κανείς δεκάδες και πλέον παρόμοια μοναχικά χωριά να «ξεφυτρώνουν» σε τοπία…σιωπηλά.

Χωριά με σπίτια που κτίστηκαν τον 19ο αιώνα με πλίνθους, πηλό και λάσπη, που οι κατασκευαστές τα στήριζαν πάνω σε επεξεργασμένη πέτρα της θεμελίωσης.

Τα υλικά, λάσπη και άχυρο, του άψητου τούβλου, που είχε χρησιμοποιηθεί στην τοιχοποιία, προσδίδουν στα ταπεινά αυτά σπίτια ένα χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα και τα κάνει να ξεχωρίζουν σε μια περιοχή που έχει εγκαταλειφθεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και να σε εντυπωσιάζουν στο αντίκρισμά τους μέσα από δένδρα και θάμνους ενός σιωπηλού τοπίου

Αυτή η…εκκωφαντική σιωπή…σε κάνει να συνειδητοποιείς την «άλλη» Ελλάδα, που δεν την έχει αγγίξει, ακόμη, ο τουρισμός

Συνεχίζαμε την οδική πορεία μας.

Φτάνοντας στον εγκαταλειμμένο Συνοριακό Σταθμό, που συναντήσαμε στα αριστερά του δρόμου «Καστοριά-Φλώρινα», στρίψαμε αριστερά και ακολουθήσαμε το τμήμα της Ευρωπαϊκής Οδού 86 (Ε86) με κατεύθυνση προς Κρυσταλλοπηγή και το Τελωνείο στα Ελληνοαλβανικά σύνορα (φωτ. 6, η φωτογραφία έχει ληφθεί κατά τη διάρκεια της επιστροφής μας).

Κοντεύαμε στο ορεινό χωριό που δημιουργήθηκε από διάσπαρτους οικισμούς γεωργών-κτηνοτρόφων και είναι κτισμένο στους πρόποδες του βουνού Μαλι Μάδι.

Φτάσαμε στο Βατοχώρι.

Βρεθήκαμε στα 880 μέτρα υψόμετρο.

Το χωριό, που απέχει 7 μόλις χιλιόμετρα από την Κρυσταλλοπηγή, με τους  λιγότερους απο 20 μόνιμους κατοίκους και τα διάσπαρτα σπίτια, κάποια από αυτά πλινθόκτιστα, έδειχνε έρημο (φωτ. 7 και 8).

Στα αριστερά μας ορθωνόταν ο ορεινός όγκος του βουνού Μαλι Μάδι με ψηλότερη κορυφή  «Ανεμοδαρμένη» ή «Μπούτσι» (υψ. 1.779 μ.) και στα δεξιά μας βλέπαμε να απλώνεται ο ορεινός όγκος της κυριακάτικής μας εξόρμησης.

Ήταν το τμήμα του βουνού Τρικλάριον, που θα ανηφορίζαμε.

Το βουνό αυτό, πολύ συχνά, αναφέρεται και ως «Σφήκα», παίρνοντας το τοπωνύμιο από το όνομα του χωριού που κάποτε υπήρχε στην περιοχή και απλωνόταν λίγο πιο κάτω από τις κορυφές.

Κοιτάζοντας πέρα ψηλά, διακρίναμε, στην ψηλότερη απόληξή του, την γκριζωπή πετρώδη κορυφή «Βάρμπα» ή «Μέγας Αλέξανδρος» (υψ. 1.749 μ.), που θα ανεβαίναμε.

Το υπόλοιπο τμήμα του βουνού συνέχιζε προς την Αλβανία, σχηματίζοντας ένα…πέταλο που αγκαλιάζει τις όλο ομορφιά Πρέσπες.

Το Τρικλάριον της κυριακάτικης επιλογής μας είναι ένα από τα πιο άγνωστα και λιγότερο περπατημένα βουνά της χώρας μας. Διακρίνεται για τις έντονες αντιθέσεις του: από τη μία, την βορειοανατολική  πλευρά του, με δάση, με ρεματιές και από την άλλη, με τα διάσπαρτα δένδρα, με μεγάλα υποαλπικά οροπέδια και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Κατευθυνθήκαμε προς το εγκαταλειμμένο Δημοτικό Σχολείο του χωριού.

Εκεί σταθμεύσαμε το αυτοκίνητο και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την κυριακάτικη δραστηριότητά μας.

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 35 λεπτά οδικής πορείας και να διανύσουμε 150 χλμ για να φτάσουμε από τη Βέροια στη θέση με το κτίσμα του 1930 που κάποτε φιλοξενούσε μαθητές - μαθήτριες της περιοχής (φωτ. 9 και 10).

Πριν από μάς είχαν φτάσει 2 ορειβάτες από τη Φλώρινα και κάποιοι άλλοι, από Καστοριά, ήδη ανηφόριζαν.

Ετοιμαστήκαμε, φορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και ξεκινήσαμε.

Πήραμε το ρεματάκι στα αριστερά του σχολείου, στη συνέχεια προσπεράσαμε το νεκροταφείο του χωριού στα δεξιά μας και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε μία χωμάτινη ράχη που οδηγούσε σε πλάτωμα (φωτ. από 11 έως και 14).

Ο ορεινός όγκος που ανηφορίζαμε υπήρξε κατά το παρελθόν περιοχή μαχών, τόσο εκείνων κατά την περίοδο του πολέμου του ’40, όσο και των άλλων που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

Πολλά από τα σημάδια πολέμων συναντά κανείς σκόρπια σε πολλά σημεία του βουνού (φωτ. 15 και 16).

Φτάσαμε στο μικρό πλάτωμα.

Ορειβατικά μονοπάτια δεν συναντήσαμε. Σημάδια σήμανσης βατού μονοπατιού από ορειβατικό σύλλογο δεν υπήρχαν πουθενά.

Συναντούσαμε, όμως, περάσματα που είχαν δημιουργηθεί τόσο από κοπάδια που έβοσκαν ή βόσκουν στην περιοχή, όσο και από τα αγρίμια του δάσους-βουνού.

Αρχίσαμε ελεύθερη ανάβαση στην  πλαγιά με τα αραιά δένδρα και τους διάσπαρτους θάμνους,  «χαράζοντας» ένα «δικό μας» μονοπάτι με στόχο να βρεθούμε  στη ράχη «Σφήκα» και στη συνέχεια στην κορυφή του προορισμού μας, που την βλέπαμε καθαρά (φωτ. 17, 18, 19).

Περάσαμε από ένα κομμάτι του βουνού με μεγαλόσωμες διάσπαρτες γκορτσιές φορτωμένες με άγουρα, ακόμη, γκόρτσια Φάνηκε και το Βατοχώρι, που το βλέπαμε κάτω χαμηλά.

Το απέναντι βουνό Μαλι Μάδι, που ορθώνεται πάνω από το χωριό, ήταν η μόνιμη εικόνα που αντικρίζαμε όσες φορές ταξιδεύαμε τη ματιά προς τη μεριά της ευρύτερης περιοχής της Κρυσταλλοπηγής (φωτ. 20, 21, 22).

Ανεβαίναμε. Κάποια στιγμή μπήκαμε στο…«βασίλειο του πουρναριού».

Τα μεγαλόσωμα πουρνάρια παντού και όλα μαζί σχημάτιζαν ένα πουρναρόδασος που κάλυπτε σχεδόν όλη την πλαγιά μέχρι την κορυφογραμμή.

Από δώ και πέρα άρχιζαν τα δύσκολα.

Η γεωμορφολογία του μεγαλύτερου αυτού κομματιού της διαδρομής δυσκόλευε το πέρασμά μας και η ανάβαση γινόταν όλο και πιο απαιτητική.

Οι γκριζωπές πέτρες, που ήταν σκόρπιες παντού, απαιτούσαν περισσότερη συγκέντρωση προσοχής για την αποφυγή ανεπιθύμητων τραυματισμών.

Τα βήματά μας αργά. Δεν ήθελε ούτε παλικαρισμούς, ούτε εξυπνάδες (φωτ. 23, 24, 25).

Φτάσαμε τους προπορευόμενους Καστοριανούς.

Γνωριστήκαμε και συζητώντας συνεχίζαμε την ανηφορική πορεία μας.

Κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε ξέφωτο με τις πανύψηλες ταξιανθίες ποωδών φυτών.

Τα χόρτα αυτά του υποαλπικού χορτολίβαδου με διάθεση….για ζωή, για ύπαρξη…«ανταγωνίζονταν» τις πέτρες για να επιβιώσουν και ορθώνοντας…το ανάστημά τους υπερίσχυαν στο τμήμα εκείνο της πλαγιάς.

Το πέρασμά μας από το σημείο εκείνο μάς θύμιζε σκηνές από ταινίες με εξερευνητές που περνούσαν ανάμεσα από πυκνές καλαμιές ανοίγοντας περάσματα κόβοντάς τες με τις μακριές μάχαιρες (φωτ. 26, 27, 28).

Τα μεγαλόσωμα πουρνάρια άρχιζαν να αραιώνουν, όσο εμείς ανεβαίναμε ψηλότερα.

Η διαφαινόμενη απουσία της φυτικής…ομπρέλας που μάς προστάτευε κάπως από τον καυτό ήλιο, προσφέροντας την έστω ελάχιστη, αλλά τόσο απαραίτητη σε μία ζεστή μέρα σκιά της…άρχιζε να μας απογοητεύει.

Φτάναμε στην κορυφογραμμή. Κοντεύαμε στο γυμνό από θάμνους και δένδρα τοπίο.

Σε ελάχιστα λεπτά της ώρας θα βρισκόμασταν στο απέραντο υποαλπικό οροπέδιο με τα διάσπαρτα κέδρα και τις μεγάλες χορτολιβαδικές εκτάσεις του (φωτ. 29 και 30).

Και νάτος !! Ο φυτικός…θυσαυρός, μπροστά μας !!!

Επιτέλους, βρεθήκαμε στην περιοχή του ιδιαίτερα αγαπητού βότανου με την αξιοσημείωτη θρεπτική αξία του, που είναι προσφιλές σε όλες τις Μεσογειακές χώρες.

Ο Σιδηρίτης (Sideritis spp.), το τσάι του βουνού, που χρησιμοποιείται ως αφέψημα για την ενυδάτωση και την τόνωση του οργανισμού.

Ανθεκτικό στον καύσωνα και στην ξηρασία τον συναντούσαμε παντού, φυτρωμένο ανάμεσα στα βράχια (φωτ. 31).

Η χαρά μας, όμως, ήταν σύντομη γιατί, μάς λύπησε το γεγονός της απουσίας της ταξιανθίας απο την πλειοψηφία του ποώδους πολυετούς και αυτοφυούς αυτού φυτού.

Λές και πέρασαν…ακρίδες. Τα βλέπαμε να είχαν συλλεγεί…άτσαλα, ανεξέλεγκτα και καταστρεπτικά τόσο από ντόπιους, όσο και απο Αλβανούς, με μόνο σκοπό την εμπορεία του…αδιαφορώντας για την καταστροφή του φυτού από την ανεύθυνη μεταχείρισή του.

Η πρακτική τους αυτή θα προκαλέσει την εξάλειψη του βότανου από την περιοχή.

Το αναφέρω γιατί, στο παρελθόν είδαμε κάποιους που τα μάζευαν τραβώντας τα και κάποιους άλλους να τα κουβαλούν σε «δεμάτια αγκαλιάς» προς τα αγροτικά αυτοκίνητά τους.

«Ναι», θα μου πει κανείς, «το βότανο στο βουνό ανήκει σε όλους».

«Σωστά, αλλά χρειάζεται και τον σεβασμό μας στη μεταχείρισή του», θα του απαντούσα.

Εμείς, συνδυάζοντας την ορειβασία στην περιοχή με την συλλογή τσαγιού, χρησιμοποιούμε μαχαίράκι ή ψαλιδάκι για να μη το καταστρέψουμε.

Αυτή είναι η διαφορά μας στη συνέχεια της ύπαρξης του φυτού και της προστασίας της Φύσης.

Με αυτή την λυπηρή εικόνα αποφασίσαμε να σκορπίσουμε για το…κυνήγι του «θησαυρού».

Το ίδιο κάνανε και οι ορειβάτες από Φλώρινα και την Καστοριά.

Φτάσαμε στη μεγάλη λάκκα, που παρεμβάλλεται μεταξύ της «ράχης Σφήκα» και της βραχώδους κορυφής του ορειβατικού προορισμού μας.

Εδώ ήμασταν ελεύθεροι στις επιλογές μας.

Κάποιοι αποφάσισαν να μπουν στη λάκκα για την αναζήτηση του βότανου και στη συνέχεια να ανηφορίσουν για την κορυφή και κάποιοι άλλοι, θέλησαν να βρεθούν στην κορυφή «Βάρμπα» ή «Μπάρμπα» ή «Μέγας Αλέξανδρος» πιο σύντομα, χωρίς δηλαδή να χάσουν ύψος.

Η αναζήτηση του τσαγιού χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η απουσία ώριμων ταξιανθιών έκανε την προσπάθειά μας κουραστική.

Εγκαταλείψαμε το ψάξιμο του…«θησαυρού» και ξεκινήσαμε για την κορυφή.

Η πορεία ανηφορική και αρκετά απαιτητική σε μια βραχώδη πλαγιά με μεγάλη κλίση ( φωτ. 32).

Ευτυχώς ήταν σύντομη.

Βρεθήκαμε στα 1.749 μέτρα υψόμετρο.

Η θέα  από ψηλά φανταστική. Όλη η ευρύτερη περιοχή απλωνόταν γύρω μας και κάτω από τα πόδια.

Βλέπαμε το Μαλι Μάδι, το Βατοχώρι, την Κρυσταλλοπηγή, ένα τμήμα της Αλβανίας, τις κορυφές του ορεινού όγκου που βρισκόμασταν, τις δασωμένες βόρειες και ανατολικές πλαγιές του, τις ρεματιές του, τις Λίμνες Πρεσπων, τα απέραντα υποαλπικά οροπέδια του βουνού, τις μεγάλες χορτολιβαδικές εκτάσεις του, τα υπολείμματα συρματοπλεγμάτων και των οχυρωματικών θέσεων, καθώς και τμήμα του ερειπωμένου οικισμού της Σφήκας κ.α. (φωτ. 33, 34, 35).

Από τα ψηλά παρατηρήσαμε ότι ο ορεινός όγκος του βουνού Τρικλάριον ή «Σφήκα» έχει κυκλικό σχήμα, που «αγκαλιάζει» όλα τα παραπάνω που περιέγραψα.

Στην κορυφή «Βάρμπα» ή «Μέγας Αλέξανδρος» δεν καθυστερήσαμε πολύ.

Τελευταία ματιά, φωτογραφίες και ξεκινήσαμε για την κατάβαση.

Κάπου, κοντά στη μεγάλη λάκα, θα μας περίμεναν οι υπόλοιποι.

Τους βρήκαμε. Μαζί μας οι δύο Καστοριανοί. Ο ορειβάτες από Φλώρινα δεν καθίσανε, συνέχισαν την κατάβαση.

Ξαπλώσαμε στο καταπράσινο χορταράκι για ξεκούραση (φωτ. 36).

Κολατσίσαμε, συζητήσαμε, ξεκουραστήκαμε και βλέποντας την ώρα να περνάει, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε για την επιστροφή.

Φορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και τα ελάχιστα βότανα που καταφέραμε να συλλέξουμε και ξεκινήσαμε.

Η κατηφόρα ήθελε γερά γόνατα και μεγάλη προσοχή στο πετρώδες κομμάτι της διαδρομής.

Η γεωμορφολογία της πλαγιάς και η αφόρητη ζέστη δυσκόλευαν, κάπως, την επιστροφή μας.

Αντέχαμε όμως και συνεχίζαμε (φωτ. 37).

Η περιοχή γνώριμη, την περάσαμε ανηφορίζοντας. Το μονοπάτι, όμως, «δικό μας». Πηγαίναμε κατ’ επιλογή.

Φάνηκε το χωριό.

Χρειαστήκαμε 2,5 ώρες κατηφορικής πορείας για να φτάσουμε από το καταπράσινο χορτολίβαδο στο Βατοχώρο (φωτ. 38, 39).

Στον προαύλιο χώρο του εγκαταλειμμένου Δημοτικού σχολείου αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή στην έδρα μας.

Στο σημείο αυτό η κυριακάτικη δραστηριότητά μας έφτανε στο τέλος της.

Άλλη μία δραστηριότητα προστέθηκε στο ορειβατικό βιογραφικό μας.

Χαιρετήσαμε τους «ξένους» συνοδοιπόρους μας και αναχωρήσαμε για την Βέροια γεμάτοι εμπειρίες και με αμέτρητες εικόνες «φωλιασμένες» σε μια γωνιά του μυαλού.

Απολογισμός:

Ώρες στο βουνό: 7 (συνολικός χρόνος: ανάβαση+συλλογή τσαγιού+ξεκούραση+επιστροφή)

Υψομετρική διαφορά: 869 μέτρα (φωτ. 40).

Συντάκτης

Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος
Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος 107 posts

Γεωπόνος - Ορειβάτης - Φυσιολάτρης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια