Απόψεις

“Τα κινηματογραφικά… επειδή” γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Mini album

Λατρεμένο σινεμά!… Δίπλα και εντός, πάντα και παντού… Αξία σταθερή μέσα στα χρόνια. Το χειμώνα στην πόλη, το καλοκαίρι στις διακοπές. Στη δράση και στη σχόλη, στα εύκολα και… στα δύσκολα. Γιατί; Γιατί είμαστε η γενιά που στην παιδική μας ηλικία, κάπου στο τέλος της δεκαετίας του ’70, το Σαββατόβραδο, μετά το παιχνίδι, έκλεινε με συμμάζεμα στο σπίτι και ελληνική ταινία στο ένα από τα δύο τότε κρατικά κανάλια. Γιατί ανέκαθεν απολαμβάναμε και τη διαδικασία, όχι μόνο την ταινία. Την αναμονή στο ταμείο, εάν το έργο ήταν δημοφιλές, το διάλειμμα και το κους κους στο φουαγιέ, τη συζήτηση αμέσως μετά. Αλλά και τον καφέ λίγο πριν, για να μη χαθούμε στο ραντεβού. Τα τυπωμένα προγράμματα. Τις κομψές αίθουσες – πόσο γοητευτικό το «Αττικόν» στη Σταδίου! Τα προσεχώς. Ακόμη και κάποια κινηματογραφικά επίκαιρα, απολιθώματα από την εποχή της χούντας…

 

Όντως υπήρξε εποχή, κυρίως στη φοιτητική μας ζωή, που βλέπαμε κατά μέσο όρο δύο με τρεις ταινίες την εβδομάδα. Και κινηματογραφικές λέσχες και αφιερώματα και φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Καννών και Όσκαρ. Και βέβαια κουβέντα, πολλή κουβέντα! Συζητήσεις επί συζητήσεων – ούτε σε ολομέλεια να βρισκόμασταν! – και αναλύσεις και τσιτάτα με ή χωρίς ιδεολογικό background. Ευτυχώς προλάβαμε και την αξεπέραστη μαγεία του θερινού σινεμά: σε ταράτσες – οάσεις ανάμεσα στο μπετόν αλλά και δίπλα στην παραλία με ό,τι παίρνει και συνεπαίρνει ο φλοίσβος… Αγαπήσαμε βαθιά τον κινηματογράφο όλα τα παιδιά της πόλης. Ήταν τρόπον τινά μέρος της αγωγής μας. Τα στάδια πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την παρακολούθηση ήταν τελετουργία. Αποτελούσαν συνάμα κοινωνικό γεγονός.

Για αυτό και αργότερα δεν ενδώσαμε παθητικά στον καταιγισμό του βίντεο. Ούτε και στις υπερσύγχρονες αίθουσες των multiplex συγκροτημάτων, ούτε ακόμη – ακόμη και στα πολλά DVD. Η αγάπη για το σινεμά έμεινε ανυποχώρητη. Κι ας μεγαλώσαμε αρκετά από τότε. Ταξιδέψαμε, χαρήκαμε, διασκεδάσαμε, διαβάσαμε και αναρωτηθήκαμε, αντικρούσαμε και μας αντέκρουσαν, αμβλύναμε, διαφοροποιηθήκαμε… Αυτό όμως πάντα εκεί! Δε μας ψυχαγώγησε μόνο αλλά και μας μόρφωσε!

Η συνέχεια σε κάθετη παράταξη. Αρκεί ο τίτλος της ταινίας και κάτι από το γιατί της. Τίθεται δηλαδή το κινηματογραφικό «επειδή». Όχι εξαντλητικά, όχι συγκριτικά. Μάλλον φευγαλέα, αυθόρμητα και αταξινόμητα… Σε αυτά που πάντα μου άρεσαν, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Κι ας μη συμπεριλαμβάνονται εδώ το «Metropolis», ο «Πολίτης Κέην» ή κάτι από το Χίτσκοκ και τόσα άλλα. Μόνο σκηνές και σκηνικά. Αυτά αρκούν! Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

Για τη σκηνή στο τρένο της επιστροφής, για την ευθύτητα των βλεμμάτων, γιατί , όπως γράφει κι ο Μιχάλης Γκανάς, «όσα ποτέ δεν είπαμε, αυτά δε λησμονιούνται»

 

Για το αίσθημα εγκλεισμού, για το ονειρικό Παρίσι του ’50 και προπάντων για την jazz του Miles Davis

 

 If we had the chance to do it all again, tell me would we, could we? Όλο το film συμπυκνωμένο στο αξεπέραστο φινάλε.

 

 Για την αμεσότητα και το νεύρο της ερμηνείας. Αυτό το «Κορίτσι του αποχαιρετισμού» και του αποχωρισμού είναι πολύ πιο αληθινό και αυθόρμητο από οποιοδήποτε Sex and the city οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Την ίδια χρονιά αστράφτει στην οθόνη ένας «Νευρικός εραστής» στριφνός και ανικανοποίητος, διανοούμενος, μπαγαπόντης, πικρόχολος και ερωτιάρης. Αστός ως το μεδούλι ο Άλλεν περιφέρεται με αιτία στη λαμπερή Νέα Υόρκη των seventies.

«Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» τον Οκτώβριο του 1917 δίνουν στον Μπήττυ την ευκαιρία να συνθέσει ένα δυνατό δράμα πολιτικού ρεαλισμού. Ακέραιο και σημαντικό.

Για την εαρινή Φλωρεντία, για το διάχυτο λυρισμό του Forster, για την αξιέραστη αισθητική του Ivory.

Για το Ανατολικό Βερολίνο του Ψυχρού Πολέμου, τον πολιτικό αμοραλισμό και τη φαυλότητα, για το πώς οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες απεργάζονται και εποπτεύουν τις ζωές των άλλων, για την εσωτερικότητα στην ερμηνεία του άτυχου πρωταγωνιστή.

Για τον αναδυόμενο φασισμό, όταν άπλωνε τα πλοκάμια του και έπνιγε τις ιταλικές μικροαστικές οικογένειες. Για την καταπιεσμένη mama, που ξαναθυμάται ή ίσως μαθαίνει για πρώτη φορά ότι είναι και γυναίκα. Μαστρογιάννι και Λόρεν ξανά μαζί, απίστευτα ώριμοι.

Σκληρός ανατόμος των αστικών ηθών ο Σαμπρόλ, δίνει ένα αριστουργηματικό θρίλερ σε εντεινόμενη κλιμάκωση. Για την απαράμιλλη κομψότητα, για τον τραυματικό επίλογο.

Μετά το «Καμπαρέ» ο Fosse ξεπερνά τον εαυτό του. Η σκληρή showbiz σε κωμική υπονόμευση. Μια έξοχη κινηματογραφική παρωδία. Bye bye life, bye bye happiness, hallo emptiness.

Αρκούν δύο μόνο σκηνές: Το αποκαθηλωμένο κεφάλι του Λένιν μέσα στο ποταμόπλοιο, όπως και όταν αποκαθηλώνεται και ο εικοστός αιώνας. Και κυρίως η γραμμή του ορίζοντα που ενώνεται με τη γραμμή της θάλασσας στην ομίχλη της Θεσσαλονίκης. Το πλοίο στη φωτογραφία μοιάζει να αιωρείται μαγικά!

Καθαυτό για το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει η τραγική Σόφι, όταν καλείται να διαλέξει πώς θα επιζήσει. Για τις ασίγαστες Ερινύες που την καταδιώκουν. Η Μέρυλ Στρηπ είναι εξολοκλήρου και αμετάκλητα η απόλυτη ηθοποιός…

Η άλλη όψη του ρατσισμού στη μεγαλοαστική Αμερική του ’60. Κάθριν Χέπμπορν και Σπένσερ Τρέησυ σε θαυμαστό συντονισμό για μία ακόμη φορά. Κι αυτό το χρωματικό ρακόρ σκηνικών και ενδυμάτων! Εικαστικό επίτευγμα.

Κορυφαίο δικαστικό δράμα. Δώδεκα σπουδαίες ερμηνείες, δώδεκα μεγάλοι ρόλοι, δώδεκα διαφορετικές οπτικές δώδεκα ενόρκων πάνω στο ίδιο ζήτημα. Κινηματογραφικός συλλογισμός διαυγής με εναλλασσόμενες προκείμενες. Για το ήθος και την ηθική του.

Ταινία αναφοράς για κάθε εκπαιδευτικό σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα σε κάθε εποχή. Την ίδια ακριβώς χρονιά με το «Όσα παίρνει ο άνεμος». Έξοχο και το remake, τριάντα χρόνια αργότερα, το 1969, με μεγαθήρια υποκριτικής σαν το Μάικλ Ρεντγκρέιβ και τον Πήτερ ’ο Τουλ.

Για την ευήθεια και το σπαραγμό στο βλέμμα της Guilietta Masina. Προτυπικό μοντέλο για όλες τις σχολές υποκριτικής. Για το ανάλγητο φινάλε. Για τους κώδικες του νεορεαλισμού.

Σπουδαίο, ανεπανάληπτο Hollywood. Μια ταινία για το παρασκήνιο του σινεμά στο σινεμά, για τον υποκείμενο ανταγωνισμό, για το είναι πριν από το φαίνεσθαι. Είναι βέβαια κι εκείνα τα (ευ)δαιμονικά Bette Davis’ eyes…

Για την κληρονομιά του γερμανικού εξπρεσιονισμού, που μεταλλάσσεται από τον Preminger σε εμβληματικό film noir. Μια αξεπέραστη σχολή, ένα σινεμά που αγαπάμε να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε…

Για την ποιητική λιτότητα της προτεσταντικής αξιοπρέπειας, κάπου στα παράλια της χώρας του Άμλετ. Για το ευ ζην που δεν χρειάζεται υποστυλώματα ευζωίας. Για το μεγαλείο της καρδιάς.

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος – Θεατρολόγος