Απόψεις Λογοτεχνία

“Λογοτεχνικές όψεις του μεγαλοαστισμού στη μεσοπολεμική Αθήνα” (4) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Τo κομπλιμάν του κυρίου Γιούγκερμαν

στη μαντάμ Σουσού…

Λογοτεχνικές όψεις του μεγαλοαστισμού στη μεσοπολεμική Αθήνα

[4ο Μέρος]

Ο Γιούγκερμαν περνώντας «δια πυρός και σιδήρου» θα κατορθώσει τελικά να επιβιώσει αλλά και να επιβληθεί. Τον βοηθά αποφασιστικά η εγγενής ευφυΐα που διαθέτει, οι πλούσιες εμπειρίες και ο αρριβισμός του. Με έξυπνα υπολογισμένες κινήσεις και ακαταπόνητη φιλοδοξία, με ελιγμούς και διαγκωνισμούς των αντιπάλων του, θα καταφέρει να ανέλθει στην ύπατη θέση του Διοικητή της Τράπεζας. Ο επιτυχής χειρισμός της περίπτωσης Σκλαβογιάννη τον καθιέρωσε. Η στάση ζωής του είναι αριστοκρατική. Διαθέτει υπηρετικό προσωπικό, έχει λιμουζίνα με σοφέρ και ντύνεται εξαιρετικά, με το λιτό chic που επιβάλλει η κλασική κομψότητα. Βιώνει πλέον μία εκλεπτυσμένη καθημερινότητα.

Επιλέγει ωστόσο τους χαμηλούς τόνους. Δίνει έμφαση στη δημόσια εικόνα του και αντιλαμβάνεται ότι η τήρηση ενός εκλεκτικού low profile εξυπηρετεί καλύτερα τους στόχους και τις προοπτικές του: «Το πρόγραμμά του ήταν να περνάει για grand seigneur, που από ιδιοτροπία ζούσε με διάκριση και χωρίς κοσμική λάμψη. Κι αυτό το σύστημα ακριβώς δημιούργησε γύρω του μια συμπαθητική ατμόσφαιρα.: «Ο Γιούγκερμαν; Έξυπνος άνθρωπος, πολύ ικανός, εξαιρετικά αξιοπρεπής». Αυτή ήταν η κοινή γνώμη.

   Για να είναι συνεπής στις κοινωνικές υποχρεώσεις του προτιμούσε ν’ ανταποδίνει τις περιποιήσεις έξω απ’ το σπίτι του: μια εκδρομή, ένα τραπέζι στην Τζι Μπι, ή στο Σέσιλ και πάντα σε περιορισμένο κύκλο. Μόνο μια φορά το χρόνο δεχόταν στη βίλα της Καστέλας: ένα μεγάλο επίσημο δείπνο, για τριάντα πρόσωπα. Τουαλέτες, φράκα, menu εξαίρετο, κρασιά διαλεγμένα, ατμόσφαιρα πολυτέλειας, καλαισθησίας και καλού τόνου. Ίσα ίσα για να δείξει στον κύκλο των φαμπρικατζήδων πως ήξερε να ζει τη μεγάλη ζωή, σαν ήθελε. Μα δεν ήθελε. Προτιμούσε τη μισόχρωμη υπόσταση του μετρημένου ανθρώπου. Βέβαια όλες αυτές οι κοινωνικές σχέσεις, που τις χαρακτήριζε φανερή τυπικότητα, δεν μπορούσαν να γεμίσουν τη ζωή του».   

Η απεικόνιση των προσώπων είναι παραστατική. Κάτω από το ρεαλιστικό ανάγλυφο υποφώσκει η αντίστοιχη κοινωνική σημειολογία. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες προβάλλουν ολοκληρωμένοι και πειστικοί, σκιαγραφημένοι με δραματικό βάθος ως αυτοτελείς θεατρικοί ρόλοι. Ο Καραγάτσης κρίνει τα ανθρώπινα ήθη απερίφραστα. Κάποτε γίνεται αφοριστικός Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Κλέαρχου Κιτρινάκη, κουνιάδου του Σάββα Σκλαβογιάννη. Ο άνθρωπος αυτός είναι παρασιτικός και γλοιώδης. Έχει εισέλθει στην οικογενειακή επιχείρηση και κερδοσκοπεί ασύστολα. Η επιλογή του επωνύμου του – εικάζω – αποτελεί εμπρόθετη επιλογή του συγγραφέα. Παραπέμπει σε κάτι νοσηρό, όπως ο κιτρινισμός. Ο Καραγάτσης σε υποσημείωση του στο μυθιστόρημα διευκρινίζει: «Ο άνθρωπος που μου ενέπνευσε, το 1939, τον Κλέο Κιτρινάκη, είναι σήμερα παγκόσμια φτασμένος, χάρη στον πλούτο που κέρδισε με την αξιοσύνη του. Αυτό όμως δε με κάνει ν’ αλλάξω γνώμη σχετικά με τη διανοητική και την ηθική του οντότητα». Ο συγγραφέας εδώ δεν είναι απλώς επικριτικός, είναι αμείλικτος. Ουσιαστικά μορφώνει κοινωνική στάση: «Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Κλέαρχος Κιτρινάκης, ο περίφημος κουνιάδος. Μέτριος στο ανάστημα, είχε σώμα κακοσουλουπωμένο, που προασπαθούσε να το κρύψει με περίτεχνα φανταστικά κοστούμια. Το κεφάλι του ήταν μεγάλο, με πρόσωπο αντιπαθητικό και κάπως σαχλό. Μιλούσε με το νιανιαρίστικο τρόπο των dandies της αθηναίικης σνομπαρίας. Γενικά, μόλις τον πρωτόβλεπες, έλεγες: «Μωρέ, τι χαζό μούτρο είν’ αυτό!». Κι είχες δίκιο χωρίς να’ χεις· γιατί ήταν πονηρός, αφάνταστα παμπόνηρος στις μικροδουλειές του. Είχε μοναδική ικανότητα να γοητεύει χατζηαβάτικα, να μπερδεύει τα πάντα σ’ όφελός του, ν’ ανακατεύει όλο τον κόσμο με τις κομπίνες του, που δεν είχαν άλλο σκοπό από τον άμεσο κι εύκολο χρηματισμό του. Αν βάλεις όμως στην μπάντα αυτά τ’ αμφισβητούμενα προτερήματά του, στο φόντο έμενε ο σαχλός και μικρόμυαλος νεαρούλης, άδειος όχι μόνο από κάθε ηθικό κόσμο, αλλά κι από μέση νοημοσύνη. Πάντα πρώτος σ’ όλα τα κέντρα και τα σπίτια όπου ο «κόσμος» διασκεδάζει, πεσμένος δίπλα σε μια όμορφη γυναίκα, φλέρταρε με το συμβατικό κοκωβίστικο τρόπο των νεαρών του σιναφιού του. Ματιές λιγωμένες προς το ηλίθιο, φλυαρία σαχλή μέχρι ξερατού, γλυκάδες και σαλιαρίσματα – κυριολεχτικά σαλιαρίσματα. Όταν μιλούσε σε γυναίκα, του τρέχαν τα σάλια. Κι όμως είχ’  επιτυχίες. Ήταν, βλέπεις, ο παράς…[1]».

Ο Κιτρινάκης είναι ανόητος και επηρμένος. Διαρκώς βυσσοδομεί, μεθοδεύει, ραδιουργεί· πάντα όμως κομψευόμενος και με γλώσσα ανάμεικτη, ελληνογαλλικής ευπρέπειας. Κολακεύει και διεγείρει τη μεγαλομανία των Σκλαβογιάννηδων, συντελώντας στην οικονομική τους κατάπτωση. Θα τους επηρεάσει για την αγορά του μεγάλου αργοκτήματος στην Ακράτα. Ο Γιούγκερμαν, όταν αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας Σκλαβογιάννη, ως τραπεζιτικός απεσταλμένος, θα φροντίσει να τον εξουδετερώσει. Απευθυνόμενος στον Κλέο, του μιλάει κοφτά και είναι αμετάκλητος: «Εσύ κατέστρεψες τους Σκλαβογιάννηδες. Βοήθησε και η σπατάλη της ματαιοδοξίας, μα εσύ γαργαλούσες τη ματαιοδοξία τους. Είχες το σκοπό σου: να τους βγάλεις αυτούς και να μπεις εσύ. Μισοπέτυχες εκείνο που ήθελες, τους έβγαλες· μα στη θέση τους μπήκα εγώ. Τίποτε δε θα μ’ εμπόδιζε να σου πληρώσω τους κατά νόμον τέσσερους μισθούς και να σε στείλω στο διάβολο. Μα μού είσαι συμπαθητικός παλιάνθρωπος. Ξέρεις τη δουλειά, μπορείς να με βοηθήσεις. Αν θέλεις, κάνε το λογαριασμό σου και μείνε. Δώδεκα χιλιάρικα το μήνα, ούτε πεντάρα παραπάνω. Οι παλιές λωποδυσίες πάνε πια. Ξέχασε τις προμήθειες των μπαμπακάδων (θα τις παίρνω τώρα εγώ) και τις δωροδοκίες των πελατών (αυτές καταργούνται). Και προσοχή! Μη θαρρείς πως μπορείς να με γελάσεις. Θα σ’ αρπάξω απ’ το πετσί του σβέρκου και θα σε στείλω τσιφ στον εισαγγελέα…

   Κι ο Κλέος υποτάχθηκε. Έγινε χαμηλός, χαμηλός, ισόπεδος, ταπεινός, «χώμα – γιοφύρι να γενώ, να με πατήσεις, άρχοντά μου», δουλοπρεπής Χατζηαβάτης, συλλογιζόμενος πως δώδεκα χιλιάρικα δεν τα βρίσκεις στο δρόμο κάθε μήνα. Πως ίσως, κάποτε, ν’ αλλάξουν τα πράματα· και κάλλιο να είναι μέσα παρά έξω».   

Η κριτική του Καραγάτση είναι σχηματική και βασίζεται σε αιτιολογικά κριτήρια Δεν είναι όμως σχηματικοί οι χαρακτήρες, δε σχεδιάζονται ως καρικατούρες της κοσμικής ζωής. Έμφαση δίνεται στα ψυχικά ελατήρια και στα ηθικά κίνητρα της συμπεριφοράς. Αυτό πιστοποιείται με σαφήνεια, όταν για παράδειγμα ο φακός στρέφεται στη γυναίκα του Ντίνου, τη διαβόητη Αθηνά Σκλαβογιάννη: «Ήταν τετραπέρατη γυναίκα, η κ. Αθηνά. Δηλαδή όχι και τόσο τετραπέρατη. Υπερτιμούσε μια σχετική εξυπνάδα που είχε, συνοδευμένη από αρκετές κενοδοξίες, μικροπρέπειες, ψυχικές χαμηλότητες και γυναικείες μικρότητες[2]. Απ’ όλες τις κυρίες Σκλαβογιάννη ήταν η πιο «απολίτιστη», η λιγότερο συμπαθητική. Η κ. Φρόσω, η γυναίκα του Αριστοτέλη, ήταν αγαπητότερη και ειλικρινέστερη. Η κ. Λίνα του Σάββα, όμορφη κι εκλεπτυσμένη, έπαιζε το ρόλο της grande dame. Αυτή εδώ δεν είχε εξαγνισθεί από το χαμηλό περιβάλλον της προέλευσής της. Ήταν κόρη ενός Λευκαδίτη μικροαστού, που είχ’ εμπορικό πανικών στον Πειραιά. Ο Ντίνος την πήρε από αγάπη – στα νιάτα της πρέπει να ήταν όμορφη – χωρίς να βρει αντίσταση από το γερο – Στρατή, που προτιμούσε για τους γιους του τέτοιους μικροαστικούς γάμους. Το κυριότερο γνώρισμά της ήταν η κενοδοξία, και ιδίως το φλογερό μίσος που έτρεφε για τη συνυφάδα της, τη Λίνα, που με τη δική της κενοδοξία κέντριζε τη ζήλια των δυο αλλονών. Κατόρθωσε να επιβληθεί ολότελα στον άβουλο άντρα της και να τον παρασύρει στο συναγωνισμό των τριών κυριών Σκλαβογιάννη, που μεταφράζονταν σε σπατάλη. Ζιμπελίν η Λίνα, ερμίν εγώ. Hispano ο Σάββας, RollsRoyce εμείς. Στην Ελβετία η Ελέν, στην Αγγλία η Ντίνα. Ελέν η Ελενίτσα; Dinah η Ντίνα κ.ο.κ».

Στον Ψαθά η κοινωνική κριτική και η σημαντική της διογκώνονται. Καταλήγει σε μεγαλαυχία του kitsch. Περιγράφοντας την κοσμική πρωθιέρεια του Κολωνακίου με το απίθανα εμβληματικό ονοματεπώνυμο Ζιζή Κιτσομήτρου τονίζει: «Κυρία Κιτσομήτρου. Όνομα βαρυσήμαντο, πασίγνωστο στους ανώτατους κύκλους. Οι κοσμικογράφοι κόπιαζαν πολύ ν’ ανανεώσουν τα ποιητικά επίθετα σαν ήταν να την αναφέρουν. Την έλεγαν παστέλ, νεράιδα, πικάντικη ομορφιά, άνθος των σαλονιών κλπ. […]. Η κυρία Ζιζή Κιτσομήτρου ήταν καμιά τριανταριά χρονών, λεπτή, νόστιμη, έξυπνη, ζηλιάρα και φιλήδονη.

   Είχε αρετές πολλές. Μέλος επίλεκτο της σνομπαρίας, θαύμαζε τον άντρα της [βουλευτής ασφαλώς του κυβερνώντος κόμματος], αλλά ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν έψαχνε να βρει την προσωπική της ευτυχία σε άλλα. Διακριτική απέναντί του. Προπάντων όταν γινόταν υπουργός, φρόντιζε να μην τον απασχολεί στα ύψιστα καθήκοντά του και πρόσφερε κι αυτή έμμεσα τις υπηρεσίες της στην πατρίδα, ξαλαφρώνοντάς τον απ’ τις πεζότατες συζυγικές υποχρεώσεις του. Κι αυτά, όπως δα γίνεται στους κύκλους του «πολιτισμένου κόσμου», δεν ήταν άγνωστα. Όλοι τα ήξεραν εκτός από τον κ. Κιτσομήτρο, μπροστά στον οποίο, φυσικά, κανένας κύριος δεν έκανε τέτοιες κουβέντες ούτε και υπαινιγμούς. Οι φίλοι του απλώς μουρμούριζαν από πίσω του, όπως από πίσω απ’ αυτούς μουρμούριζαν άλλοι για άλλα ανάλογα ατυχήματα, καθώς από άγραφους ηθικούς νόμους συνηθίζεται να γίνεται πάντα στα σαλόνια, για να κρατιέται η ισορροπία, η τάξη και ο πολιτισμός στα υψηλά επίπεδα των προηγμένων κοινωνιών[3].

      Ήταν κομψή. Ελκυστική – που λένε. Είχε φωνή ζεστή κι η φλυαρία της δεν ήταν ποτέ ανυπόφορη ούτε το κουτσομπολιό της. Κοσμικότατη, είχε ένα σπίτι ανοιχτό σ’ έναν κύκλο περιορισμένο και εθεωρείτο από τις «πικάντικες» ομορφιές των σαλονιών. Στο τραπέζι της κάθονταν υπουργοί, στο κεφάλι της κάλπαζαν φιλοδοξίες, στο κρεβάτι της ξεπέζευαν οι νεαροί και στους προθαλάμους της περίμενε μια φορά τη βδομάδα ο φτωχός λαός. Έβρισκε πολύ σικ ν’ ακούει τους καημούς και τ’ άπειρα προβλήματά του, για να επισπεύσει τη λύση τους μεσολαβώντας στον υψηλό αφέντη και κύριό της, που σκοτωνόταν ο καημένος για τα ζητήματα του «δυστυχούς ελληνικού λαού», που ήταν τόσο συμπαθητικά ηλίθιος, ώστε να τον ψηφίζει με φανατισμό και πίστη, για να βρει απ’ αυτόν τη σωτηρία του. Παστέλ!».

            Αυτήν την κοσμική πανδαισία συμπληρώνει θαυμάσια και μία ακόμη εκλεπτυσμένη παρουσία και βασική ανταγωνίστρια της Σουσούς: «Η κυρία Σμίγλερ ήταν μια όμορφη ξανθιά. Γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στο Παρίσι, παντρεύτηκε στο Βερολίνο έναν Έλληνα απόγονο, λέει, των Βαυαρών[4] κι ερωτεύτηκαν αλληλοδιαδόχως σ’ όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου, για να εγκατασταθεί πάλι στην Αθήνα, όπου ο άντρας της – ηλικιωμένος και ευγενέστατος – έκανε τη μεγαλύτερη ευγένεια της ζωής του: να πεθάνει εγκαίρως και να της αφήσει μαζί με το ωραίο όνομά του και τ’ άφθονα εκατομμύριά του.».

Η Σουσού ασφαλώς δε διαθέτει αυτές τις προδιαγραφές. Καταρχάς είναι απαίδευτη: «Μόρφωση; Α, όλα κι όλα, είχε το μυαλό της ελεύθερο από περιττά βάρη η Σουσού. Ήξερε βέβαια ότι είχαν γίνει και μερικά άλλα σημαντικά γεγονότα στον κόσμο πριν από το κοσμοϊστορικό γεγονός της δικής της γέννησης αλλά δεν ένιωθε καμιά περιέργεια για δαύτα ούτε και σκέφτηκε ποτέ να λυπηθεί στα σοβαρά, γιατί δε φρόντισε να τα μάθει. […] Έκανε ωστόσο χρήσιμες σπουδές ως την Τετάρτη του Δημοτικού, όσο της χρειαζόταν ν’ αρπάξει μερικές καθαρευουσιάνικες εκφράσεις, στις οποίες είχε μιαν απέραντη κλίση και αδυναμία. Κατά τα άλλα από τα σχολικά της χρόνια διατηρούσε την ανάμνηση ενός ατέλειωτου πονοκεφάλου…» Η ίδια συνήθιζε να δηλώνει για αυτό το θέμα: «Αστειότης. Όλο το παν για  μια γυναίκα είναι η κοινωνική μόρφωσις, που λέμε, να ξέρεις, δηλαδής, να δεχτείς στο σπίτι σου, γαλλικά, δεξιώσεις, πιάνα και τα τοιαύτα. Αλλά προπάντων το πλέον ουσιαστικό είναι να έχεις αέρα». Όμως αυτό ακριβώς αποτελεί το κύριο προσόν της. Δεν πτοείται από τίποτε, όχι επειδή αμύνεται αλλά επειδή είναι φύσει μεγαλομανής. Θεωρεί πως δικαιούται να ανήκει στην αριστοκρατία: «Γεννημένη για μεγάλες πτήσεις, ενεργούσε με φυσικότητα που απέρρεε από τα τρίσβαθα της ύπαρξής της. Έτσι μπήκε στον καθωσπρέπει κόσμο με το τουπέ που της χάρισαν οι ουρανοί. Ούτε απόρησε. Ούτε ξιπάστηκε. Ούτε τα έχασε. Ούτε έδειξε υπέρμετρη χαρά. Δέχτηκε με αξιοπρέπεια την ευτυχία κι ήταν έτοιμη να ζήσει τη ζωή της με τη σοβαρότητα που επέβαλλε η ιδιοσυγκρασία και η κοινωνική της θέση.[…] Κολωνακιώτισσα; Αστείο πράγμα! Για βασίλισσα στο Κολωνάκι την προόριζε η μοίρα της. Και τραβούσε ίσια κατά κει. Χωρίς κανένα κόπο. Ό, τι κι αν χρειαζόταν το είχε μες στο αίμα της. Τα βάθη της ψυχής της τα δονούσε η ακλόνητη πεποίθηση πως ήταν «άλλο πράγμα». Κι όλους τους έβλεπε μυρμήγκια. Είτε στο Βούθουλα είτε στο Κολωνάκι […] Κι ο Βούθουλας; Άλλο μυστήριο! Ούτε τον σκεφτόταν η Σουσού. Σαν να μην υπήρξε ποτέ στη ζωή της η θλιβερή εκείνη περίοδος που έζησε ανάμεσα στις τσοκαρίες. Σαν όλη εκείνη η εποχή να μην ήταν τίποτε άλλο παρά μια αναμονή, κάτι το προσωρινό, ένα ταπεινό και άνισο πρελούντιο για τη συναρπαστική συμφωνία της μεγάλης ζωής, που της συνέθεσε η μοίρα. Ο Παναγιωτάκης; Αυτός κάπως της ερχόταν στο μυαλό, πολύ αμυδρά. Σαν ένας μακρινός θλιβερός τόνος, στο βάθος του οποίου υπήρχε μια αδιόρατη απόχρωση τρυφερότητας: «Πωβρ Παναγιώτ!…» Τίποτ’ άλλο». Ο Καντακουζηνός παντρεύτηκε τη Σουσού βάσει ενός καταχθόνιου σχεδίου, που είχε εξαρχής θέσει σε εφαρμογή. Στο τέλος θα την καταστρέψει οδηγώντας την στη χρεωκοπία. Ωστόσο και ο ίδιος εντυπωσιάζεται από την προσωπικότητά της, αυτή την ακατέργαστη ποιότητα φυσικού σνομπισμού, που διαθέτει. Θα εκμυστηρευτεί: «[Η Σουσού] είναι σπουδαία για μένα. Έχει μέσα της όλες τις πρώτες ύλες μιας σνομπ, έχει το πνεύμα, την απόλυτη αυτοπεποίθηση της ανωτερότητας, σε διαστάσεις απολαυστικές. Είναι πηγαία. Γνήσια. Δεν ξέρει τη σοφή τέχνη να κρύβει τις σκέψεις, το μυαλό, τη φαντασιοπληξία της. Κοντά της, λοιπόν, ο ρόλος μου είναι ο ρόλος καλλιτέχνη. Να την περιμαζέψω. Να φτάσω απ’ αυτή τη θαυμάσια πρώτη ύλη ένα αριστούργημα».

Η γυναίκα αυτή με την αδάμαστη ενεργητικότητα και την έμφυτη αλαζονεία είναι ουσιαστικά ένα πρόσωπο τραγικό. Ο Ψαθάς την ψυχογραφεί με ευκρίνεια. Ο σουσουδισμός, γνώρισμα της νεοελληνικής πραγματικότητας, απορρέει από αυτά τα κριτήρια. Ο Παύλος Παλαιολόγος στη θεατρική κριτική του στο «Ελεύθερον Βήμα» για την πρώτη παράσταση της «Μαντάμ Σουσούς» το 1941 θα υπογραμμίσει τα συστατικά αυτής της νοοτροπίας: «Σε κοινωνία νεοσύστατη όπως η δική μας, που μέσα σε εκατόν είκοσι μόλις χρόνια δημιούργησε τόσο τεράστιες αποστάσεις, ώστε να’ χει τον Μπύθουλα και το Κολωνάκι της, πώς μπορεί να μη σχηματιστεί ατμόσφαιρα σουσουδισμού; Κάποια Σουσού κατά ένα τρόπο θα βρίσκεται μέσα μας. Μια Σουσού, που όταν βρίσκεται στην αφετηρία της – υπόγειο, τσόκαρο και κρεμμύδι – ατενίζει το τέρμα των ονείρων της – πολυκατοικία, γαλλικό και δεξίωση – κι όσο δε φτάνει σ’ αυτό, τόσο το λαχταρά αλλά συγχρόνως το δυσφημεί και το ειρωνεύεται. Όταν δε η μοίρα την ευνοήσει, όπως ευνόησε τη Σουσού, τότε, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει, οι σκέψεις, οι αναμνήσεις, οι φόβοι, οι νοσταλγίες, κάποτε στρέφονται προς το σημείο εκκινήσεως. Αν εξαιρέσετε είκοσι, τριάντα, πενήντα ονόματα που έχουν να επιδείξουν παλιές περγαμηνές ευγενείας, σε κάποιον Μπύθουλα πρέπει ν’ αναζητήσετε το λίκνο της λοιπής αριστοκρατίας. Κάντε πως ξύνετε λίγο τον καλό μας κόσμο. Πριν φτάσετε στην τρίτη γενεά θα προσκρούσετε στην γκλίτσα και το τσαρούχι του προπάτορος». Τα επινοημένα από το συγγραφέα ονοματεπώνυμα των grandes dames της εγχώριας αριστοκρατίας δεν απέχουν από αυτές τις καταβολές. Παραπέμπουν ευθέως στην ελληνική ύπαιθρο και το βουκολικό βίο: κυρία Κιτσομήτρου, κυρία Αλεπούδη, κυρία Τζιρομύτη, κυρία Κωστούλα…[5]

Αιμίλιος Βεάκης,

Το αυτό θα επισημάνει και ο σπουδαίος ηθοποιός Αιμίλιος Βεάκης, που υποδύθηκε τον ατυχή σύζυγο Παναγιωτάκη στην ίδια παράσταση. Όντας πολιτικοποιημένος καταθέσει τις πεποιθήσεις του για τις εκφάνσεις του σουσουδισμού στη νεοελληνική κοινωνία. Στη συγχαρητήρια επιστολή που απέστειλε στο συγγραφέα τον Ιούλιο του 1941 γράφει: «Αυτή η τραγική ύπαρξη, η Σουσού σου, αυτός ο θηλυκός Δον Κιχώτης, ο καθάρια ρωμαίικος, είναι ένα τεράστιο κωμικοτραγικό σύμβολο της μικροαστικής μεγαλομανίας του λαού μας, μεγαλομανίας που περικλείνει όλες τις αιτίες και τις βαθύτερες αφορμές της τραγικής του μοίρας. Και ακόμα το μπάσιμο της Σουσούς μέσα στη λεγόμενη αριστοκρατία μας, που, κατά το πλείστο, από Σουσούδες αρσενικές ή θηλυκές αποτελείται […] είναι μέσα στο υπέροχο βιβλίο σου η κλασικότερη σάτιρα… Γράφεις στον πρόλογό σου να προσέξουν το γνώρισμα του εαυτού τους οι αναγνώστριές σου. Γιατί όχι και οι αναγνώστες σου; Πόσους αρσενικούς Σουσούδες δε βλέπουμε κάθε μέρα ακόμα και σ’ αυτούς τους καλλιτεχνοφιλολογικούς κύκλους μας»; Και κοντά σε αυτούς και «ολόκληρο το κράτος της 4ης Αυγούστου».

Αριστοτέλης Αλ. Παπαγεωργίου

   Φιλόλογος – Θεατρολόγος

Σημείωση Φαρέτρας: «Το 5ο από τα 7 μέρη της εργασίας θα αναρτηθεί το ερχόμενο Σάββατο  14  Ιανουαρίου»     

………………………………………………………………………………………………..

[1]               Ο Κλέος ιδιοσυγκρασιακά παραπέμπει σε έναν εξίσου σαχλό αλλά και επικίνδυνο μεσήλικα του κολωνακιώτικου μικρόκοσμου, τον Άλεξ, στο θεατρικό έργο του Σπύρου Μελά «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» (1935). Πρόκειται για κοινωνική κωμωδία καταστάσεων. Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στην Αθήνα ακριβώς την ίδια εποχή.

[2]               Παρατηρείται ότι σε κείμενα του μεσοπολέμου ο λόγος εμπεριέχει σεξιστικές εκφάνσεις. Διατυπώνεται αβίαστα αναπαράγοντας τη στερεότυπη αντίληψη για τα ηθικά και κοινωνικά γνωρίσματα των φύλων.

[3]               Ενδεχομένως ο Ψαθάς στο σημείο αυτό είναι υπέρ το δέον διδακτικός, καθώς στηλιτεύει χιουμοριστικά το φαρισαϊσμό ως κοινωνικό φαινόμενο. Στο θέμα αυτό θα επανέλθει δριμύτερος λίγο αργότερα, στο θεατρικό έργο του «Μικροί Φαρισαίοι» το 1954. Πρόκειται για μείζον γνώρισμα  του μεγαλοαστικού καθωσπρεπισμού. Η οπτική του συγγραφέα απέναντι σε πρόσωπα και νοοτροπίες είναι καυστική και πιο προοδευτική, σχεδόν «αριστερή». Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, το 2006, η Παυλίνα Νάσιουτζικ στο μυθιστόρημα της «Μαμάδες βορείων προαστίων», ένα best seller που προκάλεσε αίσθηση, θα καταθέσει τα ίδια συμφραζόμενα σχετικά με την υποκρισία αλλά και τη συναισθηματική αναλγησία αυτών των κύκλων στη σύγχρονη Αθήνα της άρχουσας τάξης: «Ήθελα τόσο να μιλήσω σε κάποιον αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανένα: ήταν άγραφος νόμος ότι για τέτοια θέματα μιλάς περιφραστικά και δεν επιτρέπεται να αναλύεις.

   Στον κύκλο μας οι σημερινές φίλες ήταν οι αυριανές εχθρές· αρκούσε ένα «τι», ένα απειροελάχιστο «τι», για να διαλύσει μια φιλία. Μια κακή μέρα στο spa, μία υπηρεσία που την υπέκλεψες από μία άλλη, ένας καλύτερος βαθμός του ενός ή του άλλου παιδιού, και οι κραταιές φιλίες των cappuccino και των espresso κατέρρεαν πιο γρήγορα και από τους Δίδυμους Πύργους.

   Και δεν ήταν μόνο οι φιλίες· ένας αέρας μειωμένων συναισθημάτων διέτρεχε τα προάστιά μας, ένας αέρας που επηρέαζε ακόμη και τις σχέσεις γονιών – παιδιών. Οι άνθρωποι εδώ ήταν πάντα ερωτευμένοι με τις εικόνες της ζωής τους, δηλαδή με τη δημόσια εικόνα τους, την οποία όφειλαν να διαφυλάττουν με κάθε κόστος. Έτσι, οι αξιοπρεπέστατοι κατά τ’ άλλα – μα ποια άλλα, υπάρχουν άλλα; – γονείς του φίλου μου Έκτορα Χ., μόλις έμαθαν ότι ο γιος τους έχει AIDS, τον πέταξαν έξω από το δωμάτιό του, στον πρώτο όροφο μιας φουτουριστικής μονοκατοικίας στη Φιλοθέη, και τον έβαλαν να κοιμάται στο γκαράζ, δίπλα στο σπιτάκι του σκύλου. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι δεν ήθελαν να τον βλέπει ο κόσμος που πήγαινε στις δεξιώσεις και τα φιλανθρωπικά τσάγια τους. Και δεν αρκέστηκαν σ’ αυτό· στοίχειωσαν τους τελευταίους μήνες της ζωής του, κάνοντάς τον ένα σύγχρονο λεπρό, έναν λεπρό που έπρεπε να εξαφανιστεί από τα μάτια των ανθρώπων.

   Κανένας λογικός άνθρωπος δε γεμίζει με πολεμοφόδια τις τσέπες του εν δυνάμει εχθρού του»… Πάντως, η υποκρισία της άρχουσας τάξης συνιστά εν γένει λογοτεχνικό τόπο και στα νεοελληνικά γράμματα. Επί παραδείγματι, ο Παύλος Νιρβάνας ήδη το 1924 στο μυθιστόρημά του «Αγριολούλουδο» θα τη μυκτηρίσει αποτυπώνοντάς την στην πλέον σκοτεινή της εκδοχή.         

[4]              Η Έλενα Ακρίτα σε παλαιότερο ευθυμογράφημά της σατιρίζει απολαυστικά την έπαρση αυτή των Νεοελλήνων, την ουτοπική όσο και εναγώνια προσδοκία τους για αναζήτηση προγόνων με περγαμηνές αριστοκρατικής καταγωγής. Πρβλ. Έλενα Ακρίτα (1981) «Από την Έλενα με χαμόγελο», Κάκτος, Αθήνα – το ευθυμογράφημα με τίτλο «Κλείστε με για μια μιζανπλί».

Αντιστοίχως και η Λιλίκα Νάκου θα επανέλθει σε αυτό το ζήτημα, υπό διαφορετική οπτική. Στο μυθιστόρημά της «Για μια καινούργια ζωή» (Δωρικός, Αθήνα 1960), που η υπόθεσή του εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, καταγράφεται το πλέγμα της αντιπαλότητας μεταξύ των αυτόχθονων αγωνιστών και της φαναριώτικης αριστοκρατίας στο σύγχρονο νεοελληνικό κράτος: «Γέλασε ο ναύαρχος τελειώνοντας την ιστορία του, γελάσανε και οι άλλες δέσποινες ανόρεκτα, έτσι από ευγένεια… Ξαφνικά η γηραιά Φαναριώτισσα με έναν τρόπο απότομο, σαν θυμωμένη, φώναξε στα γαλλικά: En effet cetait des rudes paysans les Grecs du continent tandis que nous autres nous étions differents (= Στην πραγματικότητα οι στεριανοί Έλληνες ήταν τραχιοί χωριάτες, ενώ εμείς οι άλλοι, ήμαστε αλλιώτικοι). Ο ναύαρχος Πολύμπεης τότε δε βάσταξε και γύρισε στη Βαρβάρα (την κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος) και σιγανά της λέει:

– Δεν πάει να λέει! Οι Φαναριώτες όμως δε βγήκανε στα βουνά όπως εμείς, ούτε αγωνιστήκανε, ούτε τους σουβλίσανε οι Τούρκοι… Ενώ εμείς οι άλλοι υποφέραμε, αγωνιστήκαμε. Και αν δεν υπήρχαν οι χωριάτες αυτοί της Ρούμελης και του Μοριά, που κάνανε τα θάματα του ’21, Ελλάδα τώρα δε θα υπήρχε!… Αυτοί οι αριστοκράτες από το Φανάρι οι γαλαζοαίματοι το σκάσανε στο εξωτερικό. Άλλοι πήγανε στη Ρουμανία και απομυζούσανε το ρουμανικό λαό, άλλοι στη Φλωρεντία….». 

[5]               Επιστρέφοντας στις αφετηρίες του νεοελληνικού κράτους ο γάλλος μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος Edmon About αναφερόμενος στην Αθήνα του 1850 θα σημειώσει: «Η Αθήνα είναι μία πόλη είκοσι χιλιάδων ψυχών και δύο χιλιάδων σπιτιών. Η παρουσία της κυβέρνησης έκανε να θεμελιωθούν όλα αυτά τα κτίσματα και συγκρατεί τόσον κόσμο συγκεντρωμένο στο ίδιο σημείο. Αυτή η συμπτωματική πρωτεύουσα δεν έχει ρίζες. Δεν επικοινωνεί με δρόμους με το υπόλοιπο της χώρας. Δε στέλνει στην ενδοχώρα της Ελλάδας τα προϊόντα της βιομηχανίας της. Η πόλη δεν έχει προάστια. Τα ελάχιστα χωριά που την περιβάλλουν ούτε νοιάζονται διόλου για την ύπαρξή της. Η πεδιάδα κατά μεγάλο μέρος είναι ακαλλιέργητη. Με μια λέξη, τίποτε δε θα συγκρατούσε πια στην Αθήνα αυτόν τον πληθυσμό, αν η κυβέρνηση μεταφερόταν». Το έργο του  «La Grèce contemporaine» (1854), μολονότι επικρίθηκε, παρακολουθεί πιστά τη νεοελληνική ιστορική περιπέτεια. Πρβλ. σχετικά Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1992) Εξάρτηση και αναπαραγωγή – Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830 – 1922), Θεμέλιο, Αθήνα.

banner-article

Ροη ειδήσεων