Απόψεις

“ΒΕΡΜΙΟ ΟΡΟΣ – Γεωλογία – χλωρίδα – πανίδα” (5) του Γιάννη Τσιαμήτρου

Φλαμουριά

 Στα προηγούμενα σημειώματα γράψαμε γενικά για τη γεωλογία, τη χλωρίδα, τη πανίδα, τη κτηνοτροφία και  τα δασικά προϊόντα του Βερμίου και ένα απόσπασμα από το κείμενο – σχετικά με τα δέντρα και τους θάμνους του Ξηρολιβάδου) του Hμερολογίου 2015 – που  εξέδωσε ο Πολιτιστικός Όμιλος Ξηρολιβάδου και που επιμελήθηκε ο Ξηρολιβαδιώτης Αντώνης Μπουσμπούκης. Σήμερα συνεχίζουμε αυτό το  κείμενο:ΓΤ-1-260x300-1-2-1-1-2

 Bradṷ (Abies) «έλατος». Το έλατο  δεν ευδοκιμεί στον ευρύτερο χώρο του Ξηρολιβάδου. Ωστόσο, σήμερα είναι το κυρίαρχο δασικό δέντρο, που καλλωπίζει  τις αυλές πολλών σπιτιών-του. Το πρώτο έλατο που φυτεύτηκε, απ’ό,τι θυμάμαι, αλλά και το πιο θεριακωμένο είναι  αυτό που δεσπόζει  στην αυλή του αείμνηστου Τάκη Δημούλα (Μάρτου).

Το έλατο που τα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά στολίζει τα σαλόνια των σπιτιών, ως έθιμο, καθιερώθηκε στα νεότερα χρόνια στο χώρο της νεοελληνικής εθιμογραφίας.

Οι Ρουμάνοι στους γάμους πλέκουν στεφάνια από έλατο, που το λένε και αυτοί brad, ενώ οι Αλβανοί το προφέρουν breth. Η λέξη ανάγεται-πιθανόv-στο λατινικό bratus «δέντρο όμοιο με το κυπαρίσσι».

Στα Ζαγόρια έχουμε το χωριό Βραδέτο, που ανάγεται στο βλάχικο brădetṷ «δάσος μ’έλατα».

Δάσος ελάτης
Δάσος ελάτης

     Filuréau (Tilia) «φλαμουριά». Μέσα στο χωριό η παρουσία-της εντοπίζεται σε αυλές, όπου ρίχνει την παχιά σκιά-της κι ευωδιάζει με τα λουλούδια-της, που προσελκύουν το εργατικό μελισσολόι με τον συνεχούμενο βόμβο. Τον ίδιο μήνα, τον μήνα του Αϊ-Λιά, στη θέση Ξυλάλογο την αντικρίζουμε από μακριά, καθώς ξεχωρίζει ανάμεσα στις οξυές, με τα λευκάζοντα άνθη-της. Εκεί πηγαίναμε παλιά και μαζεύαμε τα λουλούδια-της για το χειμωνιάτικο τίλιο.

Στο Λεξικό της Αρωμουνικής του Τάκη Παπαχατζή υπάρχει μόνον ο τύπος tiljiu, όπου σχετίζεται με το ελληνικό τίλιο  και το ιταλικό tiglio. Ωστόσο, το έχω εντοπίσει με τον τύπο teljṷ στα βλάχικα της ορεινής Καλαμπάκας. Πρόκειται για τύπο άμεσα προερχόμενο από το λατιν.  tilium, όπου το /ĭ/, δηλ. ι βραχύ, τρέπεται κανονικά σε /e/.

Το μέλι της φλαμουριάς, κάπως πηχτό και σκούρο, είναι από τα πιο γευστικά και δυνατά του είδους-του.

     Cornu (Cornus mascula) «κρανιά». Θάμνος ή και θαμνόδεντρο, που στην Ελλάδα αναπτύσσεται σε όλες σχεδόν τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Στο Ξηρολίβαδο απαντά μέσα στο χωριό, ενώ έξω ευδοκιμεί περισσότερο προς τ’ανατολικά (κατεύθυνση προς τη Βέροια), όπου έχουμε και το τοπωνύμιο La Cornjilj alṷ Karaγιάnnḭ «Στις Κρανιές του Καραγιάννη».

Ο καρπός λέγεται coarnâ και πληθυντικός  coarni «κράνα». Όπως βλέπουμε η κρανιά (cornulṷ) στην επιστημονική-της ονομασία Cornus mascula «Κρανέα άρρην/αρσενική» είναι θηλυκού γένους (αν και λήγει σε -us) στα λατινικά, ενώ ο καρπός-της (coarna) ως cornum είναι ουδέτερο. Το ίδιο ισχύει στα λατινικά  και για όλα τα είδη δέντρων. Αντίθετα, στα βλάχικα έχουμε αρσενικό γένος για τα δέντρα και θηλυκό για τον καρπό-τους: fagṷ «οξυά», fagâ «καρπός οξυάς», prunṷ «κορομηλιά», prunâ «κορόμηλο» κτλπ.

Va nâ tsemṷ trâ coarni «θα πάμε για κράνα» ακουγόταν παλιά από παρέες παιδιών και γυναικών, που τα μάζευαν όχι μόνο για να τα φάνε αλλά και για να κάνουν λικέρ.

Η πιο γερή βέργα της κλίτσας (cârliglui) και η πιο γερή φορτωτήρα (furtutira) γίνεται από κρανιά.

Στα ιταλικά corneto σημαίνει «τόπος με κρανιές» και cornetto «μικρό κέρατο».

Σήμερα βελτιωμένη ποικιλία κρανιάς προβάλλεται ως δυναμική καλλιέργεια.

Κρανιά
Κρανιά

bjéu (Crataegus monogyna) «κράταιγος». Το gâbjéu είναι θαμνόδεντρο με αραιά αγκάθια, μικρά φύλλα μ’εγκοπές και κόκκινους μικρούς καρπούς, που θυμίζουν τον γνωστό πυράκανθο.

Σε νεοελληνικά ιδιώματα λέγεται γλογκιά, μαμουτζελιά, μερμελιτσά, μουρτζιά και τρικουκκιά. Στα βλάχικα λέγεται και mâceshṷ. Στο  Λεξικό του Νικολαϊδη μâτσέσου  σημαίνει  «άγρια μουσμουλιά».

Μουρτζιές, δηλαδή gâbjei, συναντάμε  στις άκρες από την Πάδη (οροπέδιο) του Ξηρολιβάδου.

Τα άνθη-του μικρά, άσπρα κι ευωδιαστά καλύπτουν τα κλαδιά-του με την πληθωρική-τους παρουσία. Θεωρείται πως αρωματίζουν το τσάϊ όταν τα προσθέσουμε, καθώς βράζει.

Στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών οι τύποι: γκαβτζιά, γκαμπτζιά κτλπ  από ιδιώματα του θεσσαλομακεδονικού χώρου θεωρούνται  ως προερχόμενοι από το βλάχικο gâbjeu. Ωστόσο,  η αρχική-του καταγωγή παραμένει προς διερεύνηση.

     Cupačiu (Quercus) «βελανιδιά, δρυς». Το δέντρο τούτο έτρεφε παλιότερα τους ανθρώπους, που έτρωγαν το ήμερο βαλάνι. Μέχρι και σήμερα η ανάμνηση της διαιτολογικής-του χρήσης διατηρείται  στις λέξεις φαϊ/φαγητό, έφαγα, καθώς στ’αρχαία ελληνικά φηγός και δωρικά φαγός σημαίνει «βελανιδιά». Έτσι, το βελανίδι έθρεψε για περισσότερο χρόνο τον άνθρωπο απ’ότι το σιτάρι, που άρχισε να καλλιεργείται την 9η π.Χ. χιλιετία. Από τον σίτο έχουμε τα: συσ-σίτιο, παράσιτο, ασιτία κτλπ. Στους κλασικούς χρόνους (5ος π.Χ. αιώνας) ο Ηρόδοτος αναφέρει τους Αρκάδες και τους Ακαρνάνες ως άνδρες βαλανοφάγους.

Το cupačiu/βελανιδιά είναι-πιστεύω- το πιο οικολογικό δασικό δέντρο, καθώς από το φύλλωμα και τους καρπούς-του ζούνε αγριόχοιροι, αρκούδες, λαγοί, σκίουροι κ.ά. Είναι το αντίθετο του πεύκου και του έλατου, που τα δάση-τους θεωρούνται ως πράσινη «έρημος».

Η φηγός/φαγός «βελανιδιά, δρυς»  θεωρούνταν δέντρο προφητικό στο μαντείο της Δωδώνης και σύμβολο του Διός.

Η λέξη cupačiu σχετίζεται-δεν κατάγεται-με το αλβανικό kopaҫe «κορμός δέντρου».

Τα cupaci τα συναντάμε στο Κοκκινόχωμα.

      Vuju (Sambucus ebulusΣαμβούκος ή χαμαιάκτη). Πρόκειται  για τη γνωστή

Σαμβούκος η γνωστή βουζιά ή κουφοξυλιά
Σαμβούκος η γνωστή βουζιά ή κουφοξυλιά

ή και βρωμούσα. Η ονομασία κουφοξυλιά οφείλεται στην ψίχα, την εντεριώνη, που εμπεριέχουν τα κλαδιά-της. Είναι μαλακή και αφαιρείται εύκολα, γιαυτό και τη λένε και αφροξυλιά. Το άλλο χαρακτηριστικό της βουζιάς, η δυσάρεστη μυρωδιά, της έδωσε τ’όνομα βρωμούσα.

Το βλάχικο vuju ή vuje (θηλ.) και το ελλην.  βουζιά, προέρχονται  από το βουλγαρικό bozŭ ή buzŭ. Από το λατιν. sabucus (sic) έχουμε στα βλάχικα και το συνώνυμο săucṷ.

Στο Ξηρολίβαδο η βουζιά απαντά σε αυλές ως θάμνος ή και δέντρο. Βούζια-θάμνοι υπήρχαν παλιά εκεί που τώρα είναι το σπίτι του Αντώνη  Φουρκιώτη. Φύτρωναν τόσο πυκνά και σε μεγάλη έκταση που έμοιαζαν με φυτώριο.

Η βουζιά λέγεται πως ήταν ο πρώτος θύρσος (τελετουργικό εξάρτημα-ραβδί) των θιάσων του θεού Διόνυσου. Στη θρησκευτική τούτη χρήση συνέβαλε-πολύ πιθανόν- το κούφιο εσωτερικά κλαδί ως σύμβολο διαύλου/επικοινωνίας με τον θεϊκό χώρο.

Τα άνθη-της γίνονται ευχάριστο τσάϊ, ενώ βελτιώνουν την επιδερμίδα των γυναικών, όταν χρησιμοποιούνται στη μπανιέρα.

 Γιάννης Τσιαμήτρος

Σημείωση Φαρέτρας: Το  έκτο και τελευταίο μέρος της  εργασίας του Γιάννη Τσιαμήτρου “ΒΕΡΜΙΟ ΟΡΟΣ – Γεωλογία – χλωρίδα – πανίδα” θα δημοσιευθεί την Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017)