Βιβλιοκριτική: “Δημήτρης Σιδηρόπουλος – Η αυτοβιογραφία μου” / γράφει ο Διονύσης Διαμαντόπουλος
«Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη» έλεγαν παλιά οι λαϊκοί παραμυθάδες καθώς ξεκινούσαν τη διήγηση εισάγοντας με τον τρόπο αυτό τους ακροατές στον κόσμο της φαντασίας και ξετυλίγοντας την πλοκή του παραμυθιού.
Στην πραγματική ζωή όμως, όπου οι ζωές των ανθρώπων δεν είναι φανταστικές ιστορίες και διασκεδαστικά παραμύθια, αλλά μια σειρά από καθοριστικές στιγμές, κρίσιμες επιλογές και προσωπικές μάχες, η κόκκινη κλωστή, αυτή που είναι τυλιγμένη στην ανέμη της ζωής του καθενός, είναι ένα δυνατό νήμα. Ένα νήμα που δίνει νόημα, αρχή και τέλος στην εξιστόρηση συνδέοντας τα παιδικά χρόνια του ανθρώπου με το πεπρωμένο του.
Αυτή την κόκκινη κλωστή πιάνει και ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος εξιστορώντας τη δική του πολυτάραχη ζωή μέσα από το εξαιρετικό του πόνημα με τίτλο «Η αυτοβιογραφία μου», που επιμελήθηκε με ζήλο η κόρη του – και φίλη μου – Χριστίνα Σιδηροπούλου.

Παρά τον τίτλο, θα έλεγα πως το συγκεκριμένο έργο δεν περιορίζεται στα στενά όρια μιας συνήθους αυτοβιογραφίας. Ο Δημήτρης Σιδηρόπουλος – ο Τάκης όπως τον αποκαλούν οι φίλοι και γνωστοί του – ως φωτογράφος που υπήρξε στα νιάτα του φωτογραφίζει μέσα από την προσωπική και οικογενειακή του ζωή μια ολόκληρη εποχή. Ρίχνει άπλετο φως στην ταραγμένη περίοδο της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου και του μετεμφυλιακού Κράτους προσφέροντας απλόχερα σε όλους εμάς ένα σπάνιο και εξαιρετικά χρήσιμο μάθημα τοπικής και ταυτόχρονα πολιτικής Ιστορίας. Ένα μάθημα που βγαίνει μέσα από κοινές μνήμες, προσωπικές εμπειρίες, άμεσες μαρτυρίες και επίσημες καταγραφές προσδίδοντας στο έργο του το αναγκαίο σ’ αυτές τις περιπτώσεις στοιχείο της αντικειμενικότητας.
Με την ευαισθησία που διακρίνει το έργο του, αλλά και τον ίδιο ως άνθρωπο, ο Τάκης Σιδηρόπουλος πιάνει την κόκκινη κλωστή της ζωής του από το μακρινό Καρς του Πόντου, τον τόπο καταγωγής των προγόνων του, ως ένδειξη επίγνωσης και σεβασμού της οικογενειακής ιστορικής κληρονομιάς. Και μέχρι να φτάσει στην άλλη άκρη της κλωστής, στον Άγιο Γεώργιο Ημαθίας, όπου είναι ο τόπος της σημερινής του κατοικίας, η προσωπική του ανέμη είναι γεμάτη από περιγραφές μιας ζωής που ξετυλίχτηκε σε χρόνους σκοτεινούς και δηλητηριασμένους από το πολιτικό μίσος, την τρομοκρατία, τη βία, τις στερήσεις και τις διώξεις.
Είναι όμως όλα αυτά που χαράχτηκαν στην ψυχή του και σφυρηλάτησαν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που δεν λύγισε ποτέ, που πάλεψε σκληρά για να επιβιώσει, που πρόκοψε παρά τις διώξεις και που δεν έχει αποστεί ποτέ από τα πιστεύω, τις ιδέες και τα ιδανικά του.
Στην αυτοβιογραφία του, ο Τάκης Σιδηρόπουλος μιλάει για όλα αυτά που η επίσημη Ιστορία δεν κατέγραψε ποτέ, γιατί μετά από έναν πόλεμο οι νικητές είναι αυτοί που επιβάλλουν όχι μόνο τους όρους τους, αλλά και τη σιωπή στους ηττημένους. Και το έργο του Τάκη Σιδηρόπουλου θρυμματίζει τη σιωπή και τον φόβο. Με γλώσσα λιτή, καθαρή και ανθρώπινη, αλλά και όπου χρειάζεται γεμάτη οργή και πάθος, μιλάει για τον φασισμό, για την προδοσία, για το Κράτος του χωροφύλακα και για τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ταυτόχρονα, από την κριτική του δεν εξαιρεί τα λάθη, τις παραλείψεις και τις βιαστικές αποφάσεις που στάθηκαν μοιραίες τόσο για την προσωπική του ζωή, όσο και για τον αγώνα των γονέων και των συντρόφων τους.

Πολλά θα μπορούσε να γράψει κανείς, ως σημεία αναφοράς στην περιπετειώδη ζωή του Τάκη Σιδηρόπουλου. Προσωπικά όμως θα σταθώ σε δύο συγκινητικές αναφορές. Η πρώτη είναι αυτή που λέει πως «πριν όμως χαρούμε την απολαυστική παρουσία της μάνας μας ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος…». Και η δεύτερη, «ήταν πολύ συγκινητική η συνάντηση με τους γονείς μου… και ακόμα πιο συγκινητικές και δύσκολες οι πρώτες μέρες, όταν δεν μπορούσαν να βγουν από το στόμα μου οι λέξεις μαμά και μπαμπά, γιατί μεγάλωσα χωρίς αυτές τις λέξεις και δεν μπορούσα να τις πω…».
Στέκομαι σε αυτές τις δύο αναφορές γιατί αγγίζουν την ιστορία της δικής μου οικογένειας και τον πυρήνα του δικού μου βιβλίου («Οι λέξεις που δεν χόρτασα») αποδεικνύοντας πως ο Εμφύλιος στη Χώρα μας, παρά τις διαφορετικές ιστορίες και αφηγήσεις, έχει κοινό παρονομαστή: Την ορφάνια που βίωσαν χιλιάδες παιδιά τότε. Μια ορφάνια που ως τραυματική εμπειρία στοίχειωσε τη ζωή τους και διαμόρφωσε τους χαρακτήρες τους.
Κλείνοντας, θα έλεγα πως υποκλίνομαι στην ιστορία ενός πολύπαθου, κατατρεγμένου, αλλά αλύγιστου και περήφανου ανθρώπου. Τον ευχαριστώ θερμά για την προσφορά του στην ιστορική έρευνα, εύχομαι το βιβλίο του να διαβαστεί από όσους περισσότερους γίνεται, ενώ η προσωπική αφιέρωση στην αυτοβιογραφία που μου χάρισε αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα.
Διονύσης Διαμαντόπουλος
Εκπαιδευτικός – συγγραφέας
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2026
………………
















































