Πολιτική Πολιτισμός Χρονογράφημα

«Και σήμερα φυσάει… Φυσάει  στα σταυροδρόμια του κόσμου» / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας από τους πιο αγαπημένους Έλληνες  ποιητές του 20ου αιώνα.

Ο Τάσος Λειβαδίτης.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως, στις 20 Απριλίου του 1922.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όμως τον κέρδισε τελικά η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση…

Τον αποκάλεσαν «Ποιητή του Έρωτα και της Επανάστασης.»

Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στον χώρο της αριστεράς…

Εξαιτίας της ιδεολογίας αυτής, το 1948 εξορίστηκε στον Μούδρο και μετά από ένα χρόνο στην Μακρόνησο κι  από κει ξεκίνησε τη συγγραφή του ποιητικού του έργου: “Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου.”

Το 1953  ο Τάσος Λειβαδίτης δημοσιεύει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»  για το οποίο του απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία. Το 1955, ο ποιητής θα δικαστεί για το συγκεκριμένο βιβλίο και η δίκη θα αποκτήσει πανελλήνιο ενδιαφέρον. Στο εδώλιο, ο ποιητής με αξιοπρέπεια, με ανθρωπιά και συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης διατυπώνει το σκοπό της τέχνης, πείθει το ακροατήριο και τους δικαστές και αθωώνεται.

Να λοιπόν εδώ θέλω να σταθώ.

Σε αυτό το ποιητικό έργο…
Που θαρρείς γράφτηκε τώρα.

Παραθέτω ένα απόσπασμα του ποιητικού του έργου και ένα δικό μου, μικρό κείμενο με σύγχρονες αναφορές.


Τάσος Λειβαδίτης – : “Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου.”

«φυσάει

Τα τζάμια των μεγαλουπόλεων είναι θολά βρωμισμένα απ’ τα πεινασμένα χνώτα μας
καθώς θάβουμε τους νεκρούς έχουν το στόμα τους ανοιχτό
οι νεκροί μας πεινάνε

Ένα κοριτσάκι κάθεται στο κατώφλι
έχει τυλίξει μ’ ένα πανί, σαν κούκλα, το δεκανίκι του πατέρα της
και το νανουρίζει
νάνι νάνι

Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκκαλιά μας
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
τα παράθυρα είναι τυφλά
φυσάει

Μια λεχώνα ουρλιάζει κάτω απ’ τον παραμορφώμενο ουρανό
ο άντρας της γυρίζει τους δρόμους ζητιανεύοντας ένα κερί
ν’ ανάψει δίπλα στο νηογέννητο

Οι χορταρομαζώχτρες γυρίζουν τα χωράφια
μαζεύοντας στην ποδιά τους σφαίρες σάπιες αρβύλες και κιτρινισμένα γράμματα
ά, γεννάτε γεννάτε μανάδες
κοιλοπονάτε
ουρλιάχτε απ’ τους πόνους της γέννας
σκίστε τα ρούχα σας και τυλίχτε μη σας κρυώσει το μωρό
γεννάτε γεννάτε
χρειάζεται κι’ άλλους νεκρούς ο πόλεμος
φυσάει

Φυσάει μες απ’ τους σκισμένους αγκώνες των
χαμάληδων
φυσάει μες απ’ τα τρύπια βρακιά των ανέργων
φυσάει
φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού

Ο υπουργός χειρονομεί
πάνω στο χαμηλό μαύρο ουρανό
τα χέρια του σχεδιάζουν την προδοσία

Μια γριά σταυροκοπιέται : Κύριε των δυνάμεων
– των Δυτικών βέβαια Δυνάμεων
Ένας οδοκαθαριστής τρέμει απ’ το κρύο
τα δόντια του χτυπάνε

παίζοντας ένα υπόκωφο οργισμένο τραγούδι
έι αφεντικά…
ποιός φώναξε
κανείς
φυσάει

Εργάτες απ’ τη λαχαναγορά απ’ τις πριονοκορδέλες απ’ τα λιπάσματα
φορτοεκφορτωτές πλύστρες εργάτες απ’ τα νταμάρια
τα τσούρμα απ’ τα λιμάνια που κουβαλάνε τα σακιά του
αλευριού
80 κιλά το καθένα
γριές που καθαρίζουν τα δημόσια αποχωρητήρια
με τα μάτια τους κόκκινα και πρησμένα απ’ την αμμωνία
Ο άνεμος βουίζει στις παρόδους στις πλατείες στους σταθμούς
βουίζουν οι στέγες, τα σύρματα, οι καμπάνες
βουίζουν τα χρόνια που έρχονται

Δυο εργάτες κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα
δεν ακούς τι λένε
βλέπεις μονάχα τα πλατειά τους χείλια να σαλεύουνε σαν χέρια
έτοιμα να χτυπήσουν

Ένα γυαλιστερό αυτοκίνητο σταμάτησε
Οι τράπεζες ξαπλωμένες στα φαρδιά πεζοδρόμια
σαν προϊστορικά ζώα που χωνεύουν τη λεία τους»


Ναι!
Και τώρα έτσι φαίνεται… Πώς φυσάει το ίδιο.
Φυσάει ο άνεμος της οργής, ο άνεμος της απόγνωσης και της συμφοράς,
φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου φορτωμένος πόλεμο και καταστροφή.

Φυσάει ένας περίεργος άνεμος που φέρνει ήχους του παρελθόντος που στοίχειωσαν
τις ζωές των ανθρώπων…

Εικόνες αθλιότητας, ασκήμιας, νιάτα που καίγονται.
Έμποροι των εθνών εμπορεύονται τη δυστυχία, την ανία, τα αδιέξοδα αυτών που δεν βρίσκουν τον δρόμο να διαβούν και χάνονται σε σκοτεινά τούνελ.

Φυσάει ο άνεμος του τίποτα που γίνεται εθιστικό πρότυπο…

Tiktok, tiktok, tiktok !

Χτυπάει ο χρόνος αλύπητα καταρρακώνοντας ψυχές με χυδαιότητα και κυνισμό…

Δεν έχω οξυγόνο!
Δεν έχω οξυγόνο!
Κι ας φυσάει ο άνεμος…

Έτοιμοι να πνιγούν οι άνθρωποι δεν ξέρουν από πού να πιαστούν και να γλιτώσουν.

Τα κέρδη τεράστια.
Γίνονται όπλα.
Μετοχές υπερίπτανται.

Εργαζόμενοι αυτοπυρπολούνται
αδύναμοι κρίκοι σε ένα παιχνίδι δουλικό.

Τι άνεμος είναι αυτός;
Τι άλλο θα μας φέρει;

Αποσβολωμένοι διαβάζουμε δηλητήριο, ακούμε με ανοιχτά στόματα, κοιτάμε το άγνωστο, το ακατανόητο, με βάρκα χωρίς ελπίδα.

Ζητάμε εικονικά καταφύγια.

Κλείνουμε τα παράθυρα, όσοι μπορούμε, μην μπει η μπόχα της σαπισμένης παρακμής!

Τα νιάτα χάνονται, τα νιάτα σε απόγνωση!

Ω! Τι κόσμος μπαμπά!
Ω! Τι κόσμος μαμά!

Άνθρωποι ΑΙ, παντού!
Ποια είμαι, ποιος είμαι;

Ζω, ή όχι;

Και η συνείδηση;
-Κάνετε ησυχία!
-Κοιμάται;
-Έπεσε σε λήθαργο, σαν την  Ωραία Κοιμωμένη!

Μα θα ξυπνήσει!

Έτσι γράφεται πάντα η ιστορία…
Όσο υπάρχουν άνθρωποι στη Γη.

καλή εβδομάδα με υγεία!

Ει. Δα.
=

banner-article

Ροη ειδήσεων