Παρκάρω στο Τσερμένι. Στον κατήφορο.
Στη γέφυρα
εκεί που πάντα τρέχουν τα νερά και
χάνονται στις πόλης τα υπόγεια ρεύματα
κι έντεκα κυπαρίσσια στη σειρά
τρυπούν τον ουρανό.
Λένε πολλοί
πως το ‘σκασαν μια νύχτα από τα μνήματα
γιατί δεν άντεχαν ν’ αντλούν ζωή απ’ τους πεθαμένους.
Ένα μικρό φορτηγό με ανοιχτή την καρότσα γεμάτη με παλιά υλικά περνάει.
Οι συστρεφόμενες ατσάλινες κλωστές ενός συρματόσχοινου που έδενε κάποτε σφιχτά το περιλαίμιο στύλου από ξύλο μαύρης πεύκης φερμένου με καραβιές απ’ το Εδιμβούργο και εμποτισμένου με μαύρη πίσσα στο εργοστάσιο Ιωαννίνων για να φωτιστούν, να λάμψουν, να λαμπρυνθούν χωριά και πόλεις κι οι πελαργοί στην κορυφή να χτίζουν τη φωλιά τους καμαρωτοί κι αγέρωχοι στα ηλεκτροφόρα σύρματα
Ξεφτίζουν τώρα σκουριασμένες στην καρότσα παλιατζίδικου μαζί με άλλα παλιοσίδερα, κοχλίες, περικόχλια, καρφιά, μπουλόνια στραβωμένα, με σωρούς από άχρηστα υλικά ντογρού για το χυτήριο.
Εργάτες ρίχνουν άμμο και τσιμέντο στην μπετονιέρα.
Εργάζονται στην αυλή μιας από τις λίγες παλιές μονοκατοικίες που έχουν απομείνει. Επιχειρούν αναπαλαίωση. Πασαλείμματα για να διατηρηθεί το παλιό. Γιατί καινούργιο γιοκ. Επιστροφή στο ’60. Τότε αναπαλαιώναμε τα ρούχα. Παλτά, σακάκια, παντελόνια, βρακιά, παπούτσια.
Περνώ απ’ το παλιό κέντρο της πόλης, από την περιοχή με το όνομα Κυριώτισσα.
Όπως, πάνω στα ερείπια αρχαίων ναών, έχτιζαν οι Χριστιανοί εκκλησιές και οι Οθωμανοί τζαμιά και τα κουκούλωναν, έτσι κι εγώ μια νύχτα που έσκαβα ένα χαντάκι για να περάσω καλώδιο ηλεκτροφόρο είκοσι χιλιάδων βολτ, με δυο φτυαριές πήγα να σκεπάσω μια αρχαία πέτρα που είδα ξαφνικά να ξεφυτρώνει. “Επ σε τσάκωσα” μου είπε ο αρχαιολόγος που για κακή μου τύχη περνούσε εκείνη τη στιγμή κι ένιωσα αμήχανα σαν κλέφτης που τον έπιασαν στα πράσα, με την καρδιά να πάλλεται στους εκατόν είκοσι σφυγμούς, παρότι συνταξιούχος πάνω από δέκα πέντε χρόνια.
Ακόμα κι αν δεν έχουμε ζήσει στα κέντρα των πόλεων, αυτά που τώρα έχουν γίνει απόκεντρα, απόμερα, που έχασαν την αίγλη τους, σαν άνθρωποι που χάσανε το κύρος τους, που ξέπεσαν, υπάρχουν ωστόσο σπίτια παλιά, σπίτια ερείπια, που κάποτε στέγαζαν ψυχές, ζωές, ανθρώπους, γέλια και κλάματα μωρών, όνειρα, σχέδια κάθε λογής, άφησαν ίχνη, αποτυπώματα, μνήμες όλοι αυτοί στα ετοιμόρροπα ντουβάρια, στ’ ανοιχτά παράθυρα, στα σπασμένα τζάμια.
Υπάρχουν όμως και σπίτια ανακαινισμένα με χρήμα και μεράκι μπόλικο, σπίτια όμορφα, σπίτια στολίδια, σπίτια που μας γυρνάνε χρόνια πίσω ενώ είμαστε εδώ παρόντες, περιπατητές σε δρόμους με ονόματα βαριά Ρήγα Φεραίου, Πατριάρχου Ιωακείμ, Κυριωτίσσης.
Σπίτια παλιά ανακαινισμένα
Ανθρώπινα,
πλάι σε πολυκατοικίες άσχημες, περιστερώνες
Μοιάζουν με Παρθενώνες
Περίλαμπροι, περικαλλείς
Συνοδοιπόροι με τον χρόνο.
Το σπίτι, πίσω από την εκκλησία, κομψό, ανακαινισμένο, όμορφο, στο κέντρο παλιό της πόλης -τότε που χτυπούσε η καρδιά εδώ και τώρα χάνεται η βουή – πλάι σ’ ένα ερείπιο που οι κτήτορές του χάθηκαν στις στράτες της ζωής, μοιάζει με άνθρωπο που κοιμάται και ξυπνάει στο ίδιο κρεβάτι μ’ έναν πεθαμένο που του θυμίζει κάθε στιγμή πως μόνος του να ευτυχήσει δεν μπορεί.
Η κλειδαριά στην πόρτα της εκκλησίας ήταν ανοιχτή. Φαινόταν, μην πω κραύγαζε, η διχάλα της εκεί που έμπαινε το κλειδί, το οποίο ήταν πεσμένο στον διάδρομο δυο τρία μέτρα προς το εσωτερικό. Ο καθένας θα μπορούσε να μπει στον Ναό, να κλέψει ή να προβεί σε οποιουδήποτε είδους ασχήμια. Προς στιγμήν σκέφτηκα να μπω να πάρω το κλειδί και να κλειδώσω. Γύρισα το κεφάλι δεξιά αριστερά μην με βλέπει κανείς, αλλά πάλι, έκανα πίσω. Δεν είμαι ο κατάλληλος να προστατεύσω την ιερότητα του χώρου. Οπότε στεκόμουν αμήχανα στα σκαλιά. Τότε φάνηκε μια καλόγρια να έρχεται. Όταν ήρθε κοντά, το καπελίνο και όλη της η φορεσιά ήταν πασπαλισμένη με χρυσόσκονη όπως οι καλλιτέχνες του δρόμου στη Βενετία. Ήταν γνωστή μου, πιστή, πολύ πιστή και πενήντα χρόνια νεώτερη. Μου χαμογέλασε. Ο ναός ήταν πλέον σε καλά χέρια. Μπορούσα να φύγω. Έφυγα.
Χαλάσματα θα βρεις παντού
στο κέντρο και στις συνοικίες ακόμα και στα πρόσωπα ανθρώπων που έλαμπαν στα νιάτα τους
Όμως υπάρχουν και άνθρωποι που όσο γερνούνε λάμπουν
Όπως τα φρούτα που γλυκαίνουν
στην ωρίμανσή τους
Πόρτες παλιές
Βαριές
Χρωματιστές
Ξύλινες πόρτες σκαλιστές
Πόρτες μιας άλλης εποχής
Πόρτες σε σπίτια της Κυριώτισσας
Πόρτες παράθυρα των περασμένων
Πόρτες του τόπου ιστορίες
Πίσω από μια τέτοια πόρτα, εργάζονται ενεργοί πολίτες για την αναβίωση ή έστω την παραμονή στη μνήμη του μεγαλείου της Κυριώτισσας.
Να και το μοναδικό ταβερνείο «Απ΄αλλού» ξεχασμένο, μας παροτρύνει.
Απ’ αλλού να πηγαίνεις
Να επιστρέφεις απ’ αλλού
Καινούργια πράγματα να βλέπεις
Ανθρώπους άλλους, άγνωστους
Δρόμους στρωμένους με καινούργιες υποσχέσεις
Εικόνες νέες
μήτρες συναισθημάτων
Απ’ αλλού λοιπόν
Γιώργος Σιώμος 12/3/2025
…………….





