Έργα και Ημέρες

“Ω, μουν  ντιε, μεσ’ στου κιλί μι βασανίζουνι πουλύ…!” / γράφει η γκουστιρίτσα

Ωω, μουν  ντιε, σια πού να πάνου
κρύψου τουν καημό μ’;
Μέσ’ στου κιλί 33
δε μ’ έφιραν του προυινό μ’…

Άνοιξι πέτρα για να μπω
ήλιους να μη μι γλιέπ’
του στουμάχ’ μ’ έφτασ στ’ πλάτ’
κι έβγαλα κ έρπ’…

Κουτλώ απ τν αύπνία
κι μ έπιασιν κι λόξυγκας…
Ξημέρουσα πάν’ στ’ καρέκλα
μιλάνιασιν ι κόκκυγας!

Ωω, μουν ντιε,  τι είν’ αυτό;
Ιμάτουσα η καψιρή!
Του αίμα απού τν πιρίουδου μ’
κουλύμπσι του κιλί!

Πιάνου βαρώ τα κάγκιλα
στουν Βρυξιλλών τ’ φυλακή!
Γνιέκα δε μ’ ακούει καμιά
κο, να μι δώκ’ ένα βρακί;

Ανοίξτι μι, ανοίξτι μι
κι σπάστι τα λουκιέτα!
Λυπηθείτι μι, καλιέ,
δώστι μι μία σιρβιέτα…

Καλιέ τι άπουν’ είστι ισείς
ισείς οι Βρυξιλλιώτις!
Πάρτι του φως απού μπρουστά μ’
κλείστι κι τς διακόπτις!

Ααχ, ψυχούλα μ’ καθαρή
κι κουρμάκι μ’ κουρασμιένου…
Αδίστακτ’, μι βασανίζιτι
μι του φως του αναμμένου…

Τσίπα δεν έχτι απάνου σας;
Τύρραν’ δεν έχτι τύψεις;
Ούτι χαρτουμάντηλου δεν έχου
για να σφουγγίζου τς μύξις!

Ωωω, Θιέ τουν Βρυξιλλών
ι πόνους είν’ αβάσταχτους…
Ιτούτ, δε, η στιγμή
είν’ η κουρύφουσ’ του δράματους!

Μ’ αφήκατι μουνάχη μ’
μι τούτου του νταλκά!
Φύλακας δεν αρώτηξι
“Εύα μ’, κουμάν σαβά;”

Γιατί, γιατί,γιατί, γιατί
ρουτώ ξαναρουτώ
Παλιουσουφρουνιστικοί
μι πήρατι κι του παλτό!

Μι τα αίματα τριουρνώ
τυλιγμέν’ μι μια παλιουζακιέτα
Ούτι νιρό μι δώκατι
Ούτι πικέ κουβέρτα…

Δεν έχου μι τι να σκιπαστώ
η δόλια μ’ κοιλουπουνάου…
Τέτοια βασανιστήρια
ούτι κι στου Νταχάου!

Βαρώ ξαναβαρώ
του κούτιλου μ’ στα ντβάρια…
Ωωω, μουν ντιε, του αίμα ρέει
μ’  έβαψιν τα πουδάρια!

Ιμουρραγώ, ιμουρραγώ
μπαμπά, έχου του χάλι μ’!
Μπαμπά, μι βασανίζουνι
στς φυλακές του Χάλιεμ!

Βουήθα μ’,  μπαμπά
η Εύα σου σπαράζ’!
Ιδώ δεν είν Βρυξιέλλις
ιδώ ειν’  του Αλκατράζ!

………………………

Μηνύσεις που θα πέσουνι
άτιμ’ Βρυξιλλιώτις!
Θα σας πατήσου καταή
σαν του τσιγάρου τς γόπις!

Αντ’ αυτής:

Η Γκουστιρίτσα