Λογοτεχνία

Γιώργος Κασαπίδης “Η γέρικη φωνή”

Δεν έφταιγε η κοπέλα. Ήμουνα μπροστά σάς λέω. Δηλαδή έφταιγε, αλλά ήταν η κακιά η ώρα και τίποτ’ άλλο. Σε όλους μας θα μπορούσε να είχε συμβεί. Ο ήλιος! Εκείνος έφταιγε.

Τις προάλλες συνέβη  και σ’ εμένα. Γύρισα λίγο, άθελά μου, προς αυτόν -όσο να σε ξεβολέψει από την πόζα σου το αγέρι- τον κοίταξα κατάματα, κι αν οδηγούσα σίγουρα θα έχανα τον έλεγχο. Αν και, δεν είναι υπέροχο συναίσθημα να χάνεις τον έλεγχο; Σταυρό σας φιλώ και στον εύθραυστο και εφήμερο κόσμο μου σας ορκίζομαι. Ήταν η κακιά η ώρα.

Και ο κύριος ήταν άτυχος. Είναι να μη σε θέλει η μέρα και η στιγμή. Κι αυτοί οι δύο, μήτε με τη μέρα, μήτε με την στιγμή φαίνεται ότι ήταν φίλοι. Κι αυτός ακόμη περισσότερο, διότι βγαίνοντας φανερά τρομοκρατημένος από το αυτοκίνητό του, σκόνταψε, έπεσε και έφαγε τα μούτρα του στην άσφαλτο μπροστά μου. Από εκεί τα αίματα στο δεξί του ζυγωματικό. Από την πτώση και όχι από το τρακάρισμα. Και σας τα λέω εγώ που ήμουνα μπροστά. Μην αμφιβάλλετε. Μια παπαρούνα του αγρού ποτέ δε λέει ψέματα, κι αν κάποτε σας πει θα είναι για καλό σας. Μόνο γι’ αυτό…

Ήταν η ώρα η κακιά και τίποτε άλλο.

Και κάπως τα έφερε η ζωή, κάπως τα πήγε λίγο από εδώ λίγο από εκεί, και οι δυο τους συνέχισαν τη ζωή τους ήσυχα σαν τις ζωές πολλών ανθρώπων που δεν τολμήσανε ποτέ τις ράγες τους να αρνηθούν. Λένε, ότι ο ‘άτυχος’ κύριος συνέχισε για χρόνια να περνάει από τον ίδιο δρόμο καθημερινά μέχρι την συνταξιοδότησή του. Πάντα, λένε, ότι κοντοστεκότανε στο ίδιο σημείο κι έπειτα κάνοντας το σταυρό του έφευγε για να συναντήσει τα συνηθισμένα της καθημερινότητάς του. Τα συνηθισμένα μιας ανούσιας ζωής.

Για την κοπέλα πάλι θα σας πω ένα μυστικό, αν έχετε σκοπό να το φυλάξετε κι εσείς για πάντα στις καρδιές σας. Ειδάλλως…

Το ίδιο απόγευμα επέστρεψε στον τόπο του ατυχήματος. Ήρθε αγκαλιασμένη με τον φίλο της και αφού στάθηκαν μπροστά στον ήλιο, χαμήλωσαν μπροστά μου. Έσταξε εκείνη ένα δειλό δειλό σ’ αγαπώ μέσα στα χείλη του κι εκείνος γουλιά γουλιά το ήπιε. Λύγισα προς στιγμή. Εκείνος πάλι, είπε το δικό του σ’ αγαπώ, με μία κίνηση. Μ’ έπιασε από την λεπτή μου μέση ‘’ήρθε βοριάς ήρθε νοτιάς’’ που λέει και το τραγούδι, και μ’ έσπασε στα δύο. Κι έπειτα, μ’ έκανε αγάπη μες στις παλάμες της κοπέλας του· η πιο γλυκιά θυσία.

Ζήσαν μια ήσυχη ζωή, μία ζωή σε ράγες όπως αυτοί επιθυμούσαν, ποθούσαν, θέλανε. Όσο για εμένα, από εκείνο το απόγευμα και χρόνια τώρα, ζω κι ανασαίνω ανάμεσα στα φύλλα ενός χοντρού βιβλίου δίπλα σε μια αφιέρωση. Ποτέ δεν έμαθα τί γράφει, μονάχα υποθέτω! Ατάκτως η κοπέλα έρχεται κι ανοίγει το βιβλίο. Εκείνη, βέβαια, δεν είναι πια κοπέλα κι εγώ έχω στεγνώσει εξολοκλήρου και απώλεσα κάθε μου κόκκινη φορεσιά, μα είμαι ευτυχισμένη καθώς κάθε φορά που ανοίγει το βιβλίο αυτό για να με δει, χαϊδεύει ελαφρώς την αφιέρωση κι εμένα, και ξεστομίζει, ήταν η ώρα η καλή, η ώρα η δικιά μας, κι εγώ τότε γεννιέμαι και πεθαίνω!

Πόσο κρατάει μια ζωή, αναρωτήθηκε το αγέρι.

Όσο ένα βλέφαρο να κλείσει και ν’ ανοίξει, απάντησε αποστομωτικά μια γέρικη φωνή.

Ε, λοιπόν, ξέρετε, είχε δίκιο η γέρικη φωνή. Κι αν εγώ δεν πρόλαβα να ζήσω και να χαρώ τα νιάτα μου -τουλάχιστον ακόμη δέκα μεγαλειώδεις φωτοσυνθέσεις και κάποιες λίγες, πιο ήπιες αργότερα- πάρα ταύτα, για όλους ισχύει ακριβώς το ίδιο. Τόσο κρατάει η ζωή. Η όποια ζωή… Όσο ένα και μοναδικό τρεμόπαιγμα των βλεφάρων. Και ύστερα τί!

Πέρασε καιρός και καιρός, και άλλος τόσος πάλι, κι εγώ συνέχιζα να καλοβολεύομαι δίπλα στην Αφιέρωση, με την οποία θα τολμούσα να παραδεχτώ ότι άρχισε να μας ενώνει μια σιωπηρή έλξη, μια ασφάλεια. Εκείνο το κάτι που κάνει κάθε ζευγάρι, έπειτα από χρόνια, να νιώθει. Εκείνο το ξεχωριστό συναίσθημα που σε ενώνει και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι και για τα πιο απλά πράγματα έχεις ανάγκη να μοιράζεσαι το ‘μαζί’. Έτσι κι εμείς. Ένα μοναχικό, σιωπηλό, σκοτεινό ζευγάρι. Ένα ζευγάρι που δεν κοιτάχτηκε ποτέ στα μάτια γιατί δεν ήταν απαραίτητο, ούτε και εφικτό. Που δεν χρειάστηκε να ακουστεί ποτέ έστω και μια φωνούλα του. Που δεν αγγίχτηκε ούτε για τόσο λίγο! Που καμία μυρωδιά δεν χάρισε ο ένας στον άλλον.

Και πέρασε καιρός πολύς και άλλος τόσος πάλι, όσο κρατάει ένα τρεμόπαιγμα βλεφάρου, και κάποτε άνοιξε το βιβλίο. Κι έκανα να χαμογελάσω· μα κάποιος νεαρός με πρόλαβε, μ’ άρπαξε και με φύσηξε μακριά, πολύ μακριά, απ’ του βιβλίου την πρώτη τη σελίδα. Και μ’ έβαλε στη δίνη του εκείνο το αγέρι που αναρωτιόταν πόσο κρατάει η ζωή, χίλια κομμάτια μ’ έκανε. Και διασκορπίστηκα κι έγινα σκόνη που έκατσε πάνω σε κύματα που δε με υπολόγισαν στιγμή και σε βουνά που ούτε στιγμή δε νοιάστηκαν για εμένα. Μα έγινα και λέξεις σε χείλη ποιητών, μία μικρή απόληξη φωτός ακτίνα. Κι από τη μια, ένιωθα πια τόσο ελεύθερη και τόσο ευτυχισμένη, και από την άλλη, πάλι, τόσο γυμνή και άδεια δίχως της Αφιέρωσης την σιωπηλή και σκοτεινή συνύπαρξη.

Και είναι άδικη η ζωή και τόσο δα κρατάει, μήτε μια στάλα από το λίγο.

Είχε και θα ‘χει πάντα δίκιο η γέρικη φωνή.