Πολιτισμός

ΠΚΜ: Αποτελέσματα Β’ Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού με θέμα «Μικρασιατική Καταστροφή 1922»

Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας τιμά τη επέτειο των 100 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή 1922

Το Κέντρο Πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας διοργάνωσε τον  διαγωνισμό ποίησης με θέμα:

«Μικρασιατική Καταστροφή 1922»

100 χρόνια από την ημερομηνία  που άλλαξε την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας

Η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε και απονέμονται τέσσερα (4) Βραβεία και δεκαεπτά  (17) Έπαινοι.

Τα Βραβεία κατανέμονται ως εξής:

Στην κατηγορία των  εφήβων Βραβείο απονέμεται στο ποίημα:

 «Με τα χέρια βαθιά στην Άβυσσο» στον  Κωνσταντίνο Σειρηνάκη (Ψευδώνυμο : Ορφέας)

Στην κατηγορία των ενηλίκων Βραβεία απονέμονται στα παρακάτω ποιήματα:

 «Ένας τάφος για την ελπίδα» στον  Παύλο Παπαδόπουλο

(Ψευδώνυμο : Κόντογλου)

 «Το ξεκλείδωτο σπίτι» στον Αναστάσιο Πτωχό (Ψευδώνυμο: Γιατρός)

 «Δίχως Γυρισμό» στην Εύα Μαρά – Πιπερίδου (Ψευδώνυμο: Σαπφώ)

Οι έπαινοι κατανέμονται ως εξής:

Στην κατηγορία εφήβων Έπαινοι απονέμονται στα παρακάτω ποιήματα:

 

 «Η φλόγα στα μάτια των ανθρώπων» στην Κυριακή Αριζάνη (Ψευδώνυμο Θρυαλλίδα)

 «Γράμμα για τον παππού» στην Στελίνα Μπουζοπούλου (Ψευδώνυμο Λικναδιώτισσα)

 «Οι αμυγδαλιές βιάστηκαν να ανθίσουν» στην Παυλίνα – Μαρία Αιόλου (Ψευδώνυμο Παλμύρα)

 «Στο δείλι του Αυγούστου» στην Ευτέρπη Μπουρανή (Ψευδώνυμο Πιερίδα)

 «Ένα χαμένο αρκουδάκι» στον Μιχαήλ Γερμιτσιώτη (Ψευδώνυμο Υποπλοίαρχος)

 «Πρόσφυγες μέσα στους καπνούς» στους Ελευθερία Δροσσά – Γιώργο Δροσσάς (Ψευδώνυμο Twins)

 

Στην κατηγορία ενηλίκων Έπαινοι απονέμονται στα παρακάτω ποιήματα:

 

 «Στους αιώνες των αιώνων…» στην Κλειώ Ρέπα (Ψευδώνυμο Καλλίπολη) 

 «1922 Μνήμες» στην Ευθυμία Οικονομίδου (Ψευδώνυμο Ωκεανίδα)

 «Η μάνα η Μουδανιώτισσα» στην Χριστίνα Ψωμαδέλλη (Ψευδώνυμο Απάμεια)

 «Έλα, παππού» στην Ιωάννα Ρωμανού (Ψευδώνυμο Μυρσίνη Δοξαστική)

 «Νόστος και αγκαλιά» στην Αναστασία Αλευροπούλου (Ψευδώνυμο Ιοκάστη)

 «Ένα καράβι γεμάτο μαγικά πλάσματα» στον Ιωάννη Μπαχά (Ψευδώνυμο Πενθεσίλεια)

 «Μια χούφτα χώμα απ’ τη γη της Μικρασίας» στην Σοφία Γκοτζαμάνη (Ψευδώνυμο Ορεσίβιος)

 «Η δύση απέναντι» στον Νίκο Τσαλδάρη (Ψευδώνυμο Μελοίδα)

 «Θάλαμος 22 (κύκνειο παραλήρημα)» στον Γιώργο Κονταξή (Ψευδώνυμο Γιώργος Τριγλιανός)

 «Ιωνίας Μνήμες» στην Φωτεινή  Γκιλίρη (Ψευδώνυμο Κρίταμο)

 Άνευ Τίτλου στην Καλλιόπη Φωτεινή Σαραντάκου (Ψευδώνυμο Καλ)

Υποβλήθηκαν συνολικά στην κατηγορία εφήβων σαράντα οχτώ (48) ποιήματα και στην κατηγορία ενηλίκων εβδομήντα τρία (73) ποιήματα, τα οποία αξιολογήθηκαν από την επιτροπή (αλφαβητικά):

Έλσα Κορνέτη – Ποιήτρια, πεζογράφος

Κώστας Νίγδελης – Διευθυντής του Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού, συγγραφέας, ποιητής

Δημήτρης Ι. Μπρούχος, ποιητής-στιχουργός-συγγραφέας

Ελένη Κ. Παπαδοπούλου Φιλόλογος-ΜΑ Θεολογίας Α.Π.Θ.- Εκπαιδευτικός Δ.Ε.

Στην επιτροπή συμμετείχε άνευ ψήφου η Πρόεδρος και καλλιτεχνική διευθύντρια του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας κ. Άννα Μυκωνίου, διδάκτωρ Συγκριτικής Λογοτεχνίας

 

 Βραβεία

 

                                                                                                                                                                                               

Ψευδώνυμο: ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

«Ένας τάφος για την ελπίδα»

 

Φυτρώσαμε σαν καλή σπορά στα αυλάκια της Ιστορίας

και μεγαλώσαμε μαζί με τα δέντρα

να βγάλουμε ρίζες και κάναμε ράτσες από τις ακτές ίσαμε τα βουνά.

Αλίμονο!

Μας πρόφτασε ιστορία και έγινε θλίψη

έγινε λύπη που φούσκωσε, ζωντάνεψε και πάνω σε άλογα ή με γερά πόδια

μπήκε στις αυλές μας, στα σπίτια μας.

Είχε πρόσωπα, είχε χέρια

και όρμηξαν, ξέσκισαν τις σάρκες

Αδιαφόρησαν για ανθρώπους

Ζωντανές ανάσες ή για τα όνειρα.

Εχθρούς έβλεπαν, εχθρούς κυνήγησαν

ψάξανε στα περβόλια για τα πιο ψηλά τα δέντρα

τα κούνησαν να πέσουν πορτοκάλια, τα μήλα, τα σύκα

τα άδειασαν και τα γέμισαν από τεντωμένα σχοινιά

να κρέμουνται μία σπιθαμή από το αρχέγονο χώμα τα σώματα…

Έστρωσαν τους δρόμους να χωρέσουν τα σκυμμένα κεφάλια

Το ένα δίπλα στο άλλο

ο ένας ώμος να στηρίζει τον άλλον

και οι άνθρωποι μέρα  την ημέρα γινήκανε σκιές

και την επαύριον μία στοίβα κόκκαλα που γεύονταν οι σκύλοι.

Βουβές πορείες και μαρκαρισμένα χέρια με νούμερα

Πολλοί που ξεκίνησαν, οι λίγοι που θα φτάσουν;

δεν μας θέλουν τελικά μας σκούπισαν σαν βρωμιά

και πολλούς μας έκρυψαν κάτω από τη γης

Μας φόρτωσαν στα καράβια,

Μας πέταξαν στη θάλασσα να βουλιάξουμε

να επιπλέουμε άπνοά κουφάρια…

Στην άκρη της Ακτής η φωτιά φαινόταν από τα νησιά

σαν από πανήγυρι

και οι βάρκες που έφευγαν μακριά της

δεν είχαν γραμμένο το όνομα «Ελπίδα».

 

 

Παύλος Παπαδόπουλος

——————————————————————————————————-

  1. 2.

 

Ψευδώνυμο :ΓΙΑΤΡΟΣ

 

«ΤΟ ΞΕΚΛΕΙΔΩΤΟ ΣΠΙΤΙ»

 

Καταφέρανε και μπήκανε

με την ψυχή στο στόμα

κι έναν μικρό μπόγο στο χέρι

σ’ένα καΐκι για την Μυτιλήνη.

Κι είχε έναν καημό

η γριά μάνα τους

που φύγανε κι αφήσανε

ξεκλείδωτη την ξώπορτα

μέσα στη βιασύνη!

«Τι θα βρούμε άραγε

Που θα ξαναγυρίσουμε με το καλό

σε λίγους μήνες

πάλι στο σπίτι!»

 

Αναστάσιος Πτωχός

——————————————————————————————————-

 

Ψευδώνυμο: ΣΑΠΦΩ

«Δίχως γυρισμό»

 

Περπατώντας στους δρόμους της «Ματωβαμένης Μνήμης»

Σεργιανίζοντας στις μεθυσμένες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας

Περίλυπος αναπολείς «Χαμένων Παραδείσων»

Λησμονημένα Μεγαλεία…

Το φευγιό μοίρας αλύπητης, της σκληρής συμφοράς

Της ιερής Ιονικής Πατρίδας…

Βιώματα νεκρής ζωής, εσταυρωμένης

Της αλλοτινής κοσμοπολίτικης πολιτείας…

Ο πόνος βουβός στέκει όρθιος επάνω στα χαλάσματα

Φλεγόμενα κορμιά στα αιματοβαμμένα χώματα …

Οι μέρες βουβές, αφιλόξενες κυρές

Κι οι νύχτες αφίλητες, δίχως ανασαιμό…

Όνειρα άσαρκα και οι ελπίδες σβησμένες

Στου άγριου ξεριζωμού την ώρα…

Τα λόγια σταχτιά, δακρυσμένες οι σκέψεις

Διαβαίνουν νεκρωμένες…

Βαρύ το φορτίο της Προσφυγιάς

Και μονάχα ψίθυρους συμπόνοιας συντροφιά

Κουβαλώντας μαζί το νόστο, την πίστη, τον πολιτισμό

Και της γλυκιάς πατρίδας τον καημό

Πόθοι που ρίζωσαν ξανά σε νέα πάτρια εδάφη

Από το Αϊβαλί, την Πέργαμο, το Ικόνιο, την Κρήνη,

Την Αττάλεια, την Καισαριανή, τον Κουτλουτζά, τη Σμύρνη…

Μα πατρίδα χαμένη πια, δίχως γυρισμό…

Μνήμες που ‘γιναν μοιρολόγια, θρήνοι,

λυγμοί, μεθύσι, πόνοι…

Θρήνοι και έπαινοι μαζί

Για την πληγωμένη Ρωμιοσύνη..

 

Εύα Μαρά – Πιπερίδου

——————————————————————————————————-

 

Έπαινοι:

 

1.

 

Ψευδώνυμο: Καλλίπολη

 

«Στους αιώνες των αιώνων…»

Μαζί συρθήκατε και γιόμισαν τα σπλάχνα σας σκόνη και κουρνιαχτό.

Μαζί σωθήκατε. Σε στιγμάτισε,

Πρόσφυγας Αχειροποίητος, Θεσσαλονίκη, έτος 1922.

 

Δεν την άγγιξες ποτέ ξανά.

Μόν΄ την αφουγκραζόσουν, σεμνά,

όπως αρμόζει σε κειμήλιο.

Σε είδα. Ήμουν παιδί, δεν ήξερα.

Μου φάνηκε πως προσευχόσουν!

 

«Ετούτη η σκόνη της, πότε μου κάνει γιασεμί

πότε σταφίδα απλωμένη» σ΄άκουσα που ‘πες.

Λισσαβώ, Σουλτάνα, Συρματώ, Γιάνγκος, Γιώργης, Κωστής.

Μετά καμπούριασαν τα φρύδια σου, όσο να μην μπορεί

το κόκκινο στο βλέμμα να χωρέσει.

Αίμα. Πολύ. Χυμένο. Χαμένο.

 

Ευλογήθηκες στην νέα πατρίδα.

Δισέγγονα χαϊδέψαν το μπαούλο σου.

Μύρισαν χρόνια πολλά.

Βαραίνουν τα εκατό στο ζύγι.

Σειρά μου. Αφουγκράζομαι…

Λιποτακτεί το γιασεμί απ’ το ξερό το αίμα της στολής σου!

 

Μακραίνει η ανάσα μου γιατί ήμουν και εγώ εκεί…

Κι είδα και τα παιδιά μου!

Κι έχουν παιδιά στα χέρια τους!

Και θα’ναι και τα παιδιά των παιδιών τους.

 

Λυγούν τα γόντα μ’ ευλάβεια

μπρος στη σεμνή ζωή σου.

 

Κλειώ Ρέπα

——————————————————————————————————-

 

2.

Ψευδώνυμο: Ωκεανίδα

 

«1922 Μνήμες»

 

Ένα θαμπό φθινόπωρο γεμίζει την καρδιά μου

μα δεν μπορώ να το χαρώ, από παντού βροχή.

Πέφτουν τα φύλλα κίτρινα, γεμίζουν την ψυχή

Και κόβεται, ραγίζεται και τρέμει η μιλιά μου.

 

Φανήκανε τα σύννεφα μακριά, πολύ μακριά

Γκρίζες φιγούρες, άμορφες, με γεύση από καπνό.

Μάνα, δώσμου το χέρι σου, θέλω να κρατηθώ

κανείς δεν είναι πλάι μου εδώ στην ερημιά.

 

Μάνα, ο καπνός με κύκλωσε, τα μάτια μου βουρκώνουν

Ακούω φωνές, ακούω λυγμούς κι έναν μεγάλο αχό.

Τ’ άλογα πλησιάζουνε, τρέχω για να κρυφτώ,

ποιοι ναν’ αυτοί ολόγυρα που με περικυκλώνουν.

 

Θέλω να φύγω μακριά, πολύ μακριά από δω.

Ένα παιδάκι γέλασε, ήταν σαν πεφταστέρι

που έδυσε στη νιότη του σαν άσπρο περιστέρι,

του άπλωσα το χέρι μου για να του τραγουδώ.

 

Μα τι τραγούδι να του πω, τι να του ‘μολογήσω,

είν’ η καρδιά μου μια φωτιά, με πνίγει ο λυγμός.

Η Σμύρνη πάει, καίγεται, αρχίζει ο παιδεμός,

στα χρόνια μας τα όμορφα ποτέ δε θα γυρίσω.

 

Καίνε τα φυλλοκάρδια μου μέσα στο χαλασμό,

στο νου μου έρχονται αχνά, πρόσωπα γελαστά

από μιαν άλλη εποχή, γεμάτη ξενοιασιά,

μέρες που διάβηκαν γοργά, χωρίς πια γυρισμό.

 

Κι εγώ, πασχίζω μάταια τις μνήμες να κρατήσω

μέσα στο νου, μεσ’ στην ψυχή,

πάλι ξανάρχισε η βροχή,

και όλα τ’ αστέρια σβήσανε και πως να λησμονήσω…

 

Ευθυμία Οικονομίδου

——————————————————————————————————-

Ψευδώνυμο:  Απάμεια                                                                                              

 

 

«Η μάνα η Μουδανιώτισσα»

 

Σε ένα σαπιοκάραβο είμαστε στριμωγμένοι.

Άλλος από τα Μουδανιά, και άλλος απ’ τη Κίο.

Πήραμε μόνο τα παιδιά και κανα δυο ρουχάκια

Και κρύψαμε στον κόρφο μας της Παναγιάς εικόνες

 

Μαμά, με λέει η Ρινιώ, που θέλουν να μας πάνε;

Γιατί μας έφεραν εδώ? Που είναι ο μπαμπάς μου;

Κρυώνω μάνα, λέει ο Κωστής, πεινάω λέει ο Χρήστος

Κι ο ναυτικός απ’ τη Φραγκιά, μου λέει να σωπάσουν.

 

Πως να ταΐσω τα παιδιά? Και πως να τα ζεστάνω;

Και στη Ρινιώ μου τι να πω; που βρίσκεται ο μπαμπάς της;

Μιλιά δεν βγάζω. Τσιμουδιά. Μον τους χαμογελάω

Κι αρχίζω το νανάρισμα, μπας και τους ξεγελάσω.

Νάνι νάνι νάνα του, και χαρά στη μάνα του

Το κορίτσι μου το ρούσσο, με το μόσκο θα το λούσω

 

Και σαν αποκοιμήθηκαν, όλα, στην αγκαλιά μου,

αρχίνισα να κλαίω βουβά. Χαμπάρι να μην πάρουν

Κοιτάω πέρα. Εκεί. Βαθιά. Στων Μουδανιών τις στράτες.

Μήπως και δω μες τις φωτιές, το σπίτι. Την αυλή μου.

Τ’ Αϊ Γιώργη το καμπαναριό. Το Παρθεναγωγείο.

 

Και βλέπω μέσα στους καπνούς και στη μεγάλη αντάρα

Τον Δημητρό. Να χαιρετά και να χαμογελάει.

«Μη σκιάζεσαι κοκώνα μου, κι όλα καλά θα πάνε.

Εκεί που πάτε θαν καλά. Και λεύτεροι θα είστε

 

Πάντα εγώ θα νοιάζομαι και θα σας προστατεύω

Κι όταν λιμάνι πιάσετε κάπου μες την Ελλάδα

Ένα κεράκι άναψε και να με μνημονεύεις.

 

Να μου προσέχεις τα παιδιά. Και σαν θα μεγαλώσουν,

Πες τους νάναι περήφανα που είναι Μουδανιώτες.

Να μη τη λησμονήσουνε την έρμη την πατρίδα.

Μάθε τους τα εθίματα, μάθε τους τα τραγούδια

μάθε τους και να συγχωρούν ακόμη και τον οχτρό τους»

 

Ξάφνου εχάθη ο Δημητρός. Και το καράβι φεύγει

Χαθήκανε τα Μουδανιά. Χάθηκε η πατρίδα.

Και τότε βάζω μια φωνή. Ν’ ακούσει η οικουμένη

Ανάθεμάσε πόλεμε. Ανάθεμάσε έχθρα.

Χριστίνα Ψωμαδέλλη 

——————————————————————————————————-

 

Ψευδώνυμο: Μυρσίνη Δοξαστική

 

«Έλα, παππού»

 

Έλα, παππού. Πες μου ξανά την ιστορία.

Μίλα μου για τον τόπο σου τον όμορφο,

για τις ξωθιές που σε συντρόφευαν

σαν έβγαινες το βράδυ στο σεργιάνι.

 

Πες μου για τα σπιτάκια στη σειρά

που γέμιζαν με γέλιο και ξεχείλιζαν,

για τα παιδιά που σαν τα ελαφόπουλα

έτρεχαν, κυνηγιούνταν στα σοκάκια.

 

Πες μου για το ζεστό το χώμα

που περίμενε τ’ αλέτρι να το σκάψει,

για του ξωμάχου τη χαρά σαν έσταζε

απ’ τα χείλη του ώριο σύκο.

 

Πες μου για τα λιοστάσια και τα περιβόλια,

κει που μεστώνουν οι καρποί

κι ευφραίνεται η καρδιά του φαμελιάρη.

 

Πες μου για τ’ ακρογιάλια τα ξανθά

και τους λεβέντες ναυτικούς,

για τα νησιά τα μοσχοβολιστά,

τις θαλασσοσπηλιές και τα δελφίνια.

 

Πες μου και για τις εκκλησιές,

της Πίστης και του Γένους αγκωνάρια.

Για τις γιορτές τις κούλες και στα ξέφωτα,

κει που περίσσευε ο χορός και το τραγούδι.

Μη μου μιλάς για τ’ άλλα, τα πικρά,

Που φέραν μαύρη συμφορά και πόνο.

Μες στην καρδιά χαράχτηκαν βαθιά

Σαν με μαχαίρι και δε σβήνουν.

 

Σήκω, παππού. Σου ΄φερα

χώμα απ’ το Αϊβαλί.

Σου ‘φερα και γλυκό κυδώνι.

Θυμάσαι πόσο σου άρεσε;

 

Ιωάννα Ρωμανού

——————————————————————————————————-

 

Ψευδώνυμο: ΙΟΚΑΣΤΗ

«ΝΟΣΤΟΣ ΚΙ ΑΓΚΑΛΙΑ»

 

Σ΄αυτό το δρόμο που διάλεξε τ΄αστέρι

εκεί, μέσα στης σκιαμαχίας την ακάθαρτη φορεσιά

συναντήθηκαν οι νικητές κι οι νικημένοι.

Απώλεσαν το Συβαριτισμό της Πόλης

και βγήκαν στο σεριάνι,

αναζητώντας ένα Θεό που ευτοπία θα τους δώσει.

Που το βλέμμα του θα χαϊδέψει τα όνειρα τους

κι όλες οι θύμησες θα γίνουν κάθαρση.

Χωρίς έναν τόπο να τους χωρά.

Χωρίς μια εκκλησία να τους διακονεύει.

Χωρίς μια αυλή να τους απλώνεται.

Για σκόρπιες κουβέντες.

Χωρίς εστία…χωρίς αγκαλιά.

Ένα μπουλούκι που αναμοχλεύει

τα προηγούμενα, που εκλιπαρεί για τα επόμενα.

Τα θαλερά μηνύματα αργούν να φτάσουν.

Μα όταν φτάνουν τ’ασκέρι νείρεται

και ψήγματα ελπίδας φυλλοροούν στην ξένη γη.

Μια ξένη γη-πατρίδα..ευεπίφορη.

Στη ζοφερή τους μνήμη.

Στη χαμένη τους ζωή.

Μια μοναξιά κυκλωμένη από απώλειες.

Τ’ασκέρι τώρα προσκυνά.

Τ’ ασκέρι ατσαλώνεται, γιατί η ζωή

μπροστά του κάνει νεύμα:

Ξέχνα την προσφυγιά!

Κοίτα μπροστά, εκεί που θάλλει η ανθρωπιά!

Εκεί που άνθρωπος με άνθρωπο ενώνονται

και σιωπηλά εξαϋλώνονται…

Να γίνουν ΝΟΣΤΟΣ κι ΑΓΚΑΛΙΑ!

 

Αναστασία Αλευροπούλου

——————————————————————————————————-

6.

Ψευδώνυμο: Πενθεσίλεια

 

«Ένα καράβι γεμάτο μαγικά πλάσματα»

 

Δεν ξέρουμε όλοι μας κολύμπι

και το λιμάνι που τόσο αγαπάμε γίνεται τάφος.

Φθάνουμε μπροστά στα σιδερένια φρούρια

και η απελπισία μας γκρεμίζει.

 

Σε όλων των λαών τους μύθους,

σκάλα καλεί τον άνθρωπο στους ουρανούς.

Μαγικά πλάσματα απ’ το κατάστρωμα,

ρίχνουν ανεμόσκαλες για να πιαστούμε.

 

Από την κουπαστή

πετούν μπαούλα με μετάξι και δαντέλα,

σαν για να ντύσουν τους φίλους μας

στα υγρά τα νεκροκρέβατα τους.

 

Ο ήλιος στη σημαία του Tokei Maru

για λίγους ανατέλλει

και το χαμόγελο του Κυρίου Λου,

αχτίδα θαρρείς από εκείνον είναι.

 

Βρεγμένοι, λεροί και ματωμένοι

σερνόμαστε στα καταστρώματα

άνθρωποι ανέγνωροι,

μας ντύνουν και μας ταϊζουν.

 

Δεν ανεβήκαμε όλοι,

πως θα μπορούσαμε άλλωστε;

Τα στήθη του ο καπετάνιος πρόβαλε

στις απαιτήσεις των φονιάδων.

 

Ο Κύριος Λου απαντά σαν άλλος Παλαιολόγος.

Κουρνιασμένοι πίσω του, τα θηρία ακούμε να αλυχτούν.

 

Οι μηχανές του Tokei μουγκρίζουν.

Τι κι’ αν δεν έπεσε στη θάλασσα όλο του το φορτίο,

κάπως το ναύλο μας πρέπει να πληρωθεί.

 

Ήλιος που έλαμψε στης Ελλάδας το έρεβος

ήταν η σημαία του Tokei Maru, το χαμόγελο του Κύριου Λου

και αυτών των μαγικών πλασμάτων του πληρώματος του.

 

Ιωάννης Μπαχάς

——————————————————————————————————-

 

7.

Ψευδώνυμο: Ορεσίβιος

 

«Μια χούφτα χώμα απ΄τη γη της Μικρασίας»

 

Ας μη ξημέρωνε ποτέ αυτή η μέρα…

Πως να σφαλίσω μες στους μπόγους τον αέρα;

Αυτόν που ανέπνευσα τα μάτια μου σαν άνοιξα,

αυτόν που ανάσανα την βάρκα μου σαν ξάνοιξα.

Που μοσχοβόλαγε απ΄τα μπαχαρικά σου

κι άρωμα φύλαγε από τα γιασεμιά σου!

 

Στο χώμα αυτό φύτεψα όμορφα λουλούδια.

Πάνω του χόρεψα ατέλειωτα τραγούδια.

Και τώρα πως αυτό το χώμα να τ΄αφήσω;

Εδώ ονειρεύτηκα παιδιά να αναστήσω!

Τούτη τη γη θέλω μαζί μου να την πάρω.

Να με σκεπάσει όταν θα αντάμωνα τον Χάρο.

 

Σκύβω να βρω μια χούφτα χώμα, το φιλώ

και με ευλάβεια πολλή το κουβαλώ.

Κι όπου το κύμα κι αν με βγάλει, κάτω απ΄τα άστρα

θα τ΄αποθέσω όλο αγάπη σε μια γλάστρα.

Νερό το δάκρυ μου κι απ΄το αίμα μου ρανίδα

για να φυτέψω μες τη γλάστρα την ελπίδα!

 

Σοφία Γκοτζαμάνη

 

 

Ψευδώνυμο: Μελοίδα

 

«Η Δύση Απέναντι»

 

Γιατί λέμε ασπρόμαυρες τις παλιές φωτογραφίες;

Είναι χαρακτηριστικά καφέ. Ένα ταλαιπωρημένο του χώματος καφέ

Σαν εκείνο που κρύψανε στον κόρφο

Με τα χρυσά και τ’ ασήμια

Λείψανα της παλιάς πατρίδας

 

Παλιά! Παλιά τη λες εσύ

Γέννημα θρέμμα μιας νέας γης

Γι αυτό μάλωνες τη μάνα σου

Σαν μιλούσε την άλλη γλώσσα

 

Δούλεψαν

Έσφιξαν την πέτρα κι έβγαλαν αίμα

Πήραν την αγριάδα που τους δώσανε

Έφτιαξαν στάρια, αμπέλια, σχολειά

 

Εσύ φημιζόσουν για τα τραπέζια και τα κεράσματα σου

-Εκείνο το σουσαμένιο σαραγλί-

Με τι καρδιά να σιροπιάσεις ξανά

Έμελε να ζήσεις τη δική σου καταστροφή

Τότε που έθαψες τον πρωτότοκο

 

Ο άντρας με μαντίλα η γυναίκα τσεμπέρι

Βλέμμα βαρύ του χώματος που βάλανε στον κόρφο

Οι Μικρασιάτες γονείς σου

Μπροστά στον φακό λες και βλέπουν ανατολή

Έχουν ανατολές τώρα στη νέα πατρίδα

Κατατρεγμένες στα παράλια, σπρώχνονται στους γκρεμούς του Άθωνα

Βιάζονται στο ιερό περιβόλι

Μα δεν φέρνουν κατάνυξη στα σπλάχνα

Ο δικός τους σεβντάς η δύση. Η δύση απέναντι

Εκείνος ο αιμάτινος απόηχος απ’ το σπασμένο ρόδι

Στο νύχτωμα του κήπου.

Νίκος Τσαλδάρης

——————————————————————————————————-

 9.

Ψευδώνυμο: ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΙΓΛΙΑΝΟΣ

 

«ΘΑΛΑΜΟΣ 22 (ΚΥΚΝΕΙΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ)»

Μη με φοβάσαι…

Ένα μικρό σημείο στίξης,

στα γραμμένα αυτού του κόσμου είμαι.

Κάτσε κοντά μου…

Δεν έχω τίποτα σπουδαίο να αφήσω στην ιστορία …

έτσι να πουν πως πέθανα σαν ήρωας.

Τι με κοιτάς; Έσταξα και λίγο αίμα απ’ το παιδικό μου γόνατο στους

δρόμους μου.

Λίγο από μένα, εκεί που άφησα τα πάντα.

Τι με κοιτάς;

Ούτε το χρώμα από τον τοίχο θυμάμαι,

μόνο πως μύριζαν τα χέρια της μάνας μου,

σφίγγοντας τον μπόγο με τη μικρή ζωή μου μέσα.

Χτεσινό μπαχάρι, σημερινή φωτιά….

Είχε ραμμένα στον ποδόγυρο τα ναύλα και γαντζωμένα πάνω της τα

δύο μεγαλύτερα κορίτσια.

Η Μαριόνκα ήταν δώδεκα και η Αρετή γυναίκα.

Εγώ… Θα ‘μουν δεν θα ‘μουν, όχτω.

Γεννηθείς εν έτη χίλια εννιακόσια δέκα τέσσερα.

Ούτε στη μνήμη δεν αρίστευσα για τον πατέρα!

Ευτυχώς είχε φύγει μέρες πριν.

Τον είδαμε μόνο με φεύγει. Ποτέ να επιστρέφει.

Τι με κοιτάς;

Τι νομίζεις, θα μάθεις χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου;

Ούτε φωνές θυμάμαι καθαρές, ούτε το χρώμα από τον ουρανό

θυμάμαι,

μόνο την μάνα μου …

Έκανε θόρυβο το φουστάνι της,

σχεδόν γρατζούναγε τα χώματα, μέχρι που από ένα ύψωμα,

ίσα που τόλμησε να κοιτάξει πίσω και σώπασε το πανί,

σε ενός λεπτού φυγή!

Έτρεξε…

έτρεξαν…

έτρεξα!

Κανένας στο κατόπι μας και όλα πίσω μας.

Άφησε ότι δεν μπόρεσε να πάρει, πήρε ότι δεν άντεχε να αφήσει.

Τι με κοιτάς;

Με φοβάσαι;

Ήρθες ζωές μετά να μου ξυπνήσεις ότι με κόπο κοίμισα.

Ποιος είσαι;

Γέρασα και λίγα μου λέει πια αυτή η ουλή πάνω απ τα χείλη σου.

Σε λίγο θα φέρουν βραδινό στο θάλαμο…

Την ίδια ουλή είχε και ‘κείνος, έλεγε η μάνα

Ένα ψωμί μουσκεμένο κι ένα τσαμπί σταφύλι χόρτασε την πείνα μου,

στην πόλη που έμοιαζε με τη δική μου.

Σε λίγο θα φέρουν βραδινό…

Μείναμε στην καλή μεριά,

μήπως γυρίσει ο πατέρας απ τη Θάλασσα.

Δεν ήρθε ποτέ.

Θα έρθουν και οι γιατροί σε λίγο…

Κοίτα με …

Κοίτα με πατέρα …

Καληνύχτα πατέρα…

ΩΡΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: 19:22. ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: ΓΗΡΑΣ. ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΦΗΜΕΡΕΥΩΝ ΙΑΤΡΟΣ

 

Γιώργος Κονταξής

——————————————————————————————————-

 

10.

Ψευδώνυμο: Κρίταμο

 

«Ιωνίας μνήμες»

Κι αν πλάνταζε τ’ αηδόνι

μες στον κόρφο μου,

λινό το υφάδι του ξεριζωμού

χτυπά στα παγωμένα δάκρυα.

Τα σήμαντρα σηκώνονταν ορθά

μέσα στο πέλαγος

να υμνήσουν να θρηνήσουν, να φωτίσουν…

Τρεις μεγάλες πέτρες

χορτάριασαν τη βρύση,

που έλουζε

τις διάφανες κορδέλες της ανάμνησης.

Πως παρακολουθώ

πίσω απ’ τις ψηλές δαντέλες

τη θάλασσα να ανασαίνει κυανή,

με τα λευκά φτερά

να προσπαθεί να αποδράσει,

με τους άχραντους στίχους

σε στόματα άνυδρα,

με την υγρή ελπίδα

να στεγνώνει τα μάτια μου,

με τα ξαγρυπνημένα αγγίγματα

που αλλοιώθηκαν

στο διάβα του μισεμού.

Είχες ξεχάσει τη μέντα στο κατώφλι σου

και το γλυκό κουφέτο

στη θήκη πλάι στα στέφανα,

να στοιχειώνει πια τα ξημερώματα….

 

Φωτεινή Γκιλίρη

——————————————————————————————————-

 

 

11.

Ψευδώνυμο: ΚΑΛ

 

 

Για το σπίτι των παιδικών μου χρόνων δεν βρήκα το δρόμο

και ας ακολούθησα τις μελανές πέτρες

και εκείνα τα άνθη

χάθηκα ανάμεσα σε τάφους

Έσκαψα χώμα υγρό και ρίζωσα πλάι στο μνήμα

και σκάλισα στο μάρμαρο τη λέξη μνήμη

Πέρασαν από πάνω μου χειμώνες καλοκαίρια

και δεν άνοιξες ξανά κείνη την καγκελόπορτα

Ίσως μαζί σου να επέστρεψα και εγώ

Τώρα ακούω το νερό

φτάνω

Τις νύχτες φουσκώνει ως τα μάτια

δε τη χωρούν τη θάλασσα

και η αλμύρα δεν ξεπλένει πια τα βάσανα

Οι εικόνες στέκουν στις βιτρίνες δρόμων ανίερων

και το λιβάνι καίνε μόνο στα μνημόσυνα

Ο ουρανός τώρα χωρά σε εκείνο το κουτάκι καραμέλες για τον ύπνο

 Καλλιόπη Φωτεινή Σαραντάκου


 

Αποτελέσματα

Β’ Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού με θέμα «Μικρασιατική Καταστροφή 1922»

100 χρόνια από την ημερομηνία που άλλαξε την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας

Κατηγορία Εφήβων

 

Βραβείο

Ψευδώνυμο: Ορφέας

 

«Με τα χέρια βαθιά στην άβυσσο»

 

Και όσο αγκάθια, ποτισμένα με πορφυρό υλικό υπάρχουν,

Τόσο στάχτες θα ακολουθούν το βάδισμα, το βήμα

Του ζοφερού θανάτου, γιου του Ερέβους και της Νύχτας.

Ας είναι ο Αιθέρας και η Σκόνη

Να είναι οι φλόγες

Και ο πολιτισμός αυτός τα μαργαριτάρια

Και η πικρή αυγή μακριά από τους κάμπους αυτούς.

Ακούω ελεγείες στη στάχτη

Μοιρολόγια στο βυθό της θάλασσας.

 

 

Κωνσταντίνος Σειρηνάκης

——————————————————————————————————-

 

 

 

 

Έπαινοι:

Ψευδώνυμο: Θρυαλλίδα

1.

«Η Φλόγα Στα Μάτια Των Ανθρώπων»

 

Κόκκινο είναι ένα κουρέλι

στην άκρη του δωματίου.

Κόκκινη είναι και ολόκληρη η αίθουσα,

οι καρέκλες, τα τραπέζια και οι τοίχοι,

Σε μια άναστρη σκοτεινή νύχτα, χωρίς φεγγάρι,

ένα χαρωπό, ζωηρό κόκκινο πλημμυρίζει τα σπίτια,

χώνεται από τις χαραμάδες

και χοροπηδάει πάνω στις ψυχές άψυχων ανθρώπων.

Μέχρι που η νύχτα δεν είναι πια σκοτεινή.

Τη φωτίζει η Φλόγα.

 

Αλλά δεν υπάρχει ανθρώπινο μάτι να τη θαυμάσει.

Γιατί αυτό τώρα στριμώχνεται στα βαπόρια,

παλεύει με τα κύματα.

Αντικρίζει τη νέα, την προγονική πατρίδα.

Και ξαναχτίζει τα σπίτια, και γιορτάζει ξανά τα ίδια πανηγύρια.

Του δίνουν ένα ξερό χωράφι και ξαναγεννά το Κορδελιό.

 

Η πόλη κάηκε, αλλά δεν έσβησε.

 

Κυριακή Αριζάνη

——————————————————————————————————-

Ψευδώνυμο: Λικναδιώτισσα

 

«Γράμμα για τον παππού»

 

Θυμάσαι παππού μου;

 

Εσύ καθόσουν στον καναπέ και χάιδευες τρεις πονεμένες χορδές

και μ έκανες και μένα να θυμάμαι όσα δεν έζησα.

Μ’ έκανες να θυμάμαι αλαλαγμούς, καταστροφές, πρόσωπα

που δεν ήξεραν αν έπρεπε να πιστέψουν στα μάτια τους ή να θρηνήσουν.

Μ’ έκανες να θυμάμαι φωτιά και κατατρεγμούς και μανία απάνθρωπη και προσφυγιά.

Μου έδωσες να κουβαλήσω εκείνη την αντάρα και τη θάλασσα την ταραγμένη

με βάρκες μουγγές απάνω να επιπλέουν σαν ξερά φύλλα,

γεμάτες από ψυχές που τους είχε απομείνει μονάχα μία καρδιά που δεν ήξερε τι να νιώσει

κι ένα μυαλό που δεν ήξερε τι να σκεφτεί.

 

Φτάσατε στη Ελλάδα ξεριζωμένοι, με μόνο καταφύγιο τ’ αποκαΐδια μιας πατρίδας που σιγόκαιγε ακόμα

σαν κάρβουνα στην ψυχή και θρηνούσαν κι έκραζαν: ΜΙΚΡΑΣΙΑ.

Κι όμως. Μ’ αυτά τ’ αποκαΐδια ξυπνήσανε τη Μικρασία

κι έκαναν τον αναστεναγμό μνήμη, το δάκρυ τραγούδι,

τα βιώματα ανασασμό Ιστορίας για να μάθουν όλοι.

Μ’ αυτά τα μισοσβησμένα κάρβουνα διαδώσανε και διασώσανε τη φλόγα της Μικρασίας.

 

Μην αναστενάζεις, παππού. Το ξέρω. Σε ποια πέτρα, σε ποιο χώμα να ριζώσεις τώρα πια….

Μα Μικρασία υπάρχει στο φλογερό τραγούδι που ανασταίνει αισθήμτα.

Μικρασία υπάρχει στις μαρτυρίες που ξεστομίστηκαν και φανέρωσαν τρανταχτές αλήθειες.

Μικρασία υπάρχει στην ελληνική γλώσσα που κρύβει νοήματα πίσω από τις παροιμίες και τις λέξεις της.

Μικρασία είναι μια κινούμενη πατρίδα που αναζωπυρώνεται, μοιράζεται,

ζει στις ψυχές όσων άκουσαν και ακούνε, γνώρισαν και γνωρίζουν, έμαθαν και μαθαίνουν.

 

Κι αυτό, παππού μου, συμβαίνει με κάθε πατρίδα.

Όσο παίρνουμε διδαχή από το παρελθόν, ταυτότητα από την Ιστορία μας,

συναίσθημα από την τέχνη, όποια πατρίδα κι αν χάθηκε… ανθεί και φέρει κι άλλο.

 

Να είσαι καλά παππού μου.

Θα συνεχίσουμε να φροντίζουμε την αγαπημένη σου Μικρασία.

Εμείς οι περιπλανώμενοι αρχαιολόγοι της αλήθειας,

οι φιλοπερίεργοι καλλιτέχνες των αναμνήσεων,

οι νεαροί συνεχιστές της πολιτισμικής ταυτότητας.

Σε χαιρετώ.

                                                                                    Με πολλή  αγάπη και σεβασμό…

 

 

Στελίνα Μπουζοπούλου

———–——————————————————————————————–

 

 

 

 

Ψευδώνυμο: Παλμύρα

 

«Οι αμυγδαλιές βιάστηκαν να ανθίσουν»

 

Τίποτα δεν μπορεί μια μάνα από το παιδί της να χωρίσει.

Το βλέμμα της θολό μαργαριτάρι, το σώμα της κούφιο κελί,

μα το αίμα σαν ζεστό πρωτοβρόχι στάζει από τον κόρφο της, σαν πηχτό γάλα που πέφτει να θρέψει το παιδί της.

Κάτι ρίζες φυτρώνουν, πρέπει να ‘ ναι αμυγδαλιά.

Μια μητρική ψυχή φύτρωσε, κρύφτηκε στο χώμα, ντράπηκε πια να ζει μέσα σε

ανθρώπου κορμί.

 

Οι καρδιές καήκαν, γίνανε αμυγδαλιές,

αμυγδαλιές που δεν περίμεναν να έρθει χειμώνας, αλλά γεννήθηκαν μες στην απόλυτη λύσσα.

Ένα ασκί του Αιόλου που άνοιξε και φύσηξε και έσπειρε τα ένστικτα των ζώων και όλοι δίψασαν για αίμα.

Οργασμός μιας κτηνώδους τρέλας.

 

Ζάλη μιας θύελλας που ανάσαινε και ξεφυσούσε και φούντωνε τις φωτιές, τις καρδιές.

Τα γόνατα γδάρθηκαν απ’ τις προσευχές, τα χείλη στέγνωσαν βαριά, εξουθενωμένα από

τα παρακάλια.

Οι παλάμες άσπρισαν να είναι ενωμένες και να παρακαλούν σε έναν θεό που, σαν ξένο πλοίο, παρακολουθούσε παθητικά.

Ομαδική προσευχή ταπεινωμένων, τόσο φρικτά ατιμασμένων, που έχασαν την πίστη

τους τη στιγμή που πιότερο τη χρειάζονταν.

 

Πόσα κρύβει μέσα της η κραυγή αυτή της μάνας, που ξέρει πως δε θα ακουστεί, μα

κάπως πρέπει να ανασάνει?

 

Μάρτυρας της κόλασης που ελπίζει να πεθάνει, γιατί δεν αντέχει πια το βάρος του να ζήσει.

 

Η Σμύρνη, Παναγία που καίγεται μες στη νεφέλη των λιωμένων καρδιών,

και οι άνθρωποι σταυρωμένοι, με ξερό αίμα από το ακάνθινο στεφάνι της αδικίας, που

δεν τους υπόσχεται καμία ανάσταση.

 

Οι καρδιές κάηκαν, γίνανε αμυγδαλιές, γίνανε ρίζες οι καρδιές μας,

Γεννημένες στον πιο σκληρό χειμώνα, σε έναν χειμώνα που δεν έκανε κρύο, μα ήταν

τόσο σκληρός για να γεννήσει αμυγδαλιές.

 

Αμυγδαλιά έγινε η Σμύρνη, και δε χάθηκε, οι καρδιές μας την ανασταίνουν.

Χώμα εδώ.

 

Παυλίνα – Μαρία Αιόλου

——————————————————————————————————-

4.

Ψευδώνυμο: ΠΙΕΡΙΔΑ

 

«ΣΤΟ ΔΕΙΛΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ»

 

Στο δείλι του Αυγούστου το τέλος αρχίζει.

Τους δρόμους τη πόλης ο φόβος πλημμυρίζει.

Τρέχουν στο λιμάνι τρομοκρατημένοι,

αφήνοντας τη Σμύρνη την αγαπημένη.

 

Ολόκληρη πόλη καίγεται ολοσχερώς.

Στα σπίτια τρυπώνει η στάχτη και ο καπνός.

Μαυρίζει τα παράθυρα, τους καθρέφτες

Κάθεται πάνω σε έπιπλα και καρέκλες.

 

Στο λιμάνι επικρατεί ο αναβρασμός.

Παντού πτώματα, ασχήμια κι ολοφυρμός.

Η θάλασσα γεμάτη απελπισία

Στέλνει μύριους νεκρούς στην αθανασία.

 

Αλλά, το αποτέλεσμα είναι τραγικό.

Τελικά λίγοι γλυτώνουν το θανατικό.

Όσοι Έλληνες τον θάνατο ξεγελούν

Πατρίδα, οικογένεια, φίλους λησμονούν.

 

Ευτέρπη Μπουρανή

——————————————————————————————————-

 

 

 

5.

Ψευδώνυμο: Υποπλοίαρχος

«Ένα Χαμένο αρκουδάκι»

 

Μάνα η Σμύρνη καίγεται στις φλόγες

ξεχάστηκε η κόλαση και ανέβηκε ‘δω πάνω

και μες στο χαλασμό αυτό

εγώ ένα αρκουδάκι στενά παρατηρώ

 

Ένα αρκουδάκι απ’ άρβυλα πατημένο

Τουρκικά η Ελληνικά δεν ξέρω,

όλα γίναν τόσο γρήγορα

και εγώ δεν πρόλαβα να δω

 

Ένα αρκουδάκι που ‘ναι μισοκαμμένο

που στάχτη έγινε σχεδόν το πρόσωπό του.

Γιατί οι φλόγες ήρθαν ξαφνικά

κι αυτό δεν πρόλαβε να φύγει

 

Ένα αρκουδάκι με το βλέμμα του κενό

άδειο, να αντανακλά απλά τον θάνατο…

Καθώς μέσα στην ζωή του αυτή

τι παραπάνω να ‘χει δει;

 

Έρχομαι λοιπόν και σας ρωτώ,

Τι ψυχή να κουβαλάει το αρκουδάκι αυτό;

Ποιο παιδί σαν παιχνίδι του θα το διαλέξει;

Και ποιος στο σπίτι του θα το καλωσορίσει;

 

Μιχαήλ Γερμιτσιώτης

——————————————————————————————————-

 

Ψευδώνυμο: Twins

«Πρόσφυγες μέσα στους καπνούς»

 

Όταν οι Τούρκοι όρμησαν

να πάρουνε τη Σμύρνη

άντρες γυναίκες και παιδιά

ανέβηκαν στην πρύμνη.

 

Την Πόλη βλέπανε από ‘κει

να καίγεται στις φλόγες

κλαίνε ουρλιάζουν τα παιδιά

και κρέμονται σαν ρώγες.

 

Πυκνοί καπνοί σκορπίζονται

μέχρι την προκυμαία

και οι Έλληνες ατάραχοι

σηκώνουν τη σημαία.

 

Αφήσανε τα σπίτια τους

αφήσαν τις δουλειές τους

και γίνανε σε μια στιγμή

πρόσφυγες, μα με πυγμή!

 

Περπάτησαν ξυπόλυτοι

σε λάσπες και σε χιόνια

ξανάφτιαξαν τα σπίτια τους

απόκτησαν εγγόνια.

 

Οι νέες συνοικίες τους

θυμίζουν την πατρίδα

μια νέα ζωή ξεκίνησαν

γεμάτη με ελπίδα.

 

Ελευθερία Δροσσά – Γιώργος Δροσσάς

——————————————————————————————————-