Αναγνώστες

Διονύσης Διαμαντόπουλος “Το θερμόμετρο της αγάπης”

Το θερμόμετρο της αγάπης

Διονύσης Διαμαντόπουλος

  Αν τον έβλεπε κανείς έτσι σκυμμένο στο πλαϊνό της πλώρης, με το μισό κορμί να αιωρείται πάνω απ’ τη θάλασσα, θα τον περνούσε για κάποιον ναυτικό που στον ελεύθερο χρόνο του ψάρευε στο αγκυροβόλι, μέχρι το τεράστιο δεξαμενόπλοιο να φορτώσει και να ξεκινήσει για το νέο του ταξίδι.

Το πλήρωμα όμως ήξερε πως το μακρύ σχοινί που κρεμόταν από τα χέρια του συναδέλφου τους δεν είχε στην άκρη του κάποιο αγκίστρι ή σαλαγκιά για χταπόδια, αλλά ένα μεγάλο χρυσοκίτρινο μεταλλικό θερμόμετρο. Άφηνε το σχοινί να κυλήσει αργά-αργά ανάμεσα από τον αντίχειρα και τον δείκτη του, προσέχοντας να μη χτυπήσει στα πλαϊνά του καραβιού, μέχρι η άκρη του θερμομέτρου να ακουμπήσει στην επιφάνεια της θάλασσας. Ύστερα, ακόμα πιο προσεκτικά, άφηνε να μπει νερό στη μικρή θαλάμη στη βάση του θερμομέτρου και έτσι με το βάρος του να βυθιστεί μερικά μέτρα κάτω από το νερό.

Το άφηνε εκεί για λίγα λεπτά και μετά άρχιζε να το τραβάει προσεκτικά μέχρι να το ανεβάσει στο κατάστρωμα. Το έφερνε γρήγορα κοντά στα μάτια του βάζοντας την παλάμη στο πλάι κάνοντας σκιά από τις δυνατές ακτίνες του ήλιου που τον εμπόδιζαν να δει τις ενδείξεις. Ύστερα έβγαζε από την τσέπη ένα μικρό σημειωματάριο και έγραφε κάποια νούμερα. Συχνά επιβεβαίωνε αυτό που έγραφε με μια δεύτερη ματιά στο θερμόμετρο. Κι όταν όλα ήταν εντάξει, τότε με αργές κινήσεις, σαν ιεροτελεστία, άρχιζε να τυλίγει το σχοινί γύρω από το θερμόμετρο, τόσο προσεκτικά που θα νόμιζε κανείς ότι κρατούσε στα χέρια του κάτι εξαιρετικά πολύτιμο. Αφού το τύλιγε, το έβαζε στην φαρδιά τσέπη του παντελονιού του και τραβούσε για την πρύμνη. Ανέβαινε τη σκάλα του ακομοντέισιον και πήγαινε ίσα στο γραφείο του. Έβγαζε το σημειωματάριο και άρχιζε τους μαθηματικούς υπολογισμούς του συνδυάζοντας τα μέτρα βύθισης του καραβιού μετά τη φόρτωση και τη θερμοκρασία του νερού. Κι όταν έβρισκε την ποσότητα του μαύρου χρυσού που είχαν φορτώσει εκεί στο λιμάνι του Μπαντάρ Αμπάς, έπαιρνε τα χαρτιά του παραμάσχαλα και πήγαινε να ενημερώσει τον καπετάνιο.

Μέρες αργότερα, όταν το πλοίο θα έδενε στο παγωμένο λιμάνι του Ρότερνταμ, θα βρισκόταν πάλι στο πλαϊνό της πλώρης. Να κατεβάζει το σχοινί με το θερμόμετρο, να σημειώνει την ένδειξη, να κάνει τους υπολογισμούς του και να ενημερώνει τον καπετάνιο πριν αρχίσουν οι αντλίες να αδειάζουν την κοιλιά του καραβιού.

Πάντα η ίδια κι απαράλλαχτη δουλειά. Ανεβοκατέβαζε το θερμόμετρο, σημείωνε και υπολόγιζε με ακρίβεια το υγρό φορτίο οργώνοντας απ’ άκρη σ’ άκρη τις θάλασσες του κόσμου. Από τα ήρεμα νερά της Ερυθράς Θάλασσας, ως το βουβό κύμα κάτω από το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας. Κι από τα αφρισμένα κύματα της Βόρειας Θάλασσας, ως το νωχελικό ταξίδι στις διώρυγες του Παναμά και του Σουέζ. Άλλοτε να ιδροκοπάει κάτω από τον καυτό ήλιο στα λιμάνια της Περσίας και τη Σαουδικής Αραβίας κι άλλοτε να γλιστράει περπατώντας στο παγωμένο κατάστρωμα που το  πολικό ψύχος στη λίμνη Μίσιγκαν μετέτρεπε σε κρύσταλλο  κάθε σταγόνα νερού που έπεφτε πάνω του.

Την αγαπούσε όμως τη δουλειά του. Παρά τις πολλές δυσκολίες και τους μεγάλους κινδύνους, την έκανε πάντα με μεράκι και συνέπεια έχοντας ταυτιστεί μαζί της.  Μάλιστα, είχε αφοσιωθεί τόσο πολύ σ’ αυτήν που όσες φορές τύχαινε το καράβι να μείνει για μέρες αρόδο, αυτός από συνήθεια έπαιρνε το θερμόμετρό του και μετρούσε την «τεμπερατούρα», με την ίδια φροντίδα που η μάνα μετράει τη θερμασιά του παιδιού της.


Νέα Φώκαια – στη φωτογραφία απεικονίζονται οι πραγματικοί πρωταγωνιστές

Και οι μήνες περνούσαν ασταμάτητα ταξιδεύοντας από λιμάνι σε λιμάνι και βλέποντας μόνο θάλασσα κι ουρανό. Μόνο τον μήνα που ξεμπάρκαρε και πήγαινε στο σπίτι του πατούσε στη στεριά και μόνο τότε, αντί για το θερμόμετρο, κρατούσε σφιχτά στα χέρια τα δυο του παιδιά. Κι έφτασε μια μέρα που συμπληρώθηκαν σαράντα θαλασσοδαρμένα χρόνια. Και ξεμπάρκαρε, μόνιμα πια, στη δική του Ιθάκη. Ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής. Μα κι αν δεν είχε φτάσει η ώρα του να ξεμπαρκάρει, σύντομα κανείς δεν θα χρειαζόταν τον ίδιο και τις μετρήσεις του. Η τεχνολογία σιγά-σιγά είχε αντικαταστήσει το μακρύ μεταλλικό θερμόμετρο με τους ηλεκτρονικούς αισθητήρες. Και τον υπολογισμό του φορτίου έκανε τώρα ένας υπολογιστής στη γέφυρα του καραβιού. Δεν χρειαζόταν κανένας πια να βγάζει το μισό του σώμα έξω από την πλώρη και να κατεβάζει το σχοινί. Τα σκεφτόταν όλα αυτά και, καμιά φορά, μελαγχολούσε, καθώς κοιτούσε αφηρημένα από το παράθυρο του σπιτιού του την ήσυχη θάλασσα που έβρεχε το χωριό του.

Για να κατέβει κανείς στην παραλία της Νέας Φώκαιας στη Χαλκιδική, το μικρό χωριό που έχτισαν οι πρόσφυγες από τη Φώκαια της Ιωνίας, πρέπει να πάρει έναν απότομο κατηφορικό δρόμο που ενώνει το χωριό με τη θάλασσα. Τον δρόμο αυτό έπαιρνε κάθε μέρα του καλοκαιριού ανελλιπώς, ο κύριος Ξενοφών. Στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς. Και να μην είχες ρολόι στο χέρι, αν τον έβλεπες να ξεπροβάλει ψηλά, ήξερες πως είχε μεσημεριάσει. Είχε περάσει τα ενενήντα. Φορούσε ένα σκούρο μαγιό και ένα λευκό καπέλο. Στο ένα του χέρι κρατούσε πάντα ένα ξύλο με μια διχάλα στην πάνω άκρη. Σαν δικράνι. Στο άλλο, είχε μια τυλιγμένη πλαστική σακούλα. Κατέβαινε τον στενό δρόμο πολύ αργά ρίχνοντας συχνές ματιές πίσω του να δει αν τον ακολουθεί με ασφάλεια η ηλικιωμένη γυναίκα του.

Όταν τα πόδια τους βυθίζονταν στην άμμο, της έδινε το διπλωμένο μπράτσο του να στηριχθεί κι έτσι πιασμένοι  τρυφερά βάδιζαν και οι δυο προς το ίδιο πάντα σημείο. Εκεί που λίγα χαμηλά βράχια έμπαιναν στη θάλασσα δημιουργώντας έναν μικρό φυσικό μώλο. Άπλωνε μια πετσέτα στην άμμο και την έβαζε να καθίσει προσεκτικά. Αυτός, ξανάπιανε το διχαλωτό ξύλο και βαδίζοντας λίγα μέτρα καθόταν στην άκρη του τελευταίου βράχου αφήνοντας τα πόδια του να βρέχονται στο νερό. Ύστερα, άνοιγε την πλαστική σακούλα, έβγαζε από μέσα έναν χρυσοκίτρινο μεταλλικό κύλινδρο και άρχιζε να ξετυλίγει το λεπτό σχοινί που είχε γύρω του. Ήταν ένα θερμόμετρο θαλάσσης που το άφηνε σιγά-σιγά να βυθιστεί στο νερό εκεί μπροστά στα πόδια του. Σε λίγα λεπτά άρχιζε να το τραβάει τυλίγοντας το σχοινί μέχρι να το φέρει στην επιφάνεια και να το πιάσει στα χέρια του. Αφού το κοίταζε προσεκτικά, σηκωνόταν, έμπηγε τη βέργα σε ένα άνοιγμα του βράχου και κρεμούσε πάνω της τη σακούλα με το θερμόμετρο και το λευκό καπέλο του. Ύστερα, πλησίαζε τη γυναίκα του, έσκυβε πάνω της και έλεγε κάπως μεγαλόφωνα για να νικήσει τη βαρηκοΐα της. «Εικοσιοκτώ». Κι αμέσως συνέχιζε. «Καλά είναι, πάμε». Εκείνη, κουνούσε μερικές φορές πάνω κάτω το κεφάλι δείχνοντας την εμπιστοσύνη της κι αμέσως άπλωνε το χέρι. Τη σήκωνε προσεκτικά και έτσι πιασμένοι έμπαιναν αργά-αργά στη θάλασσα. Κολυμπούσαν για μισή περίπου ώρα. Όχι παραπάνω. Ύστερα έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής. Με τον κύριο Ξενοφώντα μπροστά να κρατάει στο ένα χέρι το διχαλωτό ξύλο και στο άλλο το θερμόμετρο της αγάπης.

………………….

* Το κείμενο βασίζεται σε αληθινή ιστορία και πραγματικούς πρωταγωνιστές