Γράμματα & Τέχνες

Δημήτρης Κατσαβός. “Ένας δάσκαλος, ένα σχολείο, ένα όραμα” / συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

“Και έτσι πρέπει. Οι μαθητές να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από το δάσκαλο. Τι ικανοποίηση και τι ευτυχία να περιδιαβαίνεις νέους τόπους, να χρωματίζεις την ψυχή σου με καινούργιες εικόνες, να γεύεσαι πρωτόγνωρες εμπειρίες. Να τριγυρνάς, αντάμα, με νέα παιδιά, σχολιαρούδια και να βλέπεις να σε προσπερνούν, να κάνουν μία και δύο δρασκελιές πέρα απ’ τις δικές σου και να δημιουργούν…”  Δημήτρης Κατσαβός

———————–

Πάντα πίστευα, όπως και ο Δημήτρης Κατσαβός, πως η μεγαλύτερη χαρά για το δάσκαλο είναι να τον ξεπερνούν οι μαθητές του. Και είχα αυτήν τη χαρά αρκετές φορές. Ο Δημήτρης, πριν πολλά χρόνια, υπήρξε κι αυτός μαθητής μου.Έτσι εξηγείται ο ενικός αριθμός στις ερωτήσεις μου και η ιδιαίτερη χαρά μου.

Μετά και την τελευταία του διάκριση στο Ζάππειο, επισκεφτήκαμε το σχολείο του κι εκεί, στον μικρό σχολικό του παράδεισο, καταλάβαμε το γιατί και το πώς ένα όραμα μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

Ανήσυχος και ακούραστος, με έμπνευση στη σύλληψη των ιδεών και συνέπεια στην πραγμάτωσή τους, έχτισε έναν αλλιώτικο κόσμο για τους μαθητές του, με ένα σχολείο χαρούμενο και  υψηλής αισθητικής. Εκεί η γνώση κερδήθηκε με τον κόπο και την έμπνευση του δασκάλου και τον ενθουσιασμό των μαθητών του, μέσα από εικόνες, χρώματα και προπαντός αγάπη για τους μικρούς αποδέκτες της μάθησης, ανεβάζοντας παράλληλα θεατρικές παραστάσεις, που κέρδισαν πανελλαδικά βραβεία και ανοίγοντας γι’ αυτούς δρόμους που ποτέ δεν φαντάστηκαν, ταξιδεύοντάς τους με το ERASMUS στον κόσμο.

Κατάφερε να κάνει το μικρό του σχολείο, το σχολείο του γενέθλιου τόπου του, το Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας, (με το 65% στο σύνολό του  παιδιά Ρομά και μεταναστών), όχι απλά πρότυπο, αλλά εκφραστή ενός οράματος, πιστεύοντας στο “και οι έσχατοι έσονται πρώτοι”.

Κλήθηκε από την Πολιτεία και τιμήθηκε στο Ζάππειο, εκπροσωπώντας το Σχολείο του, αλλά και ως  μοναδικός εκπρόσωπος Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στη γιορτή “35 χρόνια ERASMUS”.

Μιλά στη Φαρέτρα, σεμνός και αθόρυβος, (με γλώσσα ποιητική και συναισθήματα ανάλογα), για τα παιδικά του χρόνια, για την πορεία του στη γνώση και τη ζωή, για το σχολείο και τους μαθητές του, για το όραμα μιας Παιδείας αλλιώτικης, όπου οι λέξεις “γνώση και φαντασία”, “γνώση και πατρίδα”, “γνώση και ευαισθησία” συναντιούνται, κάνοντας μικρά θαύματα...

Ένα μικρό χωριό του κάμπου της Ημαθίας, η Κουλούρα, είναι ο τόπος σου, Δημήτρη.  Εδώ γεννήθηκες, εδώ μεγάλωσες. Τι εικόνες φέρνουν στο νου σου εκείνα τα πρώτα παιδικά χρόνια; Ο πατέρας, η μάνα, η γειτονιά…

Η Κουλούρα, το χωριό μου, στην καρδιά της βεροιώτικης πεδιάδας.

Εδώ γεννήθηκα ένα φρεσκοπλυμένο πρωινό Μαΐου του 1965, καθώς «η ανοιξιάτικη αυγούλα πηδούσε απ’ το παράθυρο σαν εύθυμη χωριατοπούλα, μ’ ένα καλάθι στα χέρια γιομάτο πρώιμα ροδάκινα, σφυρίζοντας το εγερτήριο τραγούδι της πρωινής δουλειάς του κάμπου». Αυτός είναι ο Τόπος μου, αυτός ο Τόπος ο μικρός, για μένα, ο Μέγας. Ο Τόπος που βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια …, η μόνη, κατά τον Σεφέρη, πατρίδας μας.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα καλαμιές …, απόγονοι μιας άλλης θάλασσας, που λίγεψε στο χώρο, μα θέριεψε εντός μας… ανάμεσα Βεργίνα-Πέλλα !

Όλα με έλκουν προς τα εδώ. Καθώς γυρνάω τη σκέψη μου, τούτη τη στιγμή, ταυτίζομαι με το παιδί των 10 – 12 ετών που πρωτοάνοιγε τις σελίδες από το ημερολόγιό του για να γράψει. Να γράψει τι; Αν ήταν μπορετό να το κρατούσα αυτή τη στιγμή στα χέρια μου!

Θα έβλεπα την εικόνα του πατρικού μου σπιτιού: «Πάνω στ’ ανώφλια είναι η κάπνα, χρόνο με το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα,- μικροί, μικροί σταυροί που χάραξαν οι κεκοιμημένοι, γυρίζοντας από την Ανάσταση …».

Την εικόνα της μάνας μου: «Κρέμαγε η μάνα μου το βλέμμα της μέσα στη νύχτα, σαν ένα μεγάλο φανάρι πάνου από τη σκέπη του ύπνου μου και χάνονταν όλες οι σκιές απ’ την καρδιά μου».

Του πατέρα μου: «Οι μέρες του, παίρναν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες…».

Των αδερφών μου: «έχοντας την έννοια μου, κουβαλώντας και τις δικές μου ευθύνες, για να φλερτάρω ελεύθερος με τον πειρασμό της αθωότητας και το ρίσκο της απερισκεψίας».

Των φίλων μου των παιδικών: « της αγαπημένης παρέας, που εύκολα μετατρέπονταν σε «συμμορία» για να κλέψει ένα ροδάκινο, ένα κεράσι, να πάρει, πριν διαβαστεί και κρυφά απ’ τον παπά, το αντίδωρο από το πανέρι στο «Ιερό», με τις ατέλειωτες ώρες ποδόσφαιρου, στο «νησί», κρατώντας στο χέρι το απογευματινό κολατσιό μας, μια φέτα βρεγμένο ζυμωμένο ψωμί πασπαλισμένο με καφέ και ζάχαρη. Της αγαπημένης παρέας, που ακόμα πιο εύκολα μεταπηδούσε από το «εμείς» στο «εγώ» όταν επρόκειτο να προλάβουμε (αφού δεν έφταναν για όλους) τα αγαπημένα τεύχη του «Μπλεκ» και του « Όμπραξ».

Θα έβλεπα την εικόνα του ανομολόγητου και ανεκπλήρωτου, φυσικά, έρωτα, το πρώτο φιλί, έστω και στα πλαίσια της Ανάστασης, την εκκλησία, το καμπαναριό, τους χωματόδρομους με τις βατσινιές στο πλάι, το μπακάλικο του Καρύπογλου, πρόσφυγα απ’ τη Μικρασία απ’ όπου πληρώνοντας με αυγά παίρναμε τα προϊόντα ανάγκης και σχεδόν τίποτα παραπάνω, και φυσικά τα ποτάμια, το «66», τη σωτηρία μας, όπως μου έλεγε ο πατέρας,   τον Αλιάκμονα, αυτόν που έδωσε και το όνομα στο χωριό μας, με τα αλλεπάλληλα κουλουριάσματά του λίγο έξω από αυτό, αν και οι συχωριανοί προτιμούν το όνομα του χωριού μας να έλκει από την χριστιανική παράδοση που το συνέδεε με την πορεία του κάρου με τα βάλια που  κουβαλούσαν πάνω του το σκήνωμα του Αγίου Αντωνίου, ώσπου να σταθούν και να επιλέξουν το σημείο ταφής του, εικόνες … υλικά…

Υλικά και άυλα (ζώντα και κεκοιμημένα) , αδιευκρίνιστα και απροσδιόριστα αποτελούν το «όλον», το «ένα», δημιουργώντας μια μεταφυσική αντίληψη, όπου ο Γενέθλιος Τόπος δεν είναι ένα σύνολο δέντρων, δρόμων, σπιτιών … αλλά μια πολυσυμβολική παρασημαντική. Δεν είναι ένα άθροισμα προσώπων, λέξεων, εκφράσεων και κινήσεων, ήχων και θροϊσμάτων, παρουσιών και απουσιών, αλλά μια ηθική και αξιακή υπερδύναμη που ο ανθρώπινος νους πασχίζει να κινητοποιεί αέναα, ώστε να συντηρεί, αναγεννά, να αναδημιουργεί γεγονότα, να εξασφαλίζει ¨συνέχεια¨, να διατηρεί μια αναλογία ανάμεσα στην υλική σύσταση των παραπάνω και στο πνευματικό, συναισθηματικό περιεχόμενο που φέρουν. Κομμάτι μιας αέναης ανταλλαγής, όλοι, αναχωρητές και ερχόμενοι, μαζί, ανάμεσα σ’ αυτό που παραλαμβάνουμε και σ’ αυτό που παραδίδουμε, «σ’ αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό που δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο που δίνουμε για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο, αείζωο».

Εικόνες, πρόσωπα, σκιές, πράγματα, που παλεύουν μέσα μου, χρόνια τώρα, να παραμείνουν αναλλοίωτα, πασχίζουν να κρατηθούν, μη ξεκολλήσουν απ’ τα τοιχώματα της Μνήμης, παρασυρθούν απ’ τα ορμητικά νερά της Λήθης, τις φλόγες της φθοράς και της καθημερινής έκπτωσης. Χαίρε, λοιπόν, πέντε δεκαετίες, σχεδόν, μετά, «Άκαυτη Μνήμη της παιδικής μου ψυχής, σωσμένης από το ολοκαύτωμα της ενηλικίωσης.

Από την αναπότρεπτη, στο πέρασμα των χρόνων, αλλαγή και μεταμόρφωση, ως την ισοπέδωση και τη Λήθη, υπάρχει μεγάλη απόσταση, αρκετός δρόμος αγώνα και προσπάθειας, προσωπικού/ης του καθενός μας, ώστε να μη φτάσουμε στην ομολογία του Γ. Σεφέρη ¨Είναι πικρό να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου»

Μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού σου και αργότερα σε Γυμνάσιο και Λύκειο της Βέροιας. Ποια είναι η ψυχολογία σου αυτά τα χρόνια;

Μιλάμε για το Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας, το σχολείο όπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, κρατώντας απ’ το χέρι η μάνα μου με παρέδωσε στην πρώτη δασκάλα μου, χωρίς ωστόσο, να της χαρίσει ούτε το κρέας, ούτε τα κόκαλα, αυτό το ίδιο σχολείο, όπου,- κάνοντας ένα αφηγηματικό χρονικό άλμα, θα έλεγα ότι επέστρεψα, πλέον, ως Διευθυντής του, την 1η Σεπτέμβριου του 2011, μια ημέρα πριν από το θάνατο της μητέρας μου (2/9/2011).

Σχολείο χτισμένο από την πέτρα του τόπου του, την πουρόπετρα, μια πέτρα που συνδέει το κάτω από το χώμα με το πάνω του τόπου μας, ανεβάζοντας συνεχώς την υγρασία και του χυμούς του προς τα πάνω δείχνοντας το δρόμο της προκοπής, αρμολογημένη με τον μεστό ιδρώτα των κατοίκων του. Σχολείο  με τα παράθυρά του να βλέπουν την ανατολή. Να μπαίνει ο ήλιος , ν’ ανθίζουν οι παιδικές ψυχές καθώς και τα μπουμπούκια των λουλουδιών του κήπου του. Σχολείο με κήπο και σιντριβάνι! Με χωμάτινο και χορταριασμένο αυλόγυρο, με παιχνίδια (τσουλήθρες, τραμπάλες, μονόζυγα, κούνιες …), πριν τα αφανίσει η σύγχρονη παιδαγωγική άποψη περί ασφάλειας των μαθητών.

Σχολείο με … με …με …, «στη θολή μεθόριο ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία», αυτό που θυμόμαστε ως βίωμα και αυτό που βιώνουμε ως ανάμνηση, δε μπορεί να επιβεβαιωθεί ούτε καν από εμάς τους ίδιους, μιας και εμείς οι ίδιοι, άθελά μας, ίσως, αποτελούμε τους πιο αποτελεσματικούς «παραχαράκτες» των δικών μας εμπειριών, της ίδιας μας της ζωής.

Με μια σφοδρή επιθυμία να μην εγκλωβιστώ στην τυραννία της αγροτικής ζωής , να ξεκολλήσω απ’ τη λάσπη, όσο κι αν στις περιγραφές και τις αφηγήσεις και προπαντός στις ενθυμήσεις, η αγροτική ζωή παίρνει μια, σχεδόν ειδυλλιακή και ιδανική μορφή, εκείνα μάλιστα τα χρόνια, της δικής μου νιότης, όπου καμιά εξασφάλιση, καμιά φροντίδα, καμιά δικαίωση δε λάμβανε ο αγώνας του αγρότη για επιβίωση, όνειρό μου κυρίαρχο στις έναστρες εφηβικές μου νύχτες ήταν τα ¨γράμματα¨, με την ευρύτερη έννοιά τους, καλλιέργεια πνευματική, μόρφωση, κοινωνική συνειδητοποίηση κ.λ.π., όπλα, τελικά για την υλική επιβίωση αλλά και τροφή για την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου.

1ο Γυμνάσιο Αρρένων Βέροιας. Πρώτες απόπειρες εξόδου απ’ τα όρια, γεωγραφικά και ψυχικά … Πρώτες ενσταλάξεις της Τέχνης του Λόγου, από χαρισματικούς καθηγητές … Στη Γ’ τάξη βιώσαμε και τη συγκατοίκηση με κορίτσια!

1ο Λύκειο Βέροιας, στο μετέπειτα Δημαρχείο της πόλης. Κουβαλώντας, πλέον, μια εφηβεία με χαρακτηριστικά ατομικής οργής, ανταρσίας με κοινωνικό πρόσημο, αναρχισμού, θα τολμούσα να πω, όλα αυτά, ωστόσο, σε μια εντελώς αφιλόκερδη φάση τους, μακριά από παρατάξεις, κομματικές παρωπίδες και σκοπιμότητες, όσο κι αν με συνέπαιρνε κι εμένα, ο αντισυμβατικός, προοδευτικός, συμφιλιωτικός και εντελώς μαγικός και όχι πλάνος, λόγος του Ανδρέα Παπανδρέου, της εποχής της Αλλαγής.

Λέξεις, εικόνες, στιγμιότυπα, επαναλαμβανόμενες καθημερινές σκηνές, μετουσιωμένες σε σύμβολα και έννοιες στροβίλιζαν το μυαλό μου, υπονοώντας μια άλλη οπτική θέαση, π.χ: οι ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής (το τρένο, οι γραμμές κατέχουν εξαιρετική και κυρίαρχη θέση στη Μνήμη μου), μου έδειχναν τη σταθερή πορεία προς τον προορισμό,, το άγχος της καθυστέρησης ή το αντίθετο, η αγωνία μη χάσω το τρένο, – ποιο τρένο αλήθεια; Το πλανευτικό και ταυτόχρονα εγερτήριο σφύριγμά του στις 6:10 κάθε πρωί, υπενθυμίζοντας μου, με το πέρασμά του, την ανάγκη να βρίσκομαι σε αναμονή, επαγρύπνηση και εγρήγορση και μια σειρά άλλων παραδειγμάτων, συνοδευόμενα από το περιεχόμενό τους, αποτελούν άσβεστους φανοστάτες γύρω από την περίοδο της εφηβείας μου και της πρώτης αντίληψης του κόσμου. Φανοστάτες που δεν εξάντλησαν το ρόλο τους να μου προσφέρουν στήριγμα, καθώς στον μεθυσμένο, αλλά να φωτίσουν τα μέσα και τα έξω σκοτάδια μου. Σύμβολα και έννοιες που ασυναίσθητα με οδηγούσαν σε μια άλλη διάσταση και ματιά των πραγμάτων, αυτής μέσα από την τέχνη του λόγου και την ποίηση.

Όμως , η ζωή τραβάει την ανηφόρα της, θέλω να πω, εγώ τραβούσα τον προσωπικό μου ανήφορο, φτάνοντας στην κορυφή της εφηβείας μου, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο στη στιγμή των μεγάλων αποφάσεων, που καθώς λέγανε και εξακολουθούν να λένε, με πομπώδη τρόπο, καθορίζουν τη ζωή μας (πανελλήνιες εξετάσεις).

Η ζωή μου άνοιγε την κλεισμένη, έως τότε, πόρτα, ή έτσι νόμιζα, μιας και από καιρό είχε χάσει το νόημα της κλειδαριάς της, καθώς οι δυσκολίες και η φτώχεια σε οδηγούν σε μια πρόωρη και πιο βίαια ενηλικίωση.

«Ζωή, πως με παρέδωσες με ένα φιλί στους δήμιους» διάβαζα τότε, στους στίχους της Μαρίας Πολυδούρη.

Σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Γιατί επιλέγεις αυτήν τη Σχολή; Τι σε κάνει να στρέφεσαι στη διδασκαλία; Πώς διαμορφώνεται η σχέση  μαθητή δάσκαλου, που θα σε καθορίσει αργότερα στη θέση του δεύτερου;

Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι, κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών και λυκειακών σπουδών μου, η εκπαίδευση αποτελούσε ένα πεδίο με το οποίο θα ήθελα να ασχοληθώ. Άλλωστε τα αγαπημένα μου πεδία (Λογοτεχνία, Ποίηση, Τέχνη …) ήταν εξόριστα απ’ τις προτεραιότητές της, είτε ιδωμένα με μια ματιά που δεν προσιδίαζε στην, ήδη, στα πρώτα στάδιά της, διαμορφωμένη κοσμοθεωρία μου, ή σε άλλες περιπτώσεις (Ιστορία, που επίσης, αγαπούσα), κυριαρχούσε η διαστρέβλωση, η απόκρυψη και ένας ιδιόμορφος προσηλυτισμός. Όλα αυτά, βέβαια, υπό τη θέαση των νεανικών μου ματιών, ψυχής και σώματος, άρα πασπαλισμένα με έντονα στοιχεία απολυτότητας, εγωισμού και αίσθησης του αλάθητου.

Ωστόσο, αυτή που προσδιόρισε την τελική επιλογή μου, όσο κι αν «φοβόμουν όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα» δεν ήταν η άμβλυνση των παραπάνω επιθυμιών και προβληματισμών μου αλλά η οικονομική κατάσταση της οικογένειας και οι περιορισμοί που προέκυπταν από αυτή. Η φτώχεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τους πρώτους εκτροχιασμούς της σκέψης μου απ’ τις ράγες (θυμάστε την αναφορά μου) των ονείρων μου. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα απαντούσα με απόλυτη βεβαιότητα, καλώς υπήρξε ο εκτροχιασμός. Όσο κι αν αποτελεί  οξύμωρο να εξυμνείς τη φτώχεια,  θα έλεγα ότι, στην περίπτωσή μου, η φτώχεια, εκτός του ότι συμπαρέσυρε όλες τις εφηβικές μου σκέψεις, όλα τα υπό διαμόρφωση νεανικά μου όνειρα, που ευτυχώς, ως τα τώρα, δε ζήτησαν εκδίκηση, έδωσε ένα άλλο νόημα στη σκέψη μου, διαμόρφωσε εντός μου μια Αρετή, με την αρχαιοελληνική της έννοια, που στα διάφορα στάδια της ζωής μου πήρε τη μορφή του αγώνα, της προσπάθειας, της υπομονής και της καρτερίας, της κατανόησης και της αποδοχής, της προσφοράς και της ανθρωπιάς, του άγιου πείσματος, ακόμη και της πολύτιμης οπτικής των μικρών ηττών ως προϋπόθεση της μεγάλης νίκης. Με άλλα λόγια έθεσε τα θεμέλια της ύπαρξής μου.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, που αφορά τη σχέση μου με τους δασκάλους κ.λ.π., «Με το λύχνο του άστρο …» γυρνώντας επίμονα στα σχολικά μου χρόνια αναζητώ και αναρωτιέμαι «που να βρω την ψυχή μου». Και τη βρίσκω στο πατρικό μου σπίτι, στην αυλή με τις ακακίες, στη γειτονιά που μεγάλωνα, στην πλατεία και τα τσαΐρια που παίζαμε,  στα μύρα και τους ύμνους του Μεγαλοβδόμαδου, στις πρωτομαγιές του Αι-Δημήτρη, στα χωράφια με τους μελωμένους καρπούς, στα χειροποίητα και αυτοσχέδια παιχνίδια … Στο σχολείο;

Σε μια εποχή που τα σχολικά σου χρόνια ταυτίζονται με μια σκοτεινή περίοδο για τη χώρα σου (χούντα) και η εφηβεία σου σκαλώνει στο καρφί του φόβου των ενηλίκων (και δασκάλων, κυρίως), όπου ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί να σε αλλοιώσει, είναι δύσκολο να αφεθείς στα χέρια μιας τέτοιας εποχής, με τόσο έντονα και βαθιά χαρακτηριστικά, για να σε σφραγίσει, χωρίς να διατρέχεις τον κίνδυνο της παραχάραξης.

Η σχέση μου λοιπόν, με τους δασκάλους μου, εκτός φωτεινών και κάποιες φορές εκτυφλωτικών εξαιρέσεων, θα έλεγα πως ήταν μια σχέση με αρνητικό πρόσημο. Μια σχέση που επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα διδασκαλική μου πορεία αλλά από θέση άρνησης και αντίθεσης παρά θέσης και μίμησης.

Στις μεταπτυχιακές σου σπουδές συναντάς τον Χρήστο Τσολάκη. Πόσο σε καθορίζει  η φυσιογνωμία του μεγάλου δασκάλου στην μετέπειτα διδακτική σου πορεία;

Τον Χρήστο Τσολάκη τον συναντώ νωρίτερα, στις προπτυχιακές μου σπουδές. Ωστόσο, θα έλεγα, ότι ποτέ δεν έλαβαν τέλος οι συναντήσεις μας. Τον συναντώ ακόμη και σήμερα, καθημερινά, σε κάθε διδακτικό μου βήμα, σε κάθε παιδαγωγική μου εφαρμογή και δράση. Ο Χρίστος Τσολάκης ήταν αυτός που διέλυσε κάθε αμφιβολία μου για το δύσβατο μονοπάτι της εκπαίδευσης που επέλεξα. Ήταν αυτός που έδινε λεκτικό σχήμα στις σκέψεις και τις απόψεις μου: «Το μυαλό του παιδιού δεν είναι δοχείο για να στριμώχνεις μέσα του άχρηστες γνώσεις αλλά σπίρτο για να το ανάψεις». Δάσκαλος με την ουσιαστική και κυριολεκτική σημασία του όρου, ταγμένος στη διάπλαση των παιδιών, στην καλλιέργεια της γλώσσας,  στην αφύπνιση των συνειδήσεων, στο φωτισμό των σκοταδιών, στο απλόχερο μοίρασμα όλων όσων γοήτευαν και τη δική μου σκέψη και ύπαρξη.

Ωστόσο, θα ήταν άδικο αν το παζλ των φωτεινών παραδειγμάτων δεν το συμπλήρωνα και με άλλες περιπτώσεις παιδαγωγών που είχα την ευλογία να συναντήσω με τη μαθητική μου ιδιότητα και να ρουφήξω  απ’ τον καθένα τις πραμάτειες του που απλόχερα μοίραζε (κοινό χαρακτηριστικό των ξεχωριστών), τόσο στην περίοδο φοίτησής μου στο Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, όσο και των σπουδών μου των προπτυχιακών, μεταπτυχιακών καθώς και της περιόδου της μετεκπαίδευσής μου στο Διδασκαλείο «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ.

Διορίζεσαι και γνωρίζεις τόπους της Ελλάδας, ανθρώπους και μαθητές διαφορετικούς. Είσαι πια δάσκαλος και όχι μαθητής. Πώς βιώνεις τον καινούριο σου ρόλο; Ποιες δυσκολίες και ποιες χαρές έχει ο δρόμος της διδασκαλίας, που ξανοίγεται μπροστά σου;

Διορισμός και μάλιστα σε μόνιμη θέση στο Δημόσιο. Το όνειρο κάθε γονιού της ελληνικής επικράτειας, τουλάχιστον των μέτρων των δικών μας, της κατηγορίας που εύστοχα μας κατέτασσε η εμβληματική φράση, των ¨μη προνομιούχων¨, και μάλιστα της εποχής της νιότης μου. Ωστόσο, μια έκδηλη ανησυχία και αναστάτωση, τολμώ να πω, θλίψη, διέκρινα στα λόγια υποδοχής της μάνας μου καθώς επέστρεψα για πρώτη φορά, την 28η του Οκτώβρη, το 1992, από τον τόπο που πρωτοδιορίστηκα (Σύρος): «40 μέρες πέρασαν απού τότι πού ’φυγις, μήνας μας φάν’καν». Ένας ομφάλιος λώρος, ακόμη, κοβόταν.

Όσον αφορά εμένα τον ίδιο, η βιοπάλη μπορεί να περιόριζε κάπως το χρόνο των πνευματικών μου αναζητήσεων και ονειροπολήσεων, μου πρόσθεσε όμως μια οικονομική αυτοτέλεια και άνεση, θα πω, σε σχέση με το πριν, η οποία έκανε κάπως πιο ομαλή την προσγείωσή μου στην καρέκλα του δημόσιου υπάλληλου (αν και ο δάσκαλος, θέλω να πιστεύω, αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση) .

Το μεγάλο ταξίδι είχε ήδη αρχίσει, και το πιο σημαντικό: η αγάπη για το ταξίδι είχε αρχίσει να φωλιάζει μέσα μου. Στην πρώτη φάση του, περιορισμένο στα όρια μιας κυκλαδογραφίας, πόσο, αλήθεια μπορεί να χαρακτηριστεί περιορισμένο ένα ταξίδι, όταν αρμενίζει στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου:

Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι.

Βυθισμένος σε μια παρατεταμένη «αμεριμνησία των μελτεμιών» με το «φλόκο της ελπίδας» να με δένει με τους ηλιοκαμένους μικρούς μαθητές μου, τα πατριωτάκια του ήλιου, τους συνταξιδιώτες, που τόσο αγάπησα και πιστεύω πως μ’ αγάπησαν κι αυτά, γιατί, αν δεν αγαπήσεις και δεν αγαπηθείς, δε μπορείς να διδάξεις ούτε να διδαχθείς.

Από τα πρώτα χρόνια διδασκαλίας μου σχηματίστηκε και παγιώθηκε μέσα μου η αντίληψη, την οποία ακόμη διατηρώ ακέραια και υπηρετώ, ότι δεν έχουν κανένα νόημα οι παιδαγωγικές μέθοδοι και οι διδακτικές προσεγγίσεις, εάν δε φτάσουν στο ανώτατο εκείνο πεδίο, όπου γίνονται μέρος του περιεχομένου διδασκαλίας. Και γι’ αυτό το λόγο είναι ανάγκη, ο κάθε δάσκαλος, σε κάθε περίπτωση να επινοεί, διαμορφώνει και εφαρμόζει μια προσωπική και προσαρμοσμένη, στις συνθήκες και τις ανάγκες, παιδαγωγική και όχι μια έτοιμη και, από πριν, δοσμένη συνταγή.

Εντωμεταξύ ο γάμος με την εκπαιδευτικό Δέσποινα Περηφανοπούλου, και εικαστικό, σου ανοίγει έναν παράλληλο δρόμο με τη διδασκαλία, αυτόν της Τέχνης. Πώς στην πορεία συνδέεις τη διδασκαλία με την Τέχνη, ανακαλύπτοντας και τη δική σου κλίση σ’ αυτήν; Πόσο η Τέχνη μπορεί να αποτελέσει γέφυρα για να περάσει ο μαθητής στο δρόμο της γνώσης;

Η Τέχνη, με διάφορες μορφές της, ερωτοτροπούσε μαζί μου, όλα τα χρόνια της εφηβείας μου χωρίς να μπορεί να πάρει μορφή και υπόσταση, ο έρωτάς μου.

Ωστόσο, ανάμεσα στα κύματα του χρόνου που περνάν, φέρνοντάς μας, φορές, πιο κοντά, φορές, πιο μακριά, σ’ αυτά που λαχταρούμε και ποθούμε, σ’ αυτά που αφήνουμε πίσω μας ή μας αφήνουν,  συμβαίνει, καμιά φορά,  ν’ ανάψουν άξαφνα από ένα σπίρτο, κρατημένο από χέρι, έξω απ’ το δικό σου, και επανέρχονται στο προσκήνιο με μια πιο ευδιάκριτη μορφή, με πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο και στερεότητα, με μια λάμψη δαχτυλιδιού (στην περίπτωσή μου το ίδιο με αυτό του αρραβώνα), που υπόσχεται μια εφικτή ή ανέφικτη κατάκτηση.

Αυτό το σπίρτο κρατούσε στα χέρια της η εκπαιδευτικός, εικαστικός και συνοδοιπόρος, εδώ και 33 περίπου χρόνια, Δέσποινα Περηφανοπούλου, η οποία, μαζί με τα δυο παιδιά μας, που έφερε στον κόσμο, με οδήγησαν στην πιο γλυκιά μετακόμιση της ζωής μου, από το κτητικό ¨εγώ¨ στο δοτικό ¨εμείς¨. Κι ανάμεσα στις άλλες πυρπολήσεις, φλόγισε, φωτίζοντας με να βαδίζω, και τα αστείρευτα μονοπάτια της Τέχνης και της Παράδοσης. Μια συνοδοιπορία προς το Φως, το Φως των χρωμάτων (ζωγραφική) , των σχημάτων (σχέδιο) και των σωμάτων (γλυπτική).

Εκπαίδευση και Τέχνη, λοιπόν, μαζί. Μια απροσδόκητη συνάντηση δυο διαφορετικών, φαινομενικά, στην υπόστασή τους, κόσμων, μόνο που δεν έφερε αντιθέσεις, δε δημιούργησε σύγχυση αλλά , αντίθετα, (κι αυτό ας το κρατήσουμε ως εισαγωγή για την αναφορά μου στο Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας και τη λειτουργία του) απέδειξε πόσο σημαντικό είναι ο δημιουργός, είτε είναι καλλιτέχνης, εικαστικός, μουσικός …, είτε εκπαιδευτικός, να δουλεύει εντατικά και με πάθος, υπομονή και επιμονή, κάτω από την απατηλή επιφάνεια, ώσπου να ενωθεί με το ουσιαστικό νόημα του αντικειμένου του, ν’ ακούσει τη μελωδία του και να αντιληφθεί το μέγεθος των συνηχήσεών του. Τότε γίνεται πλουσιότερος ο ίδιος καθώς και αυτοί με τους οποίους μοιράζεται τον παραγόμενο πλούτο του.

Ξαναγυρίζεις μετά από χρόνια στον γενέθλιο τόπο, το χωριό σου, την Κουλούρα. Θα μπορούσες με τις μεταπτυχιακές σου σπουδές, ειδικά στη Διοίκηση, να διεκδικήσεις οποιαδήποτε θέση στην Εκπαίδευση. Δεν το κάνεις. Επιστρέφεις στο χωριό σου και διδάσκεις εκεί. Τι σε οδηγεί σ’ αυτήν την επιλογή;

Δεν έθεσα ποτέ μου ως προτεραιότητα και επιδίωξη αυτό που λέμε ¨επαγγελματική καριέρα¨ υπό την έννοια της διεκδίκησης θέσεων, τίτλων, ρόλων κ.λ.π.. Ο μόνος ρόλος που επιδίωξα, ως απαραίτητη προϋπόθεση να επιστρέψω στον τόπο μου, στο σχολείο μου, ήταν αυτός του Διευθυντή. Κι αυτό, όχι γιατί με έλκει η γραφειοκρατική πλευρά του ρόλου ή η άσκηση εξουσίας. Αδιαφορώ εντελώς. Αυτό που βάρυνε στην επιλογή μου ήταν η δυνατότητα, που καλώς ή κακώς έχει κάποιος, όντας Διευθυντής, να καθορίσει, ως ένα βαθμό, εμπνέοντας και όχι επιβάλλοντας, την πορεία του σχολείου,- πού είμαστε, που θέλουμε να πάμε, να προσδιορίσει τους στόχους, τα εργαλεία, να οραματιστεί και να αγωνιστεί να πείσει, ώστε να συστρατευτούν σ’ αυτό και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς, τοπική κοινότητα).

Η επιστροφή στο Γενέθλιο Τόπο, λοιπόν, ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη, ένα προδιαγεγραμμένο τέλος (ή αρχή;) , μιας πορείας ατελείωτων διαδρομών, χρόνια τώρα του νου και της καρδιάς, αντάμα με το σώμα, κουβαλώντας ένα αβάσταχτο φορτίο συναισθημάτων, που αφορούσε αυτή τη συγκεκριμένη μικρή κουκίδα στο χάρτη που με όριζε. Μια κουκίδα που περιλαμβάνει μέσα της όλα όσα με σμίλεψαν , κατά το παρελθόν, με προσδιορίζουν σήμερα και με ωθούν στο αύριο. Μια κουκίδα που έρχεται, κάποτε η ώρα, κατά την οποία ο χρόνος, παρελθόντας και μέλλοντας συναιρούνται σε μια στιγμή, χτυπούν την πόρτα σου και σου φανερώνουν το Χρέος. Το Χρέος που έχεις εσύ, όχι γιατί έχεις κάποιες ιδιαίτερες δυνατότητες, χάρισμα ή ταλέντο, αλλά γιατί ακτινοβολεί στο μέτωπό σου και στα μάτια σου η λαχτάρα και η αγάπη για τον Τόπο σου, η διάθεση προσφοράς προς τους ανθρώπους του και η αγωνία σου να πασχίσεις, με νύχια και με δόντια να συμβάλεις κι εσύ, ώστε να ανέβουν στην επιφάνεια και να επεξεργαστούν αυτά τα πλούσια κοιτάσματα αξιών και προκοπής, που περιλαμβάνει, χωρίς να αφήνεις τίποτα και κανέναν αναξιοποίητο.  Εν τέλει, ένα τάμα και μια υπόσχεση, συνάμα.

Πόσο δύσκολο αλλά και πόσο ενδιαφέρον είναι παράλληλα να θέλεις να μεταμορφώσεις και όχι απλά να διαμορφώσεις ένα σχολείο που το 65% του αποτελείται από παιδιά Ρομά και παιδιά μεταναστών;

Το Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση, μια εύκολη επιλογή, ώστε να αποτελεί επιθυμία, και μάλιστα, στην περίπτωσή μου, μοναδική. Δεν αποτέλεσε μια διάπλατη οδό, την οποία θα μπορούσε κανείς να πορευτεί, ακολουθώντας τους τυπικούς κανόνες ¨οδήγησης¨ για να φτάσει σε κάποιο προορισμό. Δεν ήταν καν , ένας χωματόδρομος που θα σου εξασφάλιζε έστω, μια αργή, προβληματική αλλά σταθερή κίνηση. Ήταν περπάτημα στην κοίτη ενός , σχεδόν, ξεραμένου  χειμάρρου. Ο δάσκαλος δεν είχε παρά να περπατοπηδά από πέτρα σε πέτρα, ζυγίζοντας την ισορροπία του, την αστάθεια των λιθαριών και κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να πέσει στα λιμνάζοντα νερά, καθώς θα έπρεπε να πορευτεί, ανηφορικά και αντίστροφα προς την πορεία του ποταμού, όχι προς την έξοδο, τη θάλασσα, – τι νόημα έχει αν δε μάθεις μπάνιο, αλλά προς τα πίσω, στις πηγές.

Ο Μπέρτολ Μπρεχτ λέει: «Το φρουτόδεντρο που φρούτα δε βγάζει, το λένε στείρο. Ποιος κάθεται το χώμα να εξετάσει».

Δύσκολο, λοιπόν, εγχείρημα, ταυτόχρονα όμως και μια μεγάλη πρόκληση. Μια αναμέτρηση κατά την οποία, διακεκομμένες, σπασμωδικές και άτολμες κινήσεις, κοινωνικές αρρυθμίες, εκπαιδευτικές αστοχίες και λαθεμένες επιλογές, θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν στη ρίζα τους και στη θέση τους να αναδειχθεί, να αφυπνιστεί και να κινητοποιηθεί η δύναμη και η προγονική φρεσκάδα που κρύβουν, στο σύνολό τους, οι τοπικές κοινωνίες, οι άνθρωποι του μόχθου και της εργασίας, του φιλότιμου και της περηφάνιας, σε όποια θέση στην κοινωνική διαστρωμάτωση κι αν βρίσκονται, για το σχολείο είναι όλοι πολύτιμοι, και να εξασφαλιστεί η συμμετοχή και συμπαράταξή τους, στον κοινό αγώνα της προκοπής, της ανάπτυξης και της ισότιμης και δίκαιης αντιμετώπισης όλων. Δεν περίσσευε κανείς.

 

Τι σημαίνει για σένα η λέξη γνώση και πώς μεταλαμπαδεύεται στον μαθητή;

Το ερώτημα για το τι είναι γνώση τίθεται προς διερεύνηση από τα Αρχαία χρόνια. Ο Πλάτωνας αναζητά τη γνώση στον κόσμο των Ιδεών, «Η ψυχή σαν μέρισμα της θεϊκής ουσίας», όπως και για την ορθόδοξη θεολογία «Η πνοή του Θεού» αποτελούν την πηγή της γνώσης, από την οποία ο ανθρώπινος νους τροφοδοτείται και την επεξεργάζεται. Ο Αριστοτέλης τοποθετεί τη γνώση στις αισθήσεις, σε συνάρτηση με τη λογική ανάλυση και επεξεργασία των δεδομένων της εμπειρίας.

Φιλοσοφικά ερωτήματα και φιλοσοφικές τοποθετήσεις για τις οποίες είμαστε πολύ μικροί να συλλάβουμε, να πάρουμε θέση και να εκφράσουμε άποψη. Ωστόσο στην εποχή μας, που η γνώση (με όποια βάση, μορφή και διάσταση της δώσουμε) ξεχειλίζει, το ερώτημα που θα πρέπει να κυριαρχεί είναι σχετικά με την αξιοποίηση της από τον άνθρωπο.

Χρέος κι εδώ του δασκάλου υψηλό. Να μεταλαμπαδεύσει γνώση και το σημαντικότερο, να καλλιεργήσει την αγάπη για τη γνώση. Για να αναφερθούμε και πάλι στον Χρήστο Τσολάκη, η γνώση μπορεί να μεταδοθεί μόνο με την Αγάπη. Ένας δάσκαλος αυστηρός, όσο σοφός και να είναι, δεν μπορεί να μεταδώσει αυτή τη σοφία και τη γνώση. Μόνο «στο καρπερό έδαφος της Αγάπης, πέφτει ο σπόρος της γνώσης, και εκεί ριζώνει, φυλλουριάζει, ανθίζει και καρπίζει». Μαζί με την Αγάπη και την προσφορά του σπόρου, θα έλεγα εγώ, ότι πρέπει ο δάσκαλος να δίνει και τα εργαλεία, ώστε η διαδικασία από το σπόρο ως την παραγωγή του καρπού (πότισμα, ξεχορτάριασμα, σκάλισμα …) να γίνεται από τον ίδιο το μαθητή, αυτό που περιλαμβάνει η φράση «μαθαίνουμε πώς να μαθαίνουμε».

Ένας Ινδός ποιητής, ο Τανκόρ, λέει «το φύλλο γίνεται ανθός, όταν αγαπάει. Ο ανθός γίνεται καρπός, όταν η αγάπη φτάσει στη λατρεία. Τα σκοτεινά σύννεφα του ουρανού γίνονται στολίδια του ουρανού, όταν το δειλινό τα χαϊδεύει το φως της αγάπης του ήλιου».

Πολλά ειπώθηκαν για τα καινούρια σχολικά προγράμματα, που, όπως διαμαρτύρονται σχεδόν όλοι, δυσκολεύουν και δασκάλους και μαθητές. Ποια είναι η προσωπική σου άποψη πάνω στο συγκεκριμένο θέμα;

Είναι γνωστή η φράση « Για κάθε ένα βήμα μπροστά ακολουθούν δυο βήματα πίσω» που αποτυπώνει τα αμαρτωλά πισωγυρίσματα της εκπαίδευσης στο παρελθόν. Σίγουρα δε χαρακτηρίζει την εποχή μας (αν προσδιορίσουμε, ως εποχή μας, αυθαίρετα, τα χρόνια που ζούμε και ανήκουν στον 21ου αιώνα). Κάθε νέο πρόγραμμα που εφαρμόζεται (εκτός κάποιων εξαιρέσεων) είναι προς τη σωστή κατεύθυνση ή τουλάχιστον, προσπαθούν να προσαρμόσουν τη χώρα στις σύγχρονες ανάγκες της εκπαίδευσης στις ραγδαίες και συνεχώς εξελισσόμενες συνθήκες της εποχής μας., Θα ήταν παράλογο να εναντιώνεται κανείς, για παράδειγμα , στη διεύρυνση του ωραρίου του Ολοήμερου Σχολείου, στην Εισαγωγή Εργαστηρίων Δεξιοτήτων Ζωής που θα φέρουν το μαθητή σε επαφή με τις κοινωνικές δεξιότητες διαχείρισης της ίδιας του της ζωής και της καθημερινότητάς του, στο πολλαπλό βιβλίο, την ανεστραμμένη τάξη, τον ψηφιακό εγγραμματισμό , και τη διεύρυνση διδασκαλίας των ξένων γλωσσών.

Αλλά …, δυστυχώς, το ενδιαφέρον της πολιτείας σταματά στην έκδοση νομοσχεδίων και, άντε το πολύ, και στον έλεγχο εφαρμογής τους, παίρνοντας, ως παράδειγμα, σχολικές μονάδες εξασφαλισμένων αποτελεσμάτων και ιδανικών δομών. Θέλω να πω, με υλικοτεχνική υποδομή, με εκπαιδευτικό, γραμματειακό και βοηθητικό προσωπικό κ.λ.π., όλα αυτά τα στοιχεία, δηλαδή, που λείπουν από τη συντριπτική πλειοψηφία των δημόσιων σχολείων της χώρας και ειδικότερα των επαρχιακών. Με ένα παράδειγμα, μπορεί να γίνει κατανοητή η θέση μου: Ποιος αμφισβητεί τη χρησιμότητα και την κοινωνική προσφορά που εξασφαλίζει η διεύρυνση του ωραρίου του Ολοήμερου. Πού είναι όμως η μέριμνα της πολιτείας για την ομαλή και προς όφελος της κοινωνικοσυναισθηματικής ανάπτυξης των παιδιών; Που είναι οι υποστηρικτικές δομές μιας τέτοιας λειτουργίας; Που είναι ο χώρος σίτισης, ο χώρος ξεκούρασης και ανάπαυλας, ο χώρος εργαστηρίων κ.λ.π.;

Ανάλογοι προβληματισμοί συνοδεύουν κάθε μέτρο στην εφαρμογή του. Και εν τέλει όλη αυτή η αναντιστοιχία, δημιουργεί μια αίσθηση αποσπασματικότητας, αναποτελεσματικότητας (γίνονται για να γίνονται) , έλλειψης εμπιστοσύνης, μια αίσθηση απόστασης λόγων και έργων που θέτει βάσιμες ανησυχίες, αμφιβολίες και αμφισβητήσεις για θέματα που ταλαιπωρούν το χώρο της εκπαίδευσης και θα έπρεπε να είναι από χρόνια λυμένα (π.χ. αξιολόγηση) ακόμα και σ’ αυτούς που συμφωνούν κατ’ αρχήν με μια τέτοια διαδικασία, φοβούμενοι αν τελικά υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης αντικειμενικότητας, διαφάνειας, δικαιοσύνης και αξιοκρατίας.

Παρακολούθησα η ίδια μια χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου σου πριν από τρία χρόνια και ξαφνιάστηκα να βλέπω τους μαθητές σου να κινούνται πάνω στη σκηνή και να μεταφέρουν την αύρα της ποίησης με απόλυτη φυσικότητα. Λειβαδίτης, Σεφέρης… Μια πραγματική μυσταγωγία… Κι από κάτω οι γονείς με τις οικονομικές ή γλωσσικές δυσκολίες τους να θαυμάζουν τα παιδιά τους… Πώς εσύ, ως Διευθυντής του Σχολείου, πέτυχες ένα τέτοιο θαύμα; Ποιοι συνεργάστηκαν μαζί σου, ώστε να φτάσετε όχι μόνο στο επίπεδο μιας τέτοιας γιορτής, (της οποίας υπήρξα μάρτυρας), αλλά και σε δύο πανελλαδικά βραβεία  σχολικού θεάτρου, την “Αρπαγή της Ευρώπης” και τη Σουσουρέλα”;

Παραφράζοντας και προσαρμόζοντας το λόγο του Andre Breton στη σχολική μας πραγματικότητα θα έλεγα πως, αν ήταν μπορετό να αφαιρέσουμε από τη σχολική μας ζωή όλα εκείνα τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται πανομοιότυπα κάθε μέρα , που δεν έχουν καμιά άλλη σημασία παρά μόνο τη στείρα γνώση και απομνημόνευση (τυπική διαδικασία μάθησης) και συγκολλήσουμε τα υπόλοιπα, θα βλέπαμε την ίδια αυτή σχολική καθημερινότητα που θεωρούσαμε μονότονη και ανιαρή, να αποκτά την προοπτική του ονείρου και της ελπίδας, τη συμμετοχή και την προσωπική σφραγίδα του κάθε συμμετέχοντα.

Αρμολογώντας και μοντάροντας στιγμές από τις θεατρικές μας απόπειρες μέσα από τις ανεξάντλητες ώρες, υπό την καθοδήγηση, αυστηρή και συνάμα γεμάτη κατανόηση, καθοδήγηση της Σοφίας Παυλίδου, από την επαφή μας με γνωστούς και αγαπημένους ηθοποιούς, από τις επαφές μας με την Ποίηση, τη Λογοτεχνία μέσα από τις διά ζώσης συναντήσεις μας με καταξιωμένους συγγραφείς, τις εικαστικές μας διαδρομές χέρι-χέρι με εξαίρετους δημιουργούς και θεωρητικούς ιστορικούς της Τέχνης, τις μουσικές μας διαδρομές, τη μύησή μας στο κουκλοθέατρο κ.λ.π. χτίσαμε αυτό που οι άλλοι ονομάζουνε «μικρό θαύμα», ενώ εμείς «άγιο πείσμα». Χτίσαμε μια άλλη εκπαίδευση μέσα στην εκπαίδευση. Με φωνές και σιωπές, με κινήσεις και παύσεις, με χρώματα και σκιές, με ήχους και συνηχήσεις, υλικά που μας οδήγησαν στο να μεταβούμε στο αυθεντικό επίπεδο της πραγματικότητας, θέλω να πω στο επίπεδο της Ψυχής.

Κινητοποιήσαμε κάθε μέλος της εκπαιδευτικής μας κοινότητας, από τον τελευταίο μαθητή, που δεν άνοιξε για χρόνια το στόμα του στην τάξη και στη σκηνή απήγγειλε Σεφέρη, ως το γονιό που δεν ήξερε που πέφτει η είσοδος του σχολείου, αυτή που, πλέον, ανοιγοκλείνει συχνά πυκνά, προσφέροντας πρακτικές εργασίες, δίνοντας μαθήματα εθελοντισμού και αφιλοκέρδειας.

Ωστόσο, όλο αυτό το «θαύμα» δεν έγινε με θεϊκή παρέμβαση αλλά με πολλή δουλειά, σχεδιασμό, στοχοθεσία και εξαιρετικές ανθρώπινες σχέσεις και συνέργειες. Συνέργειες που ξεφεύγουν κατά πολύ από τους άμεσα εμπλεκόμενους (δάσκαλοι, γονείς, μαθητές) και αγκαλιάζουν ανθρώπους όπως η συνταξιούχος και δια βίου δασκάλα του σχολείου μας Σοφία Παυλίδου, η οποία είναι η ηθική αυτουργός όλων των βραβευμένων θεατρικών παραστάσεων που πραγματοποιήσαμε εδώ και μια δεκαετία σχεδόν, σε πολλές πόλεις και μεγάλες θεατρικές σκηνές, όπως το Ολύμπιον, στη Θεσσαλονίκη (επανειλημμένα) , με χιλιάδες θεατές και πολλά βραβεία πανελλήνια, στα πλαίσια μιας εργαλειοποίησης της θεατρικής αγωγής προς την κατεύθυνση μιας διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, ¨ποιώντας ήθος¨ μαθαίνοντας στα παιδιά αυτού του ξεχωριστού σχολείου, όσον αφορά τη σύνθεση του μαθητικού του δυναμικού, να συμβιώνουν, να συνυπάρχουν, να αποδέχονται το διαφορετικό, να συνεργάζονται, να συνδημιουργούν, να απολαμβάνουν μαζί και ισόποσα τις χαρές και τις επιτυχίες του συνόλου.

Συνέργειες που αγκαλιάζουν και αγκαλιάζονται  από ανθρώπους της ευρύτερης τοπικής εκπαιδευτικής κοινότητας, εκπαιδευτικούς που δεν ανήκουν στο σχολείο μας, αλλά εμπνέουν και εμπνέονται απ’ αυτό, προσφέροντας, έξω από τυπικές υποχρεώσεις και ωράρια, γνώση, χρόνο, μεράκι και αγάπη, υποστηρίζοντας τις προσπάθειές μας, διαχρονικά, όπως η εξαιρετική εκπαιδευτικός και μουσικός της πόλης μας, Ειρήνη Κουρκούλη.

Φίλιες και δάνειες δυνάμεις που ξεκινούν από τοπικούς παράγοντες (ιδιώτες, συνεταιρισμούς κ.λ.π.) και φτάνουν ως τις Δημοτικές αρχές και τον ίδιο το Δήμαρχο που μας στηρίζει και μας βράβευσε για το έργο μας, τοπικούς εκπαιδευτικούς φορείς  (Διεύθυνση Π/θμιας Εκπ/σης Ημαθίας, Συντονίστρια Εκπ/κού έργου) παραχωρώντας και εξασφαλίζοντάς μας θεματική ελευθερία, λειτουργική ευρυχωρία και ανοχή (ε.. κύριε Διαμαντόπουλε;). Αγγίζουν θεσμούς και υπηρεσίες (Ι.Κ.Υ., Α.Π.Θ., Μουσεία, Συλλογές εικαστικού και ιστορικού περιεχομένου …) που οπτικοποιούνται σε υπαρκτά πρόσωπα ( Μαρία Ξ. , Ελίνα Μ., Μάρθα Ι., Δήμητρα Τ., Γιώργης Μ., ενδεικτικά και χωρίς επίθετα, γιατί η σεμνότητά τους δεν θα το επιθυμούσε), συνοδοιπόροι και συνδημιουργοί με μια ικανότητα «να βλέπουν» και ένα μοναδικό χάρισμα «να κάνουν και τους άλλους να βλέπουν».

Το σχολείο σου δεν σταματά να παράγει ζωή και μορφές Τέχνης. Στην επίσκεψή μου σ’ αυτό είδα τις αίθουσες, την υψηλή αισθητική που τις διακρίνει, τη ντουλάπα με τις φορεσιές των εκάστοτε “παραστάσεων”, κοστούμια και καπέλα θεατρικού βεστιαρίου! Είδα τα εικαστικά, γλυπτά και ζωγραφικά έργα να υποδέχονται κάθε μέρα τους μαθητές, αλλά και τους επισκέπτες του σχολείου. Είδα τον κήπο περιποιημένο με τα λουλούδια του! Μπορεί η αισθητική να διδαχτεί, όπως και τα γράμματα;

Όταν η εικόνα, η αισθητική και ο τρόπος λειτουργίας και επικοινωνίας ενός σχολείου, σκαλίζουν το φιλότιμο και το μεράκι εκπαιδευτικών και γονιών, αναδεικνύουν ταλέντα και δεξιότητες των μαθητών, κάνοντάς τους να βιώνουν με οικειότητα την παραμονή τους στο χώρο, μετατρέποντας τον, από χώρο εργασίας σε σπίτι τους, τότε, αυτό το σχολείο, είναι… καταδικασμένο να ομορφαίνει. Να ομορφαίνει αλλάζοντας διαρκώς και να αλλάζει ομορφαίνοντας. Γιατί αυτή η διαδικασία είναι ένα κομμάτι, άρρηκτα δεμένο με την παιδαγωγική και τη μάθηση. Ο Πλάτωνας έλεγε ότι ακόμη και οι τοίχοι εκπαιδεύουν τους ανθρώπους.

Στο δικό μας σχολείο, τίποτα δεν αφήνεται έξω από τη διαδικασία της μάθησης, πόσο μάλιστα, όταν αφορά την άσκηση στο ¨υπέροχο¨, την άσκηση στο ¨ωραίο¨, στην ποιότητα, στην καλλιέργεια της Αισθητικής, που, εξ’ αρχής να το πω, διδάσκεται και μάλιστα, με τα καλύτερα εργαλεία που διαθέτει μια διαδικασία διδασκαλίας: τις αισθήσεις! Κάθε τι σημαντικό ή λιγότερο σημαντικό (ποιος , άραγε, μπορεί να αξιολογήσει το βαθμό σημαντικότητας για τον καθένα) έχει ρόλο και είναι στρατευμένο στην προαναφερθείσα διαδικασία.

Και για να αναφερθώ μόνο σε όσα περιέχει η ερώτησή σας:

Το βεστιάριο με τις πολυάριθμες και με μεράκι φτιαγμένες από τα χέρια των μαθητών και της Σοφίας της Παυλίδου στολές και τα καπέλα (που αξίζει κάποια στιγμή να εκτεθούν ως ξεχωριστή παραγωγή, συνοδευόμενες από ιστορίες, εμπειρίες και στιγμιότυπα), τα πολυάριθμα, γεμάτα εικόνες και ιστορίες βιβλία της βιβλιοθήκης μας (που σύντομα θα αναβαθμιστεί σε επίπεδο χώρου, περιεχομένου αλλά και λειτουργίας της), σκοπό έχουν να αγγίξουν το χέρι και την ψυχούλα κάθε παιδιού, να το ντύσουν με διαφορετικούς ρόλους απ’ αυτόν της ύπαρξής του, να τον τοποθετήσουν σε διαφορετικές συνθήκες και προοπτικές, να του βάλουν στο στόμα, λόγια, στο νου, σκέψεις, μέσα από τις σκέψεις και τα λόγια άλλων, να πυρπολήσουν τη φαντασία του, να του προτείνουν ζωή.

Ο κήπος μας, το στολίδι μας, που πέρα από τη μύηση στη χαρά της δημιουργίας και της χειρωνακτικής εργασίας, πολύτιμα εφόδια σε μια εποχή που η ύπαιθρος συρρικνώνεται και εγκαταλείπεται με ταχύτατους ρυθμούς, αλλά και βιάζεται μέσα από την ανεξέλεγκτη χρήση φυτοφάρμακων και την σπατάλη φυσικών πόρων (νερό …), αποτελεί μια μικρογραφία, μια προσομοίωση του οικοσυστήματός μας που συντελεί μέσα από τη διδακτική του αξιοποίηση ως πεδίο δράσης, βιωματικής κατάκτησης και υιοθέτησης στάσεων και συμπεριφορών που αφορούν το Περιβάλλον, την Κλιματική καταστροφή, την Αειφορία, τη Βιώσιμη ανάπτυξη, την Οικολογική συνείδηση, την ατομική ευθύνη και το ρόλο του καθενός μας.

Ο Μαρσέλ Προυστ αναφέρει ότι «οι αλήθειες, η γνώση που η νόηση συλλαμβάνει άμεσα, αποσπασματικά στον κατάφωτο κόσμο, έχουν κάτι λιγότερο βαθύ, λιγότερο αναγκαίο από τις αλήθειες εκείνες που η ζωή μας μετέδωσε άθελά της, σε μια εντύπωση υλική, αφού εισχώρησε μέσα μας από τις αισθήσεις».

Ο χώρος του σχολείου, οι αίθουσες, οι διάδρομοι, τα χρώματα, τα αρώματα των βοτάνων, οι εικαστικές παρεμβάσεις, έργα τέχνης και χειροτεχνίας, δημιουργήματα μαθητών και εκπαιδευτικών … είναι ένας χώρος που μαθητές και δάσκαλοι τον βιώνουν ¨περιπατητικά¨ και ¨ποιητικά¨. Τον τριγυρνούν, μετατρέποντας τις κινήσεις και διαδρομές τους σε μια δημιουργική πράξη σύνθεσης ατμοσφαιρικών και αισθητηριακών ερεθισμάτων. Μέσα από τη σημαντική κατοίκηση στο χώρο, διαχέουν την εσωτερική τους ενέργεια, εισπράττουν εμπειρίες, αναπτύσσουν διάλογο μαζί του, εξοικειώνονται με τη χωρική φύση του, μεταλλάσσονται εντός τους , εναποθέτουν μέσα τους πείσματα, προοπτικές, ελπίδες, προσδοκίες, σποράκια προσπάθειας και αγώνα προσωπικού, δεδομένου ότι πολλοί εκ των κατοικούντων, μετά το μεσημέρι, βιώνουν ένα οικογενειακό περιβάλλον στερημένο και άχρωμο.

Ένας τέτοιος χώρος, ο οποίος καλλιεργεί την ¨οικειότητα¨ και την ¨εγγύτητα¨ μέσω βιωμάτων και εμπειριών, που συλλέγουν οι αισθήσεις, τη συμμετοχή και την οικειοποίηση, δίνοντας τη δυνατότητα στον καθένα και την κάθε μια, στο κάθε παιδί, να αφήνει το αποτύπωμά της παρουσίας του σαν προβολή του εαυτού του στο χώρο, ένας τέτοιος χώρος διαμορφώνει κριτήρια και υλικά για να σχεδιάζουν το ονειρικό περιβάλλον κατοίκησής τους, και δεν εννοώ ως κατοίκηση, περιοριστικά, το μελλοντικό σπίτι τους αλλά το περιβάλλον και τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα ήθελαν να ζήσουν.

Ένας τέτοιος λοιπόν, χώρος, στέκεται ισάξια πλάι στην ιδέα του ¨πατρικού¨ σε τέτοιο βαθμό, που να μας κάνει να αισθανόμαστε και να λέμε ότι δεν ¨πάμε στο σχολείο¨ αλλά ¨επιστρέφουμε στο σχολείο¨.

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο θαύμα από τα προηγούμενα! Το σχολείο σου, το Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας, επιλέγεται κατ’ επανάληψη στα προγράμματα ERASMUS και οι μικροί μαθητές σου ταξιδεύουν στον κόσμο, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια τους σ’ αυτόν. Γιατί πιστεύεις πως επιλέγεται το σχολείο σου μ’ αυτήν τη συχνότητα;

Το Erasmus!!! … στην περίπτωσή μας ισχύει η χιλιοειπωμένη έκφραση «Αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το ανακαλύψουμε».  Σε ένα σχολείο σαν το δικό μας, που τα βασικά του χαρακτηριστικά κατά το παρελθόν αποτελούσαν ο αναλφαβητισμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση μεγάλης μερίδας των μαθητών, η σχολική διαρροή,  η επαγγελματική εξουθένωση των εκπαιδευτικών (δουλειά χωρίς την ηθική αμοιβή του αποτελέσματος) και η αδιαφορία, για τα συμβαίνοντα στη σχολική ζωή, της συντριπτικής πλειοψηφίας γονιών και τοπικής κοινωνίας, όλη αυτή η κατάσταση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με μπαλώματα και έτοιμες, περιοριστικές και περιορισμένες λύσεις, μέσα από τις υπάρχουσες τυπικές δυνατότητες που παρέχει το εκπαιδευτικό μας σύστημα σε όλα τα επίπεδα (διαχειριστικό, υποδομών, αναλυτικών προγραμμάτων …).

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Για να μπορέσεις να προκαλέσεις ανατροπές και βιώσιμες αλλαγές,  να υιοθετήσεις συνθήκες άτυπης μάθησης και απελευθερωτικής Παιδείας, κατά την έννοια που της δίνει ο Πάουλο Φρέϊρε, αυτή «του ουσιαστικού καλέσματος του σχολείου προς τους μαθητές του (τους γονείς τους, τους εκπαιδευτικούς, την τοπική κοινότητα θα έλεγα εγώ) να συμμετέχουν στη χαρά της δημιουργίας»,  θα πρέπει να τους εξασφαλίσεις τα εργαλεία. Τέτοια εργαλεία αναζητήθηκαν, διερευνήθηκαν και επιλέχθηκαν μέσα από την εμπλοκή και τη συμμετοχή μας στα Ευρωπαϊκά προγράμματα Erasmus+. Με μεθοδικότητα, στόχευση, γνωρίζοντας και αξιολογώντας τις ανάγκες μας και τις αδυναμίες μας αλλά και τις δυνάμεις και τις επιθυμίες μας, με άλλα λόγια, γνωρίζοντας που ήμασταν, πού θέλουμε να πάμε, και με ποιο τρόπο θα φτάναμε εκεί.

 

Ακολουθώντας τη λύση του γόρδιου δεσμού, με σύγχρονη ορολογία, θα λέγαμε ότι επιλέξαμε εργαλεία καινοτομίας,- η λέξη υπό την έννοια της εφαρμογής πρακτικών και μεθόδων που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ποτέ πριν στο χώρο του σχολείου. Αποφασίσαμε να χαράξουμε μία νέα ιδιαίτερη πορεία και λειτουργία της σχολικής μας μονάδας με βασικό πυλώνα και σημείο εξακτίνωσης τα προγράμματα Erasmus, που η αξιοποίησή τους άλλαξε το τοπίο της σχολικής μονάδας καθιστώντας τα πολυεργαλείο (ενδεικτικά, αναφέρω ως προς τι):

  • ως πόλος έλξης, εμπλοκής και συμπαράταξης της τοπικής κοινωνίας.
  • ως προς τη δημιουργία ενός πολύχρωμου, λειτουργικού, ελκυστικού παιδαγωγικού περιβάλλοντος,
  • Ως προς τη διαδικασία εκπαίδευσης, κατανόησης των αναγκών των μαθητών, συμπερίληψης και συγκράτησής τους στην αγκαλιά του σχολείου, (εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή όλων, χωρίς αποκλεισμούς, μηδενίζοντας, σχεδόν , τη σχολική διαρροή)
  • ως πλαίσιο επιμορφωτικών δράσεων, εισαγωγής καινοτομιών και υιοθέτησης νέων μεθόδων διδασκαλίας, ενισχύοντας τη φαρέτρα των εκπαιδευτικών και την ψυχική τους ανθεκτικότητα.
  • ως πεδίο δημιουργίας συνεργασιών και επικοινωνίας με Πανεπιστήμια, Μουσεία και άλλους φορείς Παιδείας Τέχνης και Πολιτισμού
  • ως μοχλός πίεσης και διεκδικήσεων για τη συνεχή βελτίωση του σχολείου.

Το σχολείο μας, από κλειστή δομή μετατράπηκε σε χώρο μόρφωσης, καλλιέργειας και πολιτισμού με ευρύτερη επιρροή και παρεμβατική συμπεριφορά και στάση. Από το περιθώριο βρέθηκε στο προσκήνιο.

Η όλη εμπλοκή και συμμετοχή μας στα σχέδια Erasmus+ , η εξωστρέφεια, η αυτοπεποίθηση και η ανάπτυξη κοινωνικών εργαλείων που υιοθέτησαν, η μεγάλη παραγωγή ποιοτικών αποτελεσμάτων, η κινητικότητα που υπάρχει τα τελευταία χρόνια, μέσα από τις μετακινήσεις, φιλοξενίες, οργανωμένες ανοιχτές ημέρες Erasmus+ , συμμετοχές σε ημερίδες και συνέδρια, συνεργασίες με πανεπιστημιακούς και άλλους φορείς,  η συνεχής έκθεσή μας προς τα έξω άλλαξαν τον τρόπο θέασης των πραγμάτων πρόσθεσαν κίνητρα και διεκδικήσεις για τη σχολική μας κοινότητα, ανεβάζοντας κατακόρυφα τον πήχη των προσδοκιών μας και των απαιτήσεων μας, πρώτα και πάνω από όλα από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όλοι, μαθητές εκπαιδευτικοί, βγήκαμε από το καβούκι μας, ήρθαμε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, άλλους πολιτισμούς και κουλτούρες, ήθη και έθιμα, άλλα εκπαιδευτικά συστήματα, πήραμε  γνώσεις και εμπειρίες, αλλά και δώσαμε, μέσα από την υπεύθυνη, έγκυρη και παραγωγική δουλειά και συμμετοχή μας.

Δέκα χρόνια, αδιαλείπτως, μαζί Erasmus+ και Δημοτικό σχολείο Κουλούρας. Δέκα χρόνια που άλλαξαν τα πάντα στο σχολείο, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Δέκα χρόνια το πρόγραμμα Erasmus+ έχει γίνει τρόπος ζωής, τρόπος άσκησης και εκπαίδευσης, τρόπος κοινωνικής ένταξης αλλά και παρέμβασης και συμμετοχής. Αποτελεί για το σχολείο μας, μία νέα πολύπλευρη, συμπεριληπτική και ολιστική παιδαγωγική προσέγγιση.

Μία δεκαετία αφοσίωσης στην ιδέα της Ευρώπης των Λαών, της Ειρήνης και της Ευημερίας, της Ευρωπαϊκής Νεολαίας, των δικαιωμάτων και των ευκαιριών για όλους. Δέκα  χρόνια αφοσίωσης στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης, χωρίς ωστόσο να απεμπολούμε τις θέσεις και τις απόψεις μας που αφορούν την Γηραιά Ήπειρο, τις προοπτικές μα και τις παραλείψεις της, χωρίς να υπηρετούμε την ιδέα της από μία θέση υποτέλειας. Αντίθετα, με ξεκάθαρη, ευδιάκριτη και κριτική ματιά στα κακώς κείμενά της, ακόμα και εντός των πλαισίων δράσης των σχεδίων μας (η θεατρική μας παράσταση «Η αρπαγή της Ευρώπης» αποτελεί τέτοιο παράδειγμα).

Ωστόσο, στόχος μας αμετακίνητος και καθαρός είναι να εστιάζουμε σ’ αυτά που μας ενώνουν και όχι σ’ αυτά που μας χωρίζουν ή διχάζουν. Και φυσικά με απόλυτο σεβασμό στις ιδιαιτερότητες και τις διαφορές κάθε τόπου, κάθε χώρας, κάθε πολιτισμού.  Το να ζεις, να ταξιδεύεις και να βλέπεις, να βλέπεις και να μη χορταίνεις καινούργιους τόπους, ανθρώπους, ιδέες, να βιώνεις και να επεξεργάζεσαι γνώσεις και νέες εμπειρίες, να έρχεσαι σε επικοινωνία μ’ όλα αυτά, είναι άξια ανεκτίμητη. Είναι μία μεγάλη, αντάξια του ανθρώπου, ηδονή. Γιατί και με τα λόγια του Καζαντζάκη «μόνο έτσι μπορείς, όχι μονάχα να γνωρίσεις τον εαυτό σου, αλλά, πολύ σπουδαιότερο, να ξεπεράσεις το ζουρλοπερήφανο εγώ σου, βυθίζοντάς το, αρμονίζοντάς το μέσα στο αγωνιζόμενο και περιπλανώμενο στράτεμα του ανθρώπου».

Αυτό λοιπόν, ήταν και εξακολουθεί, φυσικά, να είναι το Erasmus+ για το Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας. Γιατί και τώρα που μιλάμε, υλοποιούμε, ταυτόχρονα, δύο σχέδια, τα οποία ολοκληρώνονται στο τέλος της νέας σχολικής χρονιάς που έρχεται (2020 – 2023).  Ωστόσο το Δημοτικό Σχολείο Κουλούρας, αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες που προσφέρει το πρόγραμμα Erasmus+, έχει καταφέρει και εξασφαλίσει, μέσα από την κατάθεση μιας πολύ προσεγμένης και ολοκληρωμένης αίτησης, που περιλαμβάνει την καταγραφή των αναγκών του, τις υπάρχουσες συνθήκες και τις προτάσεις του για επίλυση και προώθηση αυτών, την πολυπόθητη Διαπίστευση Erasmus+, η οποία σημαίνει ότι υπάρχει, για το σχολείο μας , διασφαλισμένη χρηματοδότηση έως το 2027, για τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και μαθητών σε σχέδια  Erasmus+, προγράμματα επιμόρφωσης, επικοινωνίας, επί τόπου παρακολουθήσεις και συμμετοχές σε διδασκαλίες, ανταλλαγής επισκέψεων με φορείς και σχολεία της Ευρώπης κ.λ.π.

Και προχωρούμε στο ακόμη μεγαλύτερο θαύμα! Να καλείσαι εσύ, ο Διευθυντής ενός μικρού σχολείου της Ημαθίας να εκπροσωπήσεις όλα τα σχολεία της Ελλάδας, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Αθήνα, στο Ζάππειο, στη γιορτή “35 Χρόνια ERASMUS”, παρόντος του Πρωθυπουργού, ο οποίος ζητά να επισκεφτεί το σχολείο σου. Πώς αισθάνθηκες;

Θα ήταν υποκρισία, αν δεν παραδεχόμουν μία προσωπική ικανοποίηση για την αποδοχή και την επιβράβευση ενός έργου συλλογικού, το τονίζω αυτό, του οποίου, έχω την χαρά και την τύχη να είμαι επικεφαλής και συνδημιουργός. Ευλογία, Τιμή και Υπερηφάνεια σε ισόποσες δόσεις  με την Ευθύνη και το Χρέος.

Δεν είναι μικρό πράγμα να παρακολουθούν το έργο του σχολείου σου ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της Χώρας, η Υπουργός Παιδείας, σύσσωμη η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου,  Πρυτάνεις Πανεπιστημίων και η διοικητική ελίτ (Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), να εκφράζουν θαυμασμό, να επαινούν, και να δηλώνουν δίπλα σου, παρόντες, σε ό,τι χρειαστεί.

Ωστόσο, αδύναμος μπροστά σε τέτοια μεγάλα γεγονότα, αμήχανος και, τολμώ να πω, ανασφαλής, καταφεύγω στη σοφία της ποίησης του Καβάφη (τηρουμένων, βέβαια, των αναλογιών για να μην παρεξηγηθούμε κιόλας):

Τα μεγαλεία να φοβάσαι Ω ψυχή
και τις φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς,  με δισταγμό και προφυλάξεις
να τις ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι αν δεν έχουμε σχέση  με την «εμμονική προσήλωση στο κυνήγι της Εξουσίας και της Δόξας», καθώς ο Ιούλιος Καίσαρας του Καβάφη, υπάρχουν κίνδυνοι που μπορούν να ελλοχεύουν και στην πορεία του δικού μας έργου: ο εφησυχασμός, ο κορεσμός, η ψευδαίσθηση της ολοκλήρωσης, οι δάφνες της επιτυχίας, οι προσδοκίες των άλλων, οι υποσχέσεις … και τόσοι άλλοι.

Για αυτό, μετά από κάθε «σύναξη των Αλεξανδρινών Βασιλέων», καλό είναι να ζυγίζουμε κατά πόσο τα ειπωμένα λόγια είναι «κούφια και θεατρικά», παρακολουθώντας την πορεία μετατροπής τους σε έργα και πράξεις. Και σε αυτή την πορεία, βέβαια, πρέπει να βάλουμε και εμείς το χεράκι μας, σύμφωνα με το αρχαίο ρητό «Συν Αθηνά και χείρα κίνει»,  και να μην περιμένουμε τις λύσεις και το προχώρημα, μόνο από τους άλλους.

Είσαι κοντά στο τέλος της διδακτικής σου καριέρας, στο τέλος αυτού του γοητευτικού ταξιδιού. Τι “Λαιστρυγόνες” και τι “Κύκλωπες” συνάντησες; Πόσα “σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους”, πόσα “ηδονικά μυρωδικά” απόλαυσες; Ήταν φτωχική η δική σου “Ιθάκη”;

Όσο κι αν τρέχει η ¨ταξιδιάρα ψυχή¨ προς τόπους μακρινούς, ανεξερεύνητους …, τα μάτια της, ήδη, στρέφονται προς την επιστροφή.  Η γοητεία του ταξιδιού από το ¨εδώ¨ της Ιθάκης μας, της φτωχικής μεν, υπαρκτής δε, και πριν το ταξίδι στο ¨εκεί¨ του προορισμού, η επαφή και η πρόσληψη των στοιχείων εκείνων (σεντέφια και κοράλλια και κεχριμπάρια και εβένους…), που η έλλειψη τους, έκανε το περιβάλλον μας, λειψό, όλα εκείνα τα στοιχεία (ηδονικά μυρωδικά …) που μας διαπότισαν, προσθέτοντας κομμάτια γνώσης, εμπειρίας, περιπέτειας και απόλαυσης στο παζλ της ίδιας μας της ζωής πέρα από τον προσωπικό πλούτο, επιστρέφοντας στο ¨εδώ¨ γεμίζουν πλούτο και αποδίδουν νέα ερμηνεία στο ¨πάτριο έδαφος¨.

Για έναν ταξιδευτή οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες, δεν αποτελούν κίνδυνο, είναι κομμάτι του ταξιδιού. Κι άλλωστε, δεν θα τους συναντήσεις, αν δεν τους κουβαλάς μέσα σου.

Αυτό που αποτελεί κίνδυνο είναι οι Σειρήνες.  Χρόνια τώρα στις παρέες με τους παιδικούς φίλους μου, στο χωριό, κάθε που επιστρέφω από ένα ταξίδι Erasmus, αστειευόμενος και για να μειώσω λίγο τις ενοχές και τις τύψεις μου για το ότι εγώ ταξιδεύω συχνά, ενώ αυτοί όχι, λέω: «Ωραία η Πράγα, η Μαδρίτη … (ανάλογα με τον κάθε προορισμό) αλλά … σαν την Κουλούρα δεν έχει».  Δεν σας κρύβω ότι αυτή μου η φράση κρύβει και μία δόση ιδιωτικής αλήθειας.  Όσο στενότερα είναι τα όρια του τόπου σου, όσο πιο κοντινά είναι τα έμψυχα και άψυχα στοιχεία του, σχεδόν αγγίζονται μεταξύ τους, τόσο πιο έντονη και διακριτή είναι η σύνθεση του πνεύματος του.  Έτσι αναπτύσσεται μία ομογενοποιημένη αυθύπαρκτη ενότητα με χαρακτηριστικά, την πληρότητα την ανεξαρτησία και αυτοδιαχείριση στη δομή της τη λιτότητα, που οδηγεί, ωστόσο, σε μία αριστοτελική ευδαιμονική επάρκεια που ατονεί την ανάγκη σου να ονειρευτείς το ¨άλλου¨.

Ωστόσο, και εδώ είναι ο ρόλος του δασκάλου, όσο κι αν με διακατέχει, προσωπικά, μία τέτοια κοσμοθεωρία, χρέος μου αποτελεί να μεταφέρω, βέβαια, στους μαθητές μου το σεβασμό για το ¨εδώ¨ που ζούμε και μας μεγαλώνει, καλλιεργώντας μας αξίες, στάσεις και συμπεριφορές, αλλά και να τους δείξω ότι υπάρχει και το ¨αλλού¨ και είναι εξίσου ενδιαφέρον για όποιον έχει «Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα , τα μάτια της Ψυχής του».

Και έτσι πρέπει. Οι μαθητές να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από το δάσκαλο. Τι ικανοποίηση και τι ευτυχία να περιδιαβαίνεις νέους τόπους, να χρωματίζεις στην ψυχή σου με καινούργιες εικόνες, να γεύεσαι πρωτόγνωρες εμπειρίες. Να τριγυρνάς, αντάμα, με νέα παιδιά, σχολιαρούδια και να βλέπεις να σε προσπερνούν, να κάνουν μία και δύο δρασκελιές πέρα απ’ τις δικές σου και να δημιουργούν … , να κάνουν σχέσεις, νέες γνωριμίες, σε μια άλλη γλώσσα, με συνομήλικους μιας άλλης κουλτούρας και πολιτισμού, και να τα βρίσκουν μεταξύ τους … και να χαίρονται … , και να κοιτάνε προς τα πίσω προσδοκώντας ένα νεύμα συγκατάθεσης από εσένα.  Τι ικανοποίηση και τι πληρότητα, να βλέπεις τη ζωή, να τα πιάνει από το χέρι, που εσύ της εμπιστεύτηκες και της το έδωσες, να τα οδηγεί μπροστά, περπατοπηδώντας, και εσένα να σ’ αφήνει πίσω, χωρίς ντροπή, χωρίς αναστολές, να πιάνεται από άλλα νέα σφριγηλά και αρυτίδωτα μπράτσα, όμοια με τα, έως χθες, δικά σου. Κι εσύ να στέκεσαι και να μη λυπάσαι, να μη θυμώνεις που απόμεινες πίσω, παρά να ευφραίνεται η καρδιά σου, πατέρας και δάσκαλος, στην έκτη δεκαετία της ζωής σου πορευόμενος…, αναπότρεπτα «λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα … με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή …».

Ξέρω ότι αγαπάς την Ποίηση και νέος της δόθηκες ολόψυχα. Στο τέλος σε κέρδισε, βέβαια, η διδασκαλία. Μήπως όμως η διδασκαλία είναι τελικά ποίηση; Τι θα έλεγε ο Δημήτρης Κατσαβός γι’ αυτές τις δύο; Πού συναντιούνται;

Η Λογοτεχνία συνοδεύει τη ζωή μου από τα πρώτα της βήματα, θα μπορούσα να πω. Στα μονοπάτια της, πρώτος με ταξίδεψε ο πατέρας μου, ναι, αυτός ο αταξίδευτος (Το μόνον της ζωής του ταξείδιον…), μέσα από τις εικόνες και τις μαγικές λέξεις του Κορνάρου, του Καζαντζάκη, αλλά και του Ζαχαρία Παπαντωνίου, του Καρκαβίτσα κ.α., καθώς με αποκοίμιζε με τις ιστορίες τους. Κάθε βράδυ, που ξάπλωνα στην ασύνορη αγκαλιά του και κινούσα για τα όνειρα, παρέα με τον Ερωτόκριτο, τον Καπετάν Μιχάλη …μα και τον Δον Κιχώτη.  Ήταν τα βράδια εκείνα που καρτερούσα άγρυπνος τη «μάγισσα Λογοτεχνία» να με φιλήσει, γλυκά, στο στόμα μεταμορφώνοντάς με σε πριγκιπόπουλο.

Κι αργότερα, στις γυμνασιακές και λυκειακές μου σπουδές, όπου κατάφερα πια να αναζητώ και να «ταξιδεύω» μόνος μου, «τότε που η εφηβική μου νιότη μου επέβαλε, σαν ανάγκη ρομαντική, να ηδονίζομαι με τον πόνο…», γνώρισα και τη λυπημένη αδερφούλα της, την Ποίηση,  και την ερωτεύτηκα!

Κρυφά και σε βάρος των μαθητικών μου υποχρεώσεων, αφέθηκα στα απαλά και εύθραυστα χέρια της. Χάιδευα τις εύσαρκες πλάτες των βιβλίων της, γλιστρούσα στις ιδρωμένες παλάμες των σελίδων της, βουτούσα στα βαθύσκιωτα νερά των νοημάτων της, ξελογιασμένος από μια Ποίηση που μου έγνεφε, προκλητικά.   Ανεκπλήρωτος έρωτας.

Κατόπιν, τα χρόνια κύλησαν…

Διορισμός στην Εκπαίδευση, Οικογένεια, Παιδιά, υποχρεώσεις καθημερινές, όπου «μες την πολλήν συνάφειαν του κόσμου…», δε μου επέτρεψαν να χαρώ τον έρωτά μου. Ποτέ μου όμως, δεν τον λησμόνησα. Αργά τη νύχτα, όταν όλοι πλάγιαζαν στα κρεβάτια τους, κλεινόμουν στο γραφείο και συναντιόμουν με την αιώνια αγαπημένη. Άρχισα να τη ντύνω με δικά μου ενδύματα, να γεννώ εικόνες και σκέψεις και να τις φασκιώνω σε σελίδες παρθένες. Καρπός των συνευρέσεών μας ένα πλήθος κειμένων που, ως νόθα, έμειναν κρυμμένα σε σκοτεινά συρτάρια, αποκλεισμένα απ’ το φως της μέρας.

Τώρα, μεσήλικας+ πια, σχεδόν ξέχασα το όνομά μου, καλώντας με , όλοι,  ¨δάσκαλε¨, κοιτάζω προς τα πίσω και συλλογίζομαι πως , όλα αυτά τα χρόνια, η Εκπαίδευση , για μένα, ήταν η άλλη όψη της Ποίησης. ¨Κι ο δάσκαλος, ποιητής¨ καθώς λέει ο Κωστής Παλαμάς, ¨αρχίζοντας απ’ τις πεταλούδες φτάνει στη Σκέψη¨. Θέλω να πω, η Εκπαίδευση για μένα ήταν η άλλη όψη του Έρωτα. Σ’ αυτόν τον έρωτα δόθηκα απόλυτα και ολοκληρωτικά με στόχο να φέρει καρπούς. Να καρπίσει παιδιά, πολλά παιδιά, ελεύθερα, χαρούμενα και χαμογελαστά. Με τη χαρά της γνώσης, της εμπειρίας, της προσπάθειας και του αγώνα, της εργατικότητας, της αξιοπρέπειας και του σεβασμού, της αυτοπεποίθησης και της αλληλοεκτίμησης, της αποδοχής και της συμπερίληψης.

Τώρα, που οι μέρες μου στην εκπαίδευση σιγά σιγά λιγοστεύουν (Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται εμπροστά μας, σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν), τούτες τις μέρες, τούτη την εποχή, μια εποχή κρίσης, όχι μόνο οικονομικής, που κατακλύζεται από λογής «παραιτησίες», μια εποχή που «ποτέ άλλοτε δε σημειώθηκαν τόσες ομαδικές υποχωρήσεις απέναντι στην πιο στοιχειώδη έννοια της ελευθερίας, τόσες μαζικές απόπειρες υποβιβασμού των πραγμάτων», της ζωής μας της ίδιας… επιθυμώ να κρατήσω ως αντιστύλι Ποίηση και Παιδεία, για να στυλωθούν ψυχή και νους (ξέρεις πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια, το μυαλό είναι ο στόχος. Το νου σου ε…), για να ‘χουν δύναμη να παλέψουν και να αντισταθούν τα παιδιά μας, οι πολίτες του αύριο, ¨να σηκωθούν λίγο ψηλότερα¨.

Και στον αγώνα αυτό θέλω να στέκομαι απ’ τη μεριά του Φωτός.

«Με λογισμό και μ’ όνειρο…».

Να μιλώ δίχως μελαγχολία, γιατί «ξέρω πως είναι λάθος να προδικάζεις ενόσω διαρκεί η εγκυμοσύνη, τον καρπό του μέλλοντος…».

Φωτογραφίες: faretra.info – Αρχείο Δημήτρη Κατσαβού

…………………………………….