Απόψεις στη Φαρέτρα

«Τα έρημα σπίτια» / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

Τα έρημα σπίτια κραυγάζουν για την ύπαρξή τους,
με τα πεσμένα επιχρίσματα,
τα διαβρωτικά σημάδια των καιρών ,
την απεγνωσμένη τους προσπάθεια να σταθούν όρθια,
φυλάγοντας καλά μέσα τους ανθρώπινες σκιές
που βγαίνουν στα παράθυρα και στα μπαλκόνια
και σε κοιτάνε θλιμμένες και σκοτεινές.

Φυλάγουν ήχους μακρινούς συγκεχυμένους,
γέλια, μαλώματα, τραγούδια,
κελεύσματα ονομάτων,
σανίδια της σάλας που τρίζουν 
στα πόδια των χορευτών της γιορτής…
αποκαμωμένοι, φιλιούνται κρυφά έξω στο ντιβάνι ,
μπροστά στο ελεύθερο παραθύρι που χάνεται στον ορίζοντα…

Σάββατο πρωί την κατέβασε η ανιψιά της με το αυτοκίνητο στο χωριό!
Ήταν και οι δύο από τις τρεις κόρες της με την αγαπημένη της εγγονή!

Είχαν κανονίσει με τα παιδιά και την αδερφή της, μία εκδρομούλα να θυμηθούνε τα παλιά, καθώς θα πήγαιναν προς τον Λουδία με την επιβλητική παρόχθια, πυκνή βλάστηση.

Πανύψηλα αγέρωχα καβάκια με τρεμάμενα γυαλιστερά φύλλα που χαιρετάνε στο φως όπως οι Μπούλες…
Φτάνοντας στο χωριό, μόλις πήραν τη στροφή για το σπίτι της αδερφής της, αντικρίζοντας το έρημο  σπίτι , είπε στην ανιψιά της:

«Άφησέ με εδώ.
Θέλω να το φωτογραφίσω!»

Πλησίασε, το χαιρέτισε κι αυτό δάκρυσε.
Με θυμάσαι, της είπε.
Με θυμάσαι;

Καθώς φωτογράφιζε το σπίτι ο φακός θόλωνε.
Μνήμες… πόσες μνήμες!
Παιδί… έφηβη…

Το σπίτι της αγαπημένης θείας Βαγγελής.
Πρωτεξαδέλφη του πατέρα της.

Ήταν παντρεμένη με τον θείο Μήτσο, πιστό αναγνώστη της εφημερίδας «Μακεδονία», και είχαν πέντε παιδιά.
Δύο κορίτσια και τρία αγόρια.

Η μικρότερη, η Νίτσα, ήταν και η αγαπημένη της.
Σα μεγάλη της αδερφή και σα φίλη.

Το σπίτι της θείας Βαγγελής ήταν ένα από τα ωραιότερα του χωριού.
Κρατιόντουσαν καλά!

Δίπατο, με μεγάλη σάλα επάνω, κουζίνα στη συνέχεια, και δύο μεγάλα υπνοδωμάτια…

Από την κάμαρά της που συχνά γίνονταν και καθιστικό, έβλεπες τον δρόμο με τα ρηχά χαντάκια που το καλοκαίρι ήταν στεγνά και καμιά φορά όταν έβρεχε, λιγοστό νερό έστεκε και γέμιζε κουνούπια.

Μπορούσες να δεις όμως και μέρος του υπέροχου ανθόκηπου!

Τριανταφυλλιές άσπρες, ροζ, κόκκινες, κίτρινες, ζουμπούλια, νάρκισσοι, πρίμουλες, πασχαλίτσες τις έλεγε αυτή, γαριφαλιές, μπλε ίριδες, μοσχολουλουδιές βελούδινες, χρυσάνθεμα, πολύχρωμες ντάλιες, αγιοκλήματα, καλλωπιστικοί θάμνοι, φύονταν νοικοκυρεμένα και σηματοδοτούσαν την κάθε εποχή που περνούσε από αυτόν τον ονειρικό για εκείνη ανθόκηπο.

Είχε δύο εισόδους η περίφραξη.

Η μία από την πλευρά του δρόμου με τα σπίτια της γειτονιάς απέναντι και η άλλη η μεγάλη για να μπαινοβγαίνουν τρακτέρ και πλατφόρμες από τη νότια πλευρά, δίπλα στον χωματόδρομο που οδηγούσε στα κοντινότερα χωράφια  του χωριού.

Το σπίτι της θείας Βαγγελής ήταν το τελευταίο πριν το μεγάλο κανάλι που  τα καλοκαίρια το κάνανε παιχνιδότοπο… αφού δεν έπαθαν τίποτα πάλι καλά!

Όταν ήταν πολύ μικρή , γύρω στα τέσσερα, σχεδόν κάθε μέρα έρχονταν η θεία ή η Νίτσα και την έπαιρναν .
Τι ταχταρίσματα, τι φιλέματα, τι αγάπη…

Αργότερα πήγαινε μόνη της.
Καμιά φορά ακολουθούσε και η αδερφή της.
Τα καλοκαίρια που το σχολείο ήταν κλειστό δεν υπήρχε ωραιότερο μέρος για παιχνίδι!

Το σπίτι αργότερα απέκτησε και ένα μικρότερο χαμηλό παράσπιτο, δίπλα στην αποθήκη, όπου εκεί κοιμόταν η θεία Βαγγελή με τον άνδρα της τις περισσότερες φορές και ιδιαίτερα το καλοκαίρι και μαγείρευε σε κάτι μεγάλες κατσαρόλες στο πετρογκάζι, για καμιά δεκαριά και βάλε άτομα, όταν οι αγροτικές δουλειές ήταν στο φόρτε τους και μάζευαν και τον καπνό.

Έδεναν τα φύλλα του σε βέργες μέσα στις μεγάλες αποθήκες-ξηραντήρια και στη συνέχεια τις κρεμούσαν σε σκαλωσιές… Αυτά τα ξηραντήρια, είχαν μήκος έως 50 μέτρα περίπου, ύψος 6 μ. και πλάτος 13 μ.

Στο διάλειμμα του μεσημεριού, έρχονταν και τρώγανε τα παιδιά της και οι συγγενείς που δούλευαν από τα χαράματα .

Οι καπναποθήκες ήταν συχνά κοντά στα σπίτια των καπνοκαλλιεργητών.

 

Η θεία πάντα χαμογελαστή με εκείνα τα φωτεινά, έξυπνα μάτια και τη μαντήλα στο κεφάλι.

Στο παράσπιτο φύλαγε και τις παστωμένες σαρδέλες.
Άλφα μεζές για τσίπουρο και συνοδευτικό της φασολάδας.
Τρελαινόταν για αυτές τις σαρδέλες…

Παραφυλούσε πότε η θεια –  Βαγγελή θα έβγαινε από το παράσπιτο για να βγάλει νερό με την τουλούμπα, ή να ποτίσει τον λαχανόκηπο, τον μικρό παράδεισό της που βρίσκονταν βορειοανατολικά του σπιτιού.
Εκμεταλλευόταν τότε  την ευκαιρία κι έκλεβε από καμία.

Ήταν ο πιο φιλότιμος άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όμως με τις παστές σαρδέλες ήταν αυστηρή!
«Θα πονέσι η κοιλιά σ’» έλεγε.
«Θα καείς απού δίψα!»

Απέναντι από το παράσπιτο υπήρχε κι άλλο κτίσμα.
Δεν θυμάται καλά…
Σαν υπόστεγο το θυμάται, ή σαν αποθήκη με εργαλεία.

Στην συνέχεια, ανατολικά αυτών των κτισμάτων βρίσκονταν ένας από τους αγαπημένους τόπους εξερεύνησης.
Το περιβόλι με τα δέντρα.
Άλλος παράδεισος αυτός!

Συκιές, μηλιές, αχλαδιές, μουριές, τζιρνικιές, δαμασκηνιές, κυδωνιές, ακόμη κι ένα μικρό αμπελάκι είχε σε μια γωνίτσα…και μποστάνι με καρπούζια και πεπόνια…

Καρπούζια σα μικρά παιδικά κεφάλια ωρίμαζαν το καλοκαίρι!

Έπαιρνε και τους φίλους της και γίνονταν οι πρώτοι δοκιμαστές των φρούτων κάθε φορά…

Πουλιά ξεπετάγονταν, χαρχαλέματα από χελώνες ακούγονταν, τρομαγμένες αγκαθωτές μπάλες, αλλά και μουσούδες χαριτωμένες από αθώα σκαντζοχοιράκια…

Είχε και μπάρες για τις χήνες και λασπόλακους για τους χοίρους, που η ζωή τους κόβονταν πριν τα Χριστούγεννα!

Πάπιες, πηγαινοέρχονταν τινάζοντας το πτέρωμα  τους. Μόλις είχαν πάρει το μπάνιο τους στο γειτονικό κανάλι.
Λιγοστά τσικρικόνια (φραγκόκοτες) , κότες, δεκάδες κότες και κοκόρια φλυαρούσαν και μάλωναν.

Οι παπίτσες, της  έδιναν μεγάλη χαρά!
Χαιρόταν να τις ταΐζει λάπατα με πίτουρα μουσκεμένα…
Πολλά τα πα ! πα! της ευχαρίστησης.

Πολύ συχνά κάποιες από αυτές γεννούσαν τα αυγά τους έξω από το σπίτι στο χορταριασμένο χαντάκι…

Το ωραιότερο παιχνίδι του κρυμμένου θησαυρού!

Με τα ξαδέρφια της από απέναντι, γνώριζαν τις κρυψώνες και μάζευαν, ω! του θαύματος, 5, 6 αυγά πρασινωπά κάθε φορά!

Νόμιζαν ότι τους ανήκαν, αφού ήταν εκτός σπιτιού και τα έβρισκαν!

Μία μέρα είδε τη θεία Βαγγελή να κοιτάει από τη σκάλα ψηλά, μπροστά στο ορθογώνιο άνοιγμα που ήταν ένα παράθυρο στην ανατολή του ηλίου χωρίς παραθυρόφυλλα, ένα πλαίσιο τσιμεντένιο, μιας εναλλακτικής ζωγραφικής, που γέμιζε άλλοτε φως και γαλάζιο κι άλλοτε σύννεφα σκοτεινά, και ζικζακωτές γραμμές ηλεκτρικού φορτίου…

Ήταν ο δρόμος διαφυγής για όσους το απολάμβαναν…

Τους κοιτούσε και μόνον αυτή, το πήρε είδηση!

Σαν να τη βλέπει.

Κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας με νόημα και τους είπε:

«Τι κάντι ικί;

Αχ! άμα έρθου!»

Κι άρχισε να γελάει.

Από εκείνη την ημέρα, όταν παίζανε το παιχνίδι του κρυμμένου αυγοθησαυρού, τα πήγαιναν στη θεία κι αυτή τους έδινε από ένα, ή από δύο… αναλόγως.

Μήπως και τα τρώγανε!

Τις περισσότερες φορές τ’ αφήνανε στο χαντάκι και συνέχιζαν το παιχνίδι, ξεχνώντας τα.

Όταν έπαιρναν το δρόμο για το σπίτι της, με την αδερφή της , λίγο πριν τη μεγάλη είσοδο τις προϋπαντούσαν οι χήνες της φωνασκώντας απειλητικά!

Οι χήνες … οι καλύτεροι φύλακες του σπιτιού!
Μόλις την έβλεπαν, σταματούσαν.

Δεν τις φοβόταν αυτή.
Η αδερφή της μικρότερη και λιγότερο εξοικειωμένη της έσφιγγε το χέρι από φόβο  ..

Πάντα όταν απομακρύνονταν από το πατρικό τους σπίτι, της έπιανε το χέρι , όπως έλεγε η μαμά!

Τότε έβγαινε από το ισόγειο του σπιτιού και η πεθερά της, η  γιαγιά η Λεμονιά, μαυροντυμένη πάντα, μελαγχολική και γκρινιάρα.

Τη θυμάται να έρχεται μετά την εκκλησία , σχεδόν κάθε Κυριακή στο σπίτι τους, να τρώει και να εξιστορεί τα βάσανά της  …

Μπροστά της απλώνονταν το μεγαλύτερο μέρος του ανθόκηπου που έκανε να φαίνεται ακόμη πιο σκούρο το μαντήλι της και το μαύρο της φόρεμα!

«Μη φουβάστι», έλεγε καθησυχαστικά κι έβγαινε στο δρόμο κι έδιωχνε τις χήνες!

Αυτό όμως που την ενθουσίασε ως παιδί και δε θα ξεχάσει ποτέ, ήταν η πρώτη της επαφή με την  τηλεόραση που ο θείος Μήτσος είχε αγοράσει!

Ήταν από τους πρώτους – πρώτους στο χωριό .

Μία μέρα ανέβηκε τη σκάλα, κι όταν μπήκε στη σάλα , στη γωνία δεξιά δέσποζε ένα μικρό θαύμα !

Ο μπάρμπα Μήτσος, όπως τον αποκαλούσαν, την άνοιξε και αυτή πέτρωσε στον καναπέ βλέποντας τον «Μπάρμπα –  Μυτούση».

Τον Κλούβιο και τη Σουβλίτσα…

Άλλη εποχή πλέον… άλλος κόσμος…

Στην εφηβεία  το επισκεπτόταν όταν μπορούσε, γιατί ήταν και διαβαστερή, για να βλέπει και τη Νίτσα που τότε σπούδαζε λογιστικά, αν θυμάται καλά, σε μια ιδιωτική σχολή στη Θεσσαλονίκη …

Εκεί είδε για πρώτη φορά το «Ρομάντσο» και το «Ντόμινο»…
Κρυμμένα κάτω από το στρώμα τα είχε, στο ντιβανάκι του μπαλκονιού .

Είχε μεγαλώσει αρκετά κι άρχισε να παίρνει κι αυτή μέρος στους χορούς που γίνονταν σε γιορτές, αρραβώνες και γάμους…
Εκείνα τα σανίδια της σάλας είχαν αποκτήσει άλλη υπόσταση τώρα…

Το τρίξιμο τους σε συνδυασμό με το ηχητικό αποτύπωμα των παπουτσιών, διαφοροποιούνταν από την παιδική εικόνα που είχε για αυτά.

Είχε ανακαλύψει παιδί, ότι σε κάποια σημεία είχαν ανοίγματα!

Ξάπλωνε στο πάτωμα, κολλούσε το μάτι της  στις μικρές τρύπες κι έβλεπε  τη γιαγιά Λεμονιά, τη Θεία , τα αντικείμενα! όλα στη θέση τους… .

Μια εικόνα μαγική που έμπαινε στο οπτικό πεδίο της σαν κάτι πολύ μακρινό και ανεξήγητο…

Τελείωσε τη φωτογράφιση , το χαιρέτισε, φώναξε ονόματα αγαπημένα, συμμάζεψε τις μνήμες της , είδε τα χορταριασμένα  χαντάκια που στένεψαν  κι έγιναν τσιμεντένια αυλάκια…

Κανένα αυγό!

Από το απέναντι σπίτι των αξάδερφων, ακούστηκαν γαβγίσματα σθεναρών φυλάκων.
«Άργησα», είπε.

Σε λίγο η μικρή εκδρομή ξεκίνησε ανάμεσα στα πλούσια χωράφια του κάμπου, που τους χώρεσε κι αυτούς, τότε που οι πρόγονοί της άφησαν το βουνό και τα έλατα και εγκαταστάθηκαν εκεί αναζητώντας δρόμους της επιβίωσης…

καλή εβδομάδα με υγεία!

Ει. Δα.