Απόψεις στη Φαρέτρα

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου: “Το ρεπορτάζ της Άλωσης / Project μαρτυριών εκ των έσω”

Θάλεια Φλωρά – Καραβία, Κωνσταντινούπολη 1905
———–

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το Μάιο του 1453 αποτέλεσε τη ληκτική πράξη του δράματος. Ήταν ένας συμβολικός επίλογος καθορισμένος από ιστορική νομοτέλεια αναπότρεπτη. Δεν επρόκειτο απλώς για μεμονωμένες συγκυρίες που επιτάχυναν ή επιβράδυναν μία προδιαγεγραμμένη κατάληξη. Είχαν σωρευτεί τόσες παθογένειες, ήταν τέτοια η εσωτερική διάλυση και τόσο ασφυκτική η πίεση των συνθηκών, ώστε η κατάληψη του κέντρου έμοιαζε  πλέον ζήτημα χρόνου[1]. Όσο και αν η βασιλεύουσα εξακολουθούσε να διαθέτει ένα στιβαρό οχυρωματικό σύστημα άμυνας. Πότε όμως; Στις μέρες της πυρίτιδας; Οι εποχές έχουν αλλάξει δραματικά. Τα χερσαία τείχη, όσο κι αν είναι ενισχυμένα ή σθεναρά – αντικειμενικά τότε, σε τόσο δυσχερή κατάσταση, δεν μπορούσε να συμβεί ούτε αυτό! – δε δύνανται να αντέξουν. Η νέα τεχνογνωσία υπερισχύει. Οι συστηματικοί κανονιοβολισμοί καταφέρουν ρήγματα ανεπούλωτα.  Ούτε οι ελάχιστοι καλοπληρωμένοι μισθοφόροι  αρκούσαν. Ούτε δυστυχώς η ηρωική αυταπάρνηση των κατοίκων, που είχαν απομείνει στο περίκλειστο αστικό κέλυφος[2], ήταν δυνατό να αντιστρέψει τους όρους. Ο αγώνας τους ιερός. Αποπνέει ύψιστη συγκίνηση και ρομαντισμό. Μεταβαίνουμε όμως σε νέους καιρούς, με διαφορετικό εκτόπισμα. Η Άλωση όντως θα σηματοδοτήσει την ώθηση προς τη νέα εποχή. Μεταξύ άλλων παραμέτρων πιο σύνθετων, ανάμεσα σε άλλα καίρια γεγονότα αιχμής. Τουλάχιστον όσον αφορά την ευρωπαϊκή ιστορία των νεότερων χρόνων.

Το αναστηλωμένο πλέον Ανάκτορο του Πορφυρογέννητου (Τεκφούρ Σαράι) στο προάστιο Έβδομον της Πόλης. Παλαιολόγεια περίοδος, 13ος αιώνας

Η αναζήτηση και διερεύνηση των αιτιακών παραγόντων, που σταδιακά οδήγησαν το επονομαζόμενο Βυζάντιο[3] σε αποδόμηση εγείρουν ποικίλες εκδοχές ερμηνείας. Πρόκειται για σύνθετο πλέγμα παραμέτρων. Ήδη από τα μέσα σχεδόν το 11ου αιώνα συντελούνται τόσες μεταβολές και ανατροπές, που θα σηματοδοτήσουν τον καθολικό μετασχηματισμό. Το κράτος σταδιακά τείνει να αποσυντεθεί στο εσωτερικό, ενώ στο εξωτερικό πεδίο αδυνατεί να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, τους αλλεπάλληλους κινδύνους που ενσκήπτουν απειλητικά, τους υπολογίσιμους αντιπάλους, τους νέους θανάσιμους εχθρούς. Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι δεν ανταποκρίνεται επαρκώς. Το Βυζάντιο θα βρεθεί κυριολεκτικά στη μεταστροφή του πεπρωμένου του[4].

Κατά την παράδοση, πάνω σε αυτό το μαρμάρινο ανάγλυφο με το δικέφαλο αετό από τη Μητρόπολη του Αγίου Δημητρίου στο Μυστρά στέφθηκε αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Από εκεί αναχώρησε για να αναλάβει τα καθήκοντά του στη βασιλεύουσα με γενοβέζικο καράβι…

Πολυσχιδείς και εκτεταμένες οι προσεγγίσεις, σχεδόν ανεξάντλητα τα θέματα μελέτης, τεράστια η επιμέρους βιβλιογραφία. Τα αίτια της δυσπραγίας ανιχνεύονται σε άστοχες επιλογές, κοντόθωρες και μικροπολιτικές, συνυφασμένες με το κλίμα της εποχής. Ενδεικτικά ας αναφερθούν οι περιβόητοι Δυνατοί με τις τεράστιες γαιοκτησίες – ακόμη και τα δικά τους στρατεύματα – από τη Μικρασία και τη Θράκη έως τη Μακεδονία και τις αχανείς θεσσαλικές πεδιάδες, η ασύδοτη ενίσχυση της αριστοκρατίας της πρωτεύουσας έναντι των επαρχιών, οι θεσμοί της εξουσίας και της πρόνοιας, ιδίως όταν άρχισαν να αποκτούν κληρονομική οντότητα, οι πολιτικές εκφάνσεις θρησκευτικών αιρέσεων και τα αποσχιστικά κινήματα που ελάνθαναν, η υποτίμηση του νομίσματος και η σταδιακή νόθευση του βυζαντινού υπέρπυρου ήδη από την περίοδο του Αλέξιου Κομνηνού, η ολέθρια πολιτική των Δουκάδων, οι διεκδικήσεις του δεύτερου βουλγαρικού κράτους με την εμπλοκή και του βλαχικού στοιχείου, η σερβική εκρηκτικότητα επί Στέφανου Ντουσάν, οι μεταγένεστεροι εμφύλιοι πόλεμοι με τον Καντακουζηνό, που αποστέγνωσαν το κράτος. Το σημείο τομής παραμένει βέβαια η μάχη του Μάτζικερτ το 1071. Με την απώλεια της Μικράς Ασίας το Βυζάντιο έχασε τη σπονδυλική του στήλη. Έκτοτε θα επιβιώσει ως κρατικό μόρφωμα ανάπηρο, παραπληγικό, ασπόνδυλο… Το τελειωτικό χτύπημα θα το δώσει η τέταρτη σταυροφορία το 1204. Θα ανακάμψει το κράτος ως μικρή δύναμη μετά το 1261 επί Μιχαήλ Παλιολόγου, όμως οι όροι έχουν πλέον αντιστραφεί αμετάκλητα. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα πλαίσιο διαρκούς εκφεουδαλισμού, όπου οι κατακερματισμοί των εδαφών και η μετατροπή τους σε κρατίδια στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη επιβάλλουν το κυρίαρχο status quo. Σε αυτό το μωσαϊκό πολυδιάσπασης με την οικονομικό ανταγωνισμό να εκτείνεται στα άκρα, παρουσιάζοντας τάσεις πρωτογενούς μονεταρισμού, παραμένει αξιοσημείωτη ή και αξιοθαύμαστη η αντοχή του Βυζαντίου. Επιβίωσε για δύο αιώνες ακόμη, βαρύτατα τραυματισμένο, ερανίζοντας όλα εκείνα τα γνωρίσματα που ανέκαθεν στοιχειοθετούσαν την ιδεολογική του σκευή και την κρατική του συνοχή.

Η Άλωση από το λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο

Την εποχή της Άλωσης ή, ορθότερα, αμέσως μετά την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας τέσσερις ιστορικοί καταγράφουν τα γεγονότα και υπομνηματίζουν τη ροή των εξελίξεων. Πρόκειται για το Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, το Δούκα, το Γεώργιο Σφραντζή και τον Κριτόβουλο Ίμβριο. Κοντά σε αυτούς ας προστεθεί και ο βενετός Nicola Barbaro, που έζησε την πτώση της Πόλης εκ του σύνεγγυς και την παρουσιάζει με καίριες λεπτομέρειες. Η ακριβολογία του εξακολουθεί να εντυπωσιάζει. Ο Αθηναίος Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, μαθητής του Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού, διακρίνεται για τις αριστοτεχνικές του περιγραφές, το γνήσιο φιλολογικό τάλαντο  και την ιστορική ενόραση. Είναι ο ιστορικός που, δίνοντας έμφαση στη ραγδαία εξάπλωση και παγίωση του τουρκικού κράτους, κατοπτρίζει την οθωμανική οπτική. Ο Δούκας υπηρέτησε το κράτος της Γένουας και μεταφέρει τα γεγονότα υπό το πρίσμα οπτικής των Γενοβέζων της πρωτεύουσας. Είναι αξιόπιστος, οι περιγραφές του διέπονται από ζωντάνια, ενώ η ψυχογραφική διεισδυτικότητα κινείται σε τόνους δραματικούς. Η Ιστορία του Δούκα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και γλωσσολογικά. Γράφει στη δημοτική της εποχής του και συνιστά απτό δείγμα της ιστορικής μετεξέλιξης της ελληνικής στον μέσο 15ο αιώνα. Το έργο του εκτείνεται χρονολογικά έως το 1462.

Τα τείχη της Κωνσταντινούπολης

Ο Γεώργιος Σφραντζής, που κατεξοχήν μας ενδιαφέρει σε αυτό το σημείωμα, ήταν ανώτερος αξιωματούχος της βυζαντινής διοίκησης. Άνθρωπος του παλαιολόγειου περιβάλλοντος απηχεί τη φωνή της εξουσίας. Για το λόγο αυτό και προκρίνεται. Πρόκειται για την οπτική των ίδιων των βυζαντινών για τα συγχρονικά γεγονότα. Προσκολλημένος στην παραδοσιακή νοοτροπία παρουσιάζεται αδιάλλακτος αντίπαλος των Λατίνων, εν αντιθέσει π.χ προς τον ενωτικό Δούκα. Το έργο του καλύπτει την περίοδο από το 1413 ως και το 1477. Γλωσσικά θα είναι πιο συγκαταβατικός. Εύστοχα παρατηρεί o Ostrogorsky ότι «η μορφή της διηγήσεώς του βρίσκεται ανάμεσα στον επίπλαστο αρχαϊσμό του Χαλκοκονδύλη και στον σκόπιμο εκχυδαϊσμό του Δούκα»[5]. Ο Κριτόβουλος από την Ίμβρο, τέλος, ήταν έλληνας αριστοκράτης, ο οποίος συγχρωτίστηκε με τους νέους κυριάρχους αποκτώντας συμπάθειες στο οθωμανικό περιβάλλον. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, επιχείρησε μάλιστα να γράψει και τη βιογραφία του Μωάμεθ Β΄του Πορθητή. Το ιστορικό του έργο πραγματεύεται το διάστημα από το 1451 έως το 1467. Η περιγραφή της Άλωσης είναι διεξοδική, σε τόνους υψηλούς, ενώ έχει διασώσει και λεπτομέρειες μοναδικές, που ελλείπουν από άλλες πηγές.

Ιβάν Κονσταντίνοβιτς Αϊβαζόφσκυ, Κωνσταντινούπολη με πανσέληνο, 1862

Σε αυτό το πνεύμα ας επιχειρηθεί κι ένα σχέδιο εργασίας, ένα project με γνώμονα τις ιστορικές μαρτυρίες του Σφραντζή[6]. Παρατίθεται πρωτογενές υλικό με σκοπιμότητα παιδευτική, με πρόθεση ιστορικής ανάγνωσης και αυτοσυνειδησίας. Τα υπογραμμισμένα αποσπάσματα απηχούν υποκειμενική αντίληψη διδακτικής προτεραιότητας. Ο ιστορικός λοιπόν ως πολεμικός ανταποκριτής απευθείας από το μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων μεταδίδει…

Η θανάσιμη ρητορική του φανατισμού

 Ο Μωάμεθ εμψυχώνει τους Οθωμανούς πολιορκητές

μία μέρα πριν από την Άλωση

28 Μαΐου 1453

… Ο σουλτάνος έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να ανάψουν φανάρια και φωτιές όλη εκείνη τη νύχτα και την επόμενη μέρα να μείνουν νηστικοί, να λουστούν εφτά φορές και μετά να κάνουν δεήσεις στο Θεό, για να τους χαρίσει τη νίκη και να καταλάβουν τη νίκη. Έτσι κι έγινε.

Τη Δευτέρα το απόγευμα (28 Μαΐου 1453), αφού έδυσε ο ήλιος κι έφαγαν όλοι, ο σουλτάνος στάθηκε μπροστά στο στρατό και είπε τα εξής: «Αγαπημένα μου παιδιά, εύχομαι και σας παρακαλώ, στο όνομα του Θεού, του προφήτη του, Μωάμεθ, και στο δικό μου, του δούλου τους, να κάνετε αύριο ένα έργο που θα μείνει στην αιωνιότητα, όπως έκαναν μέχρι τώρα παντού και οι πρόγονοί μας. Να ανεβείτε με τις σκάλες στα τείχη σαν πουλιά με όλη τη γενναιότητα, το θάρρος και την προθυμία που διαθέτετε, για να μη χάσουμε τη φήμη που, όπως είπαμε, κέρδισαν οι πρόγονοί μας με τη χάρη του Θεού. Αντίθετα, τώρα ήρθε η ώρα να την κάνουμε ακόμα μεγαλύτερη». Τους είπε επίσης και άλλα πολεμικά λόγια που τους εμψύχωσαν, για να πραγματοποιήσουν αυτήν τη σημαντική επιχείρηση. Ύστερα προσέθεσε: «Αν το θελήσει η μοίρα και σκοτωθούν μερικοί, όπως συμβαίνει στους πολέμους, ξέρετε όλοι τι λέει ο προφήτης μας στο Κοράνι. Όποιος σκοτώνεται στον πόλεμο πηγαίνει κατευθείαν στον Παράδεισο, για να τρώει και να πίνει εκεί μαζί με το Μωάμεθ, να αναπαύεται σε καταπράσινους ανθισμένους τόπους μαζί με αγόρια, ωραίες γυναίκες και κορίτσια και να λούζεται μετά σε υπέροχα λουτρά. Όλα αυτά θα τα χαρίσει ο Θεός σε όσους πάνε κοντά του. Από τη δική μου πλευρά, πάλι, αν νικήσουμε, θα δώσω ισοβίως σε όλους τους στρατιώτες και τους αρχηγούς τους διπλάσιο μισθό από αυτόν που παίρνουν τώρα και θα αφήσω την πόλη τρεις μέρες στη διάθεσή σας, για να τη λεηλατήσετε. Κανένας δεν πρόκειται να σας πάρει οποιοδήποτε λάφυρο αρπάξετε, χρυσό ή ασημένιο, οποιοδήποτε αντικείμενο ή φόρεμα βρείτε, οποιονδήποτε σκλάβο πιάσετε, άντρα ή γυναίκα, μεγάλο ή μικρό». Μόλις τελείωσε το λόγο του, ορκίστηκε ότι θα τηρήσει όλες τις υποσχέσεις του. Ακούγοντάς τον, οι Τούρκοι ενθουσιάστηκαν κι άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί στη γλώσσα τους «Λα ιλ Αλλάχ ιλ Αλλαχού, Μουχαμέντ ρουσούλ Αλλάχ», δηλαδή ένας είναι ο θεός όλων των θεών και ο Μωάμεθ ο προφήτης του. Μόλις έφτασαν μέσα στην πόλη οι ζητοκραυγές αυτές, που έμοιαζαν με το βουητό της ανταριασμένης θάλασσας, προσπαθήσαμε όλοι να μαντέψουμε τι έχει συμβεί. Μετά από λίγο πληροφορηθήκαμε ότι την άλλη μέρα ο σουλτάνος θα έδινε το σύνθημα της γενικής επίθεσης εναντίον μας από την ξηρά και από τη θάλασσα, με όλες τις δυνάμεις που διέθετε. Ξέροντας λοιπόν ότι το πλήθος των απίστων είναι τόσο μεγάλο, ώστε αναλογούσαν πεντακόσιοι προς έναν από εμάς, στηρίξαμε όλες μας τις ελπίδες στη Θεία Πρόνοια. Με διαταγή του αυτοκράτορα, οι ιερείς, οι αρχιερείς, οι μοναχοί, οι γυναίκες και τα παιδιά, πήραν στα χέρια τους τις άγιες εικόνες και όλα τα ιερά λάβαρα κι έκαναν λιτανεία γύρω από τα τείχη, ψάλλοντας με δάκρυα στα μάτια το «Κύριε ελέησον» και ικετεύοντας το Θεό να μη μας παραδώσει εξαιτίας των αμαρτιών μας στα χέρια των άπιστων και χειρότερων εχθρών μας.

 Ο βυζαντινός ρομαντισμός, το αυτοκρατορικό ιδεώδες και οι απαρχές της νεοελληνικής συνείδησης…

 Η τελευταία δημόσια ομιλία του Κωνσταντίνου ΙΒ΄ Παλαιολόγου

στο λαό της Κωνσταντινούπολης μία μέρα πριν από την Άλωση

28 Μαΐου 1453

Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι πολεμιστές, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει. Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο και από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σα φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι’  αυτόν το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων. Ξέρετε πολύ καλά, αδέλφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή. Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για το βασιλιά τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και, τέταρτον, για τους συγγενείς και του φίλους μας. Αν λοιπόν, αδέλφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμη σκληρότερα, όταν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα.

Αν ο θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την άγια πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα από όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας. Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει πενήντα επτά μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέλφια μου. Είδατε ότι ακόμη και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού. Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα, που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή αλαζονεία και θράσος, επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε τα ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δε θα πετύχουν τίποτα. Σας βλέπω και χαίρομαι, επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σε όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δε διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.

Εσείς θα είστε προφυλαγμένοι μέσα από τα τείχη, ενώ εκείνοι θα βρίσκονται εκτεθειμένοι στα χτυπήματά σας, όταν θα επιτίθενται. Για αυτό το λόγο, αγαπητοί μου συμπολεμιστές, να είστε έτοιμοι, άφοβοι, γενναίοι και βέβαιοι για τη βοήθεια του Θεού. Μιμηθείτε τους λίγους ελέφαντες των Καρχηδονίων, που έτρεψαν σε φυγή το τεράστιο ρωμαϊκό ιππικό μόνο με την εμφάνιση και τις φωνές. Αφού λοιπόν αυτό το πέτυχαν μερικά ζώα χωρίς λογικό, εμείς που τα εξουσιάζουμε πρέπει να τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα. Οι εχθροί μας είναι χειρότεροι και από τα ζώα. Χτυπήστε τους με δόρατα, σπαθιά, τόξα και ακόντια. Φανταστείτε ότι έχετε βγει για κυνήγι αγριόχοιρων και δώστε στους απίστους να καταλάβουν ότι δεν έχουν απέναντί τους ζώα χωρίς λογικό αλλά τους απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων, που εξουσιάζουν τα ζώα. Ξέρετε ότι ο άπιστος και εχθρός της πίστης μας σουλτάνος διέλυσε αναίτια την ειρήνη που είχαμε μεταξύ μας, αθετώντας τους όρκους που είχε δώσει. Ύστερα ήρθε στο στενό των Ασωμάτων και έχτισε ένα φρούριο [το Rumeli Hisar] για να μπορεί να προκαλεί καθημερινά ζημιές στα χωράφια, στους κήπους και στα περιβόλια μας. Έκαψε τα σπίτια μας, σκότωσε και αιχμαλώτισε όσους χριστιανούς βρίσκονταν μπροστά του. […]

Ήρθε λοιπόν, αδέλφια μου, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του, για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας πάντα την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων και καύχημα όλου του κόσμου. Ο άπιστος σουλτάνος όμως θέλει να υποδουλώσει την πόλη που ήταν κάποτε ένδοξη, ανθούσε σαν τριαντάφυλλο του αγρού και είχε υποτάξει ολόκληρη σχεδόν την υφήλιο: Πόντο και Αρμενία, Περσία και Παφλαγονία, Αμαζόνες και Καππαδοκία, Γαλατία [της Μικράς Ασίας] και Μηδία, Κόλχους και Ίβηρες Βοσποριανούς και Αλβανούς, Συρία, Κιλικία και Μεσοποταμία, Φοινίκη και Παλαιστίνη, Αραβία και Ιουδαία, Βακτριανούς και Σκύθες, Μακεδονία και Θεσσαλία, Ελλάδα, Βοιωτία, Λοκρούς και Αιτωλούς, Ακαρνανία, Αχαΐα και Πελοπόννησο, Ήπειρο και Ιλλυρία, Λυχνίτες της Αδριατικής, Ιταλία, Τοσκάνη, Κέλτες και Κελτογαλάτες, Ισπανία μέχρι τα Γάδειρα [το σύγχρονο Καντίθ της Ανδαλουσίας], Βελέδα, Σκούδη, Νουμιδία, Αφρική και Αίγυπτο. Αυτή λοιπόν την πόλη, τη βασίλισσα όλων των πόλεων, θέλει να υποδουλώσει και να την έχει υπό την εξουσία του. Θέλει να πάρει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνάμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε το Άγιο Πνεύμα του Θεού και όπου οι άγγελοι υμνούν το Θεό και την ενανθρώπισή Του, για να τις κάνει τόπο λατρείας της ψεύτικης θρησκείας του ανόητου ψευδοπροφήτη Μωάμεθ και στάβλο για άλογα και καμήλες. Αδέλφια και συμπολεμιστές μου, θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα[7].

πόλις άλω

Οι κτηνωδίες των κατακτητών

Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες, κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες, όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών ναών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους κι έφτιαχναν μ’ αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογά τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έπρατταν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.

Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις σου ξεπερνούν το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνίες της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια, για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες, όπου κατοικούν χριστιανοί.

Το φριχτό τέλος ενός άθλιου προδότη…

Από τη μεγάλη νίκη που πέτυχε ο σουλτάνος έγινε τρομερά ματαιόδοξος και έδειξε ωμή και βάρβαρη συμπεριφορά. Ο μεγάλος δούκας Λουκάς Νοταράς [ο τελευταίος πρωθυπουργός του Βυζαντίου] παρουσιάστηκε μπροστά του, τον προσκύνησε και του έδειξε τον τεράστιο θησαυρό που είχε κρυμμένο. Ο σουλτάνος και οι σύμβουλοί του θαύμασαν τους πολύτιμους λίθους, τα μαργαριτάρια και τα υπόλοιπα πλούτη που άξιζαν σ’ ένα βασιλιά. Ο Νοταράς είπε στο σουλτάνο: «Όλα αυτά τα είχα φυλάξει για τη μεγαλειότητά σου και σου τα προσφέρω τώρα σα δώρο. Σε ικετεύω να δεχτείς τις παρακλήσεις του ταπεινού δούλου σου».

Με τα δώρα αυτά είχε την ελπίδα ότι θα κέρδιζε την ελευθερία, τόσο τη δική του, όσο και της οικογένειάς του. Ο σουλτάνος όμως απάντησε: «Απάνθρωπο σκυλί και πονηρέ μηχανορράφε, είχες τόσα πλούτη κι όμως δε βοήθησες τον αυτοκράτορα και δεσπότη σου, την πόλη και την πατρίδα σου. Και τώρα προσπαθείς με δόλο και πονηρίες, που τις ξέρεις πολύ καλά από μικρός, να ξεγελάσεις και μένα και να αποφύγεις αυτό που σου αξίζει. Πες μου, άπιστε, ποιος μου χάρισε την πόλη και τους θησαυρούς της;» «Ο Θεός» απάντησε ο Νοταράς. «Αφού λοιπόν μου τα χάρισε ο Θεός και σας παρέδωσε όλους αιχμαλώτους στα χέρια μου, τι φλυαρίες είναι αυτές που ξεστομίζεις, πονηρέ; Γιατί δε μου τα έστειλες, πριν αρχίσω τον πόλεμο εναντίον σας ή πριν καταλάβω την πόλη, ώστε να σου χρωστάω χάρη και ανταμοιβή; Τώρα πια δε μου τα χαρίζεις εσύ αλλά ο Θεός».

Ύστερα έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στη φυλακή και να τον φυλάνε καλά. Την άλλη μέρα τον κάλεσε πάλι μπροστά του και του είπε: «Μια και δε βοήθησες με τον τεράστιο θησαυρό σου τον αυτοκράτορα και την πατρίδα σου, γιατί τουλάχιστον δε συμβούλεψες το δεσπότη σου να δεχτεί να μου παραδώσει με ειρήνη και φιλία την πόλη κι εγώ να του παραχωρήσω ένα άλλο μέρος, επίσης με αγάπη και φιλία, ώστε να μη γίνουν τόσοι σκοτωμοί;» Ο Νοταράς απάντησε: «Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για όσα έγιναν αλλά οι Βενετοί και οι κάτοικοι του Πέραν [Γενουάτες], που υπόσχονταν στον αυτοκράτορα ότι θα του στείλουν από στρατό και στόλο». Τότε ο σουλτάνος του είπε: «Ξέρεις πολλά ψεύτικα επιχειρήματα αλλά τώρα πια δεν μπορούν να σε βοηθήσουν». Την άλλη μέρα έδωσε διαταγή να σκοτώσουν μπροστά του, πάνω στον Ξηρό Λόφο, τους δυο γιους του. Ύστερα διέταξε να θανατώσουν και τον ίδιο, κάτι που έγινε αμέσως.

——————————–

[1]               Ουσιαστικά ήταν τέτοιος ο εδαφικός εκμηδενισμός του Βυζαντίου στα τέλη του 14ου προς τις αρχές του 15ου  αιώνα, ώστε περιοριζόταν πλέον μόνο στην Κωνσταντινούπολη, όχι στα προάστιά της, και τη νοτιοανατολική Πελοπόννησο! Πόλη και Μοριάς. Αυτά είχαν απομείνει από τα ηπειρωτικά εδάφη. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, μακρινή και δυσπρόσιτη, θα ακολουθούσε το δικό της Γολγοθά, έως το 1461. Ο Δούκας (77, 26), σπουδαίος ιστορικός της Άλωσης, καταγράφει την αλαζονική απάντηση που εξοργισμένος έδωσε ο σουλτάνος Βαγιαζήτ στο Μανουήλ Παλαιολόγο: «ει ου βούλει ποιήσαι και δούναι όσα σοι προστάττω, κλείσον τας θύρας της πόλεως, και βασίλευε εν μέσω αυτής: τα δε εκτός αυτής εμά πάντα εισίν». Ο Μανουήλ διαβιούσε στην αυλή του σουλτάνου ως πειθήνιος υποτελής του και δεχόταν παντοειδείς ταπεινώσεις. Το 1391 είχε υποχρεωθεί να εκστρατεύσει στο πλευρό του Βαγιαζίτ με τα στρατεύματά του εναντίον της Φιλαδέλφειας. Αναγκάστηκε δηλαδή να βοηθήσει στην κατάκτηση της τελευταίας βυζαντινής πόλης στη Μικρά Ασία. Επρόκειτο για την έσχατη ευτέλεια, την απόλυτη παρακμή: ο αιχμάλωτος αυτοκράτορας να εκστρατεύει εναντίον των εδαφών του υπό τις οθωμανικές εντολές… Η ορμητική λαίλαπα των Τούρκων ήταν ακατάσχετη. Ακόμη και η Ρωσία, πιστή στις ορθόδοξες παραδόσεις και φίλα προσκείμενη στο πάλαι ποτέ κραταιό Βυζάντιο, αναγκάστηκε να απαρνηθεί τον υποταγμένο αυτοκράτορα: «Εκκλησίαν έχομεν ημείς, βασιλέα δε ούτε έχομεν, ούτε λογιζόμεθα». Βλ. και Georg Ostrogorsky «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», Μτφρ. Ι. Παναγόπουλος, Επιστημονική Εποπτεία Ε. Χρυσός, Εκδ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1981. Εν προκειμένω Τόμος Γ, σελ. 255 κε.

[2]              Η βυζαντινή πρωτεύουσα βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Σχεδόν αποκομμένη από ξηράς και θαλάσσης αντιμετώπιζε οξύτατο πρόβλημα τροφοδοσίας. Η πείνα θέριευε δεκαετίες πριν την άλωση. Ο αριθμός των κατοίκων είχε μειωθεί δραματικά. Περίπου σαράντα με πενήντα χιλιάδες πληθυσμού κατοικούσαν πλέον την ερημωμένη και ερειπωμένη πόλη. Ποια; Την Κωνσταντινούπολη που στη μέγιστη ακμή της ήταν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο αστικό κέντρο του μεσαίωνα. Υπολογίζεται ότι τον 11ο αιώνα διέμεναν εντός των τειχών πάνω από μισό εκατομμύριο κάτοικοι. Ασφαλώς, όσοι είχαν καταφέρει να διαφύγουν προς την Ιταλία και τη Δύση, προέρχονταν από τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Όταν το καράβι βουλιάζει… Γνωρίζουμε επίσης, σύμφωνα με μαρτυρία του Νικηφόρου Γρηγορά, ότι η φριχτή επιδημία πανώλης στα μέσα του 14ου αιώνα, το 1348, είχε αποδεκατίσει πάνω από το 50% του συνολικού της πληθυσμού. Η κατάσταση είχε οδηγηθεί πλέον στο απροχώρητο. Ούτε η ιστορική μάχη της Άγκυρας το 1402, ούτε η ατυχέστατη σταυροφορία της Βάρνας το 1444 μπορούσαν τελικά να ανακόψουν μία νοσηρή εξέλιξη, που είχε sine qua non, δρομολογηθεί. Ο Ιωάννης Χορτασμένος, χρονογράφος της εποχής, θα υπογραμμίσει τα τραγικό αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει η υποτυπώδης διοίκηση και ο σκιώδης κρατικός μηχανισμός. Επισημαίνει: «Οι βάρβαροι δεν άφησαν τον ευσεβέστατο αυτοκράτορά μας ούτε μια στιγμή να αναπνεύσει, αλλά τον κυνηγούσαν παντού εδώ κι εκεί και με τη βοήθειά του κατέλαβαν στην εξουσία τους τις πόλεις, που δεν είχαν ακόμη υποδουλωθεί…». Το απόσπασμα, μεταφρασμένο από τον Herbert Hunger, καταδεικνύει την κρισιμότητα της εποχής. Βλ. σχετικά G. Ostrogorsky, όπ, σελ.342, υποσημ. 214. Πρβλ. και H. Hunger «Βυζαντινή Λογοτεχνία – Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992. Επί του προκειμένου: Τόμος Β΄, Κεφάλαιο 5ο «Ιστοριογραφία», Μτφρ. Τ. Κόλιας & Κ. Συνέλλη, σελ. 245 κε.  

[3]              Είναι γνωστό ότι ο όρος «Βυζάντιο» επινοήθηκε το 1562 από το γερμανό ουμανιστή Ιερώνυμο Βολφ, για να προσδιοριστεί η ταυτότητα των κατοίκων του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Του κράτους, που αποτέλεσε οργανική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Συνεπώς της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας. Πρβλ. και Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ «Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο βυζαντινοί οι νεοέλληνες» (2016), Gutenberg, Αθήνα. Πρόκειται για terminus technicus. Ουδέποτε προσαγόρευσαν εαυτόν οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας με αυτήν την επωνυμία. Τελικά κατίσχυσε, σε βάθος χρόνου, το Ρωμαίος (Ρωμιός) Έλλην τη φωνή…

[4]              Παραμένει κεφαλαιώδης η μελέτη του Paul Lemerle “Byzance en tournant de son destin”. Περιλαμβάνεται στο “Cinq études sur le XIe siècle byzantine”, Paris: Centre National de la Recherche Scientifique, 1977.

[5]              G. Ostrogorsky, ό.π, Τόμος 3ος, σελ. 157.

[6]              Πρβλ. Γεώργιος Φραντζής – Νικολό Μπάρμπαρο (1993) «Η πόλις εάλω – Το χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης της Κωνσταντινούπολης», εκδ. Λιβάνη, Αθήνα.

[7]              Παρατίθεται και στο πρωτότυπο. Εξέχουσα η γλωσσική του βαρύτητα. «Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἱὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερα τινὰ ὀφείλεται κοινῶς ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ πατρίδος, τρίτον ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσται ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

                Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὃ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὄλον κερδίσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τὲ καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκὼν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πάσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθῶς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τὲ καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἣ τὴν ρομφαίαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροὶ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.

                Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὢ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέα ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῶα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἠμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθῶν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατά, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μύθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὦ ἀνόητα ζῶα, καὶ τὰ ἑξῆς.

                Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὓρη καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένω Μαρία ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πάσι τοῖς ὦσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πάσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τὲ καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῶ ὑποβαλεῖν καὶ δουλεία καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται».