Χρονογράφημα

«Αυτή η νύχτα μένει…» γράφει η Ελισάβετ Τάρη

Ο πίνακας είναι του Κώστα Τσόκλη

Ελισάβετ Τάρη

Μόλις είχα  καθίσει στην ξαπλώστρα μου σε μια μικρή και ήσυχη παραλία της Χαλκιδικής.  Στ΄ αυτιά μου έφτανε με αρκετή ένταση το γνωστό λαϊκό άσμα «Αυτή η νύχτα μένει που θα ‘μαστε μαζί».  Όχι από κάποιο ραδιόφωνο, αλλά από τη βαριά φωνή ενός ηλικιωμένου άνδρα που καθόταν στη παραδιπλανή ομπρέλα. Γύρισα προς το μέρος του με μια διακριτική ενόχληση στο βλέμμα μου, αλλά  δεν φάνηκε να τον πολυνοιάζει.

Ήταν  σίγουρα πάνω από εβδομήντα πέντε, με ένα λευκό καπελάκι και ένα μαγιό παλιομοδίτικο, με φαρδιές ρίγες μπλε και κίτρινο,  αισθητά ξεβαμμένο από τα χρόνια.

Δεν πρόλαβα να πάρω το βιβλίο μου στα χέρια  και  να αφοσιωθώ στην «Ανεμώλια» του Ισίδωρου Ζουργού, όταν ο ίδιος άντρας άρχισε να μονολογεί… «Ε, βέβαια… αυτή η νύχτα μένει και μετά σηκώνεσαι και φεύγεις και άντε στο καλό…».  Και μόλις τελείωσε τη φράση του,  έπιασε  το επόμενο άσμα με την ίδια βαριά φωνή… «Μη σκαλίζεις τη στάχτη να ξανάβρεις φωτιά, η δική μας αγάπη τώρα έσβησε πια»…

Κατάλαβα αμέσως ότι ο Καζαντζίδης είναι ο αγαπημένος του τραγουδιστής και ήμουν προετοιμασμένη πλέον  ν’ ακούσω όλο το σχετικό ρεπερτόριο.  Όμως,  ξαφνικά έπεσε σιωπή και το βλέμμα του  βυθίστηκε στη θάλασσα, ονειροπολώντας και χαμένος στις σκέψεις του.

Επιτέλους, σκέφτηκα,  θα απολάμβανα το βιβλίο μου και τον καφέ που μόλις μου είχαν σερβίρει. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να διαβάσω ούτε δυο σειρές όταν ξαφνικά ακούστηκαν φωνές και γέλια από μια παρέα που μόλις είχε καταφτάσει στην παραλία.  Ήταν προφανώς γνωστοί του κυρίου δίπλα μου.

«Γεια σου κύρ-Γιάννη! Πολύ πρωινός σήμερα στη θάλασσα. Εμείς αργήσαμε να ξυπνήσουμε», αναφώνησε ο ένας απ’ τους επισκέπτες.

Γιάννης λοιπόν είναι ο φιλόμουσος γείτονας, σκέφτηκα, με τα μάτια κλειστά από την αντηλιά.

Ο κυρ-Γιάννης χαιρέτησε τα δύο ζευγάρια που μάλλον  ήταν γείτονες  από τα νοικιαζόμενα στο χωριό. Φαινόταν χαρούμενος που θα είχε παρέα.  Όλοι τού μιλούσαν ευγενικά και με ενδιαφέρον ρωτούσαν  πώς πέρασε το προηγούμενο βράδυ και γιατί δεν ήρθε στο καφενείο του χωριού που τον περίμεναν  για μια μπυρίτσα.

Αυτός, προφασίστηκε πως ήρθαν φίλοι του απ’ τη Θεσσαλονίκη  και γι αυτό δεν μπόρεσε να πάει. Ο τρόπος που το είπε  όμως μου φάνηκε περισσότερο σαν  δικαιολογία. Τον παρακολουθούσα πια με ενδιαφέρον  και άφησα το βιβλίο  στο τραπεζάκι δίπλα μου, αφού το πήρα απόφαση πως σήμερα δεν πρόκειται να καταφέρω να διαβάσω ούτε μια σελίδα.

Ο ένας απ’ την παρέα  τον κάλεσε να παίξουν τάβλι και ο κυρ-Γιάννης όλο χαρά και καμάρι δέχτηκε την πρόταση γιατί σίγουρα θα κέρδιζε,  όπως διατυμπάνιζε σε όλους γύρω. Ακολούθησαν  οι φωνές των αντιπάλων ενώ τα ζάρια βροντοχτυπούσαν στο ξύλο.  Ο κυρ-Γιάννης με την μπάσα φωνή ακουγόταν περισσότερο απ’ όλους. « Καλά, δεν ξέρεις τάβλι τελικά! Πάλι μάθημα θα παραδώσω σήμερα»,  και άλλα πολλά απ’ τα γνωστά πειράγματα των ταβλαδόρων.

Ο άλλος κύριος ήρεμος, έχανε με αξιοπρέπεια, αναγνωρίζοντας την τεχνική του αντιπάλου του. Τον  κυρ- Γιάννη όμως φαίνεται πως δεν τον ικανοποιούσε αυτή η ευγενική αναγνώριση.  Φώναζε ακόμα περισσότερο, σαν να ήθελε να τον προσέξει όλη η παραλία. Μάλλον «φώναζε» η μοναξιά του, σκέφτηκα, αφού  έδειχνε πως ήταν  ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος που τη στιγμή εκείνη έβρισκε κόσμο να μιλήσει και να ασχοληθεί  μαζί του.

Όταν το παιχνίδι τέλειωσε πια, με θρίαμβο του κυρ-Γιάννη,  μπήκαν όλοι μαζί στη θάλασσα  γελώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον.  Στα μάτια μου ήταν σαν να έβλεπα μια παρέα μικρών παιδιών που πλατσούριζαν και έκαναν πλάκες και παιχνίδια.  Η ώρα κύλησε ευχάριστα κι εγώ βρήκα την ευκαιρία να ξαναπιάσω την «Ανεμώλια». Σε λίγη ώρα κι αφού βγήκαν,  οι κυρίες της παρέας αποφάσισαν να φύγουν γιατί ο ήλιος έκαιγε πολύ και προφανώς είχαν κουραστεί. Εξάλλου ήταν ώρα για το μεσημεριανό.   Ο κυρ- Γιάννης επέμενε να καθίσουν λίγο περισσότερο, αλλά τα δύο ζευγάρια  μάζεψαν τσάντες και πετσέτες,  τον  αποχαιρέτησαν και πήραν τον δρόμο για το χωριό.

Μετά από λίγο,  τους ακολούθησε κι αυτός,  με σκυφτό κεφάλι και χωρίς κέφι. Τα βήματά του βούλιαζαν αργά μες στη ζεστή άμμο, καθώς τον άκουγα πάλι να σιγοτραγουδάει το αγαπημένο του τραγούδι «Αυτή η νύχτα μένει που θα ‘μαστε μαζί…».  Δεν υπήρχε λόγος να βιαστεί, αφού κανείς δεν τον περίμενε στο σπίτι.

Καθώς τον παρατηρούσα να απομακρύνεται, ήθελα  να του αφιερώσω νοερά ένα τραγούδι που θα  ταίριαζε νομίζω απόλυτα με την μοναξιά και τον ψυχικό του κόσμο. Το γνωστό τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα:

«Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου

μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ’ τον δρόμο

ρίχνει το βλέμμα της και κάθεται κοντά μου

κερνάει τα επόμενα και με χτυπά στον ώμο…»

Ελισάβετ Τάρη

 Καλοκαίρι 2020