Απόψεις

“Το αντιπρότυπο του ηγέτη ή… όταν συνδιαλέγονται τα κείμενα”(4) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Τη ρήση της Βετουρίας θα διασώσει και ο Τίτος Λίβιος. Ο σπουδαίος ιστορικός της «χρυσής περιόδου» των λατινικών γραμμάτων, ομοίως θα δώσει έμφαση στο ψυχικό μεγαλείο αυτής της γυναίκας, που αναδεικνύει την ηθική της ακεραιότητα της μέσα από το σπαραγμό. Η δραματικότητα παραμένει ανυπέρβλητη:

«Tum matronae ad Veturiam matrem Coriolani Volumniamque uxorem frequentes coeunt. Id publicum consilium an muliebris timor fuerit, parum invenio: pervicere certe, ut et Veturia, magno natu mulier, et Volumnia duos parvos ex Marcio ferens filios secum in castra hostium irent et, quoniam armis viri defendere urbem non possent, mulieres precibus lacrimisque defenderent. Ubi ad castra ventum est nuntiatumque Coriolano est adesse ingens mulierum agmen, ut qui nec publica maiestate in legatis nec in sacerdotibus tanta offusa oculis animoque religione motus esset, multo obstinatior adversus lacrimas muliebres erat; dein familiarium quidam qui insignem maestitia inter ceteras cognoverat Veturiam, inter nurum nepotesque stantem, «nisi me frustrantur» inquit, «oculi, mater tibi coniunxque et liberi adsunt.» Coriolanus prope ut amens consternatus ab sede sua cum ferret matri obviae complexum, mulier in iram ex precibus versa «sine, priusquam complexum accipio, sciam» inquit, «ad hostem an ad filium venerim, captiva materne in castris tuis sim. In hoc me longa vita et infelix senecta traxit ut exsulem te deinde hostem viderem? Potuisti populari hanc terram quae te genuit atque aluit? Non tibi, quamvis infesto animo et minaci perveneras, ingredienti fines ira cecidit? Non, cum in conspectu Roma fuit, succurrit: intra illa moenia domus ac penates mei sunt, mater coniunx liberique? Ergo ego nisi peperissem, Roma non oppugnaretur; nisi filium haberem, libera in libera patria mortua essem. Sed ego mihi miserius nihil iam pati nec tibi turpius usquam possum, nec ut sum miserrima, diu futura sum: de his videris, quos, si pergis, aut immatura mors aut longa servitus manet.» Uxor deinde ac liberi amplexi, fletusque ob omni turba mulierum ortus et comploratio sui patriaeque fregere tandem virum. Complexus inde suos dimittit: ipse retro ab urbe castra movit. Abductis deinde legionibus ex agro Romano, invidia rei oppressum perisse tradunt, alii alio leto[1]

[=  Τότε οι γυναίκες συσπειρώθηκαν γύρω από τη Βετουρία, τη μητέρα του Κοριολανού και τη Βολουμνία τη σύζυγό του. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η πράξη αυτή ήταν απόφαση της Συγκλήτου ή απλώς συνέπεια του φόβου τους. Πάντως και παρά τις αντιξοότητες, κατάφεραν όλες τους – και μαζί μ’ αυτές η ηλικιωμένη Βετουρία και η Βολουμνία με τους δυο μικρούς γιους του Μάρκιου –  να πλησιάσουν το στρατόπεδο του εχθρού. Και καθώς οι άντρες αποδείχτηκαν ανίκανοι να προστατεύσουν τη Ρώμη, φάνηκε τελικά ότι οι γυναίκες τα κατάφεραν με τους θρήνους και τις ικεσίες τους. Μόλις έφτασαν, (οι φρουροί) ειδοποίησαν τον Κοριολανό ότι ένα μεγάλο σμάρι από γυναίκες είχε παρουσιαστεί μπροστά στο στρατόπεδο. Το μυαλό και τα μάτια του όμως παρέμεναν ασυγκίνητα παρά το μέγεθος της πομπής και τις εκκλήσεις τους. Φάνηκε ακόμη πιο ανάλγητος με τα δάκρυά τους. Τότε κάποιος φίλος του, που είχε αναγνωρίσει τη Βετουρία να στέκεται ανάμεσα στη νύφη και τα εγγόνια της και να θρηνεί σπαρακτικά, του είπε: «Αν δε με γελούν τα μάτια μου, η μάνα, η γυναίκα και τα παιδιά σου βρίσκονται εδώ». Τότε ο Κοριολανός πετάχτηκε μανιασμένα από το κάθισμά του κι έτρεξε να αγκαλιάσει τη μητέρα του. Εκείνη αμέσως άφησε το κλάμα και γεμάτη οργή του είπε: «Προτού σε αγκαλιάσω, άσε με να ξέρω μήπως είμαι εδώ αιχμάλωτη στο στρατόπεδο του εχθρού  ή ήρθα σα μάνα στο γιο μου. Σε τέτοιο σηµείο µε κατάντησε η µακροζωία και τα έρµα γερατειά µου, που να σε δω πρώτα εξόριστο και ύστερα εχθρό; Πώς µπόρεσες να ερηµώσεις αυτή τη χώρα που σε γέννησε και σε ανάθρεψε; Δε σου πέρασε η οργή τη στιγµή που πατούσες τα σύνορα της πατρίδας σου; Παρόλο που είχες φτάσει µε τόσο εχθρική και απειλητική διάθεση, γιατί, σαν είδες τη Ρώµη, δεν πέρασε αυτή η ιδέα από το µυαλό σου: «µέσα σε εκείνα εκεί τα τείχη βρίσκονται το σπίτι µου και οι θεοί µου, η µάνα, η γυναίκα και τα παιδιά µου»; Αν, λοιπόν, εγώ δε σε γένναγα, η Ρώµη δε θα βρισκόταν πολιορκηµένη· αν δεν είχα γιο, θα πέθαινα ελεύθερη σ’ ελεύθερη πατρίδα. Εγώ καμιά μεγαλύτερη ντροπή πια δεν µπορώ να πάθω κι ούτε θα είµαι τόσο δυστυχισµένη για πολύ ακόµα: αυτούς που βλέπεις όμως εδώ, αν συνεχίσεις, τους περιµένει ή πρόωρος θάνατος ή µακρόχρονη σκλαβιά». Ύστερα όταν σταμάτησε η Βετουρία, η γυναίκα και τα παιδιά του έπεσαν στην αγκαλιά του, ενώ θρήνοι και τα μοιρολόγια όλων των γυναικών για τη μαύρη μοίρα τη δική τους και της Ρώμης, τον έκαναν τελικά να αλλάξει γνώμη. Αγκάλιασε την οικογένειά του, τους έστειλε πίσω και απέσυρε τα στρατεύματα από την είσοδο της πόλης. Αφού μετακίνησε το στράτευμα των Βόλσκων έξω από τη ρωμαϊκή επικράτεια, λένε ότι ο Κοριολανός θανατώθηκε εξαιτίας της δυσαρέσκειας που προκάλεσε αυτή του η πράξη. Για τον τρόπο του θανάτου υπάρχουν διάφορες εκδοχές».

Η Βετουρία προβάλλεται ως πρότυπο ηθικής αρετής. Η γυναίκα αυτή υπήρξε το σύμβολο του υψηλού αισθήματος φιλοπατρίας. Ήταν μια γυναίκα ταγμένη στην υπηρεσία της Ρώμης. Μπροστά στο ιερό καθήκον για τη σωτηρία του κράτους αναγκάστηκε να συνθλίψει το μητρικό της ρόλο. Ήταν ωστόσο η μάνα που κατόρθωσε να φρονηματίσει το γιο, εκεί όπου οι εκκλήσεις των λοιπών πολιτών προς τον πατριωτισμό του είχαν αποτύχει[2].

Ο «Κοριολανός» ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1607. Εντάσσεται στη δεύτερη δημιουργική περίοδο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, τη «σκοτεινή», την «κατεξοχήν τραγική». Στη φάση αυτή συμπεριλαμβάνονται αριστουργήματα όπως ο «Άμλετ», ο «Βασιλιάς Ληρ», και ο «Μάκβεθ». Το έργο καταθέτει πολιτικό προβληματισμό, άρρηκτα συναρτημένο με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Πίσω από τη λυσσαλέα πάλη πατρικίων και πληβείων στη Ρώμη, ανιχνεύεται λανθάνων ο ανερχόμενος αστικός φιλελευθερισμός στην ελισαβετιανή Αγγλία του 16ου αιώνα και η διαμάχη του βρετανού μονάρχη με το κοινοβούλιο. Το έργο γράφεται σε μία περίοδο έντονων συγκρούσεων και πολιτικών ανακατατάξεων. Το αίτημα για εκσυγχρονισμό της βασιλείας και στροφή προς ένα πιο δίκαιο και αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης υπερισχύει. Ο ποιητής ακολουθεί τον Πλούταρχο τονίζοντας κυρίως το ρευστό πολιτικό πλαίσιο που καθορίζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Ο κεντρικός ήρωας δεν είναι μόνο έρμαιο των ασίγαστων παθών του, του εγωισμού, της αρχομανίας, της φιλοδοξίας του. Ο αριβισμός του υποδαυλίζεται από ένα πλήθος δόλιων συμβούλων και παρατρεχάμενων της εξουσίας. Αντιστοίχως ο λαός, όντας αμόρφωτος και ευήθης, παρασύρεται από κάθε δημαγωγό. Όπως εύστοχα έχει σημειωθεί «Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις, ο λαός που αρχίζει να βάζει σε κίνηση τη δύναμή του και το αρχοντολόγι, φοβισμένο από το ανάστημα που υψώνει ο λαός σαν πολιτικός παράγων, φαίνεται καθαρά στο έργο… Έξω από τα κύρια πρόσωπα, που όλα είναι ζωγραφισμένα με τη σαιξπηρική μαεστρία είναι στο έργο τούτο κι ένα άλλο πρόσωπο απρόσωπο, όχι τραγικό, κατά το νόημα που η μόνη λύση της σύνθεσής του είναι ο θάνατος, αλλά θλιβερό, αξιολύπητο το ίδιο: το απρόσωπο αυτό πρόσωπο είναι ο λαός: ο λαός σαν σύνολο, σαν κατάσταση και σαν οντότητα, ο ωκεανός απ’ όπου πηγάζει η ζωή, το ποτάμι που ξεκόβεται απ’ αυτήν την πρώτη ύλη και πλάθει τις μορφές, τις ξέχωρες και ξεχωριστές, τις πάνω από το «μέτρο»[3].

Στο Σαίξπηρ η ρήση της Βετουρίας (εδώ αναγράφεται πάλι ως Βολουμνία) οργανώνεται υποδειγματικά. Ο γυναικείος πρωταγωνιστικός ρόλος είναι πολυδιάστατος, σχεδόν ολιστικός. Δραματουργικά συνιστά ένα αριστοτέχνημα του διεθνούς ρεπερτορίου. Ο ποιητής επιστρατεύοντας την ψυχογραφική του δύναμη αξιοποιεί την παλέτα όλων των συναισθηματικών αποχρώσεων. Διαδοχικά σημαίνονται στο ρόλο η απελπισία, η οργή, η σκληρότητα αλλά και η στοργή, η εκλογίκευση καθώς και τα ηθικά διλήμματα, οι μεταπτώσεις και οι καταναγκασμοί:

Βολουμνία  

Κι αν μέναμε βουβές κι αμίλητες, τα ενδύματά μας

κι οι όψεις μας, όπως έχουν γίνει, θα φανέρωναν

τι ζωή κάναμε από τότε που εξορίστηκες·

στοχάσου ο ίδιος πόσο δύστυχες, επάνω απ’ όλες

τις ζωντανές γυναίκες, έχουμ’  έρθει εδώ·

που αντί, που σε είδαμε, τα μάτια μας να τρέξουν

χαρούμενα, οι καρδιές μας να χορέψουν εύθυμες,

κλαίμε και τρέμουμε από φόβο και καημό·

που βλέπουμε η μητέρα, η σύζυγος, το τέκνο

το γιο, το σύζυγο και τον πατέρα να ξεσκίζει

τα σπλάχνα της πατρίδας του. Κι η έχθρα σου είναι

για μας τις δόλιες τραγικότατη: μας εμποδίζεις

την προσευχή στους θεούς, παρηγοριά ολονών,

έξω από μας · γιατί πώς, αχ πώς να προσευχηθούμε

για την πατρίδα μας, καθώς μας λέει το χρέος μας,

και για τη νίκης σου, καθώς μας λέει το χρέος μας;

Αλίμονο ή αν χάσουμε ακριβή πατρίδα

που μας ανέθρεψε, ειδεμή εσένα, που είσαι

παρηγοριά μας μέσα στην πατρίδα. Θα μας βρει

σίγουρη συφορά κι αν πιάσει η δέησή μας

κι όποιο πλευρό κι αν κερδίσει· τι είτε θα σε σύρουν

σκλάβο ελεεινόν στα σίδερα μέσ’ απ’ τους δρόμους μας,

είτε θα σύρεις θριαμβευτής πατώντας πάνω

στα ερείπια της πατρίδας σου, δαφνοστεφανωμένος

γιατί έχυσες γενναία το αίμα της γυναίκας σου

και των παιδιών σου. Όσο για μένα, γιε μου, δε σκοπεύω

να καρτερώ να κρίνει η τύχη αυτόν τον πόλεμο:

αν δε σε πείσω μάλλον χάρη θα προσφέρεις

γενναία και στους δύο, παρά να επιδιώξεις

του ενός το τέλος, πριν πατήσεις την πατρίδα σου –

κι αυτό μην το αμφιβάλλεις, – θα περάσεις πάνω

από τον κόρφο της μητέρας σου που σ’ έφερε

στον κόσμο ετούτο. […]

Όχι, μη μας αφήνεις έτσι. Αν η χάρη

που σου ζητάμε ήταν να σώσεις τους Ρωμαίους,

με χαλασμό των Βόλσκων όπου υπηρετείς,

ε, τότε να καταδικάσεις πρέπει εμάς

που θέλουμε να σ’ ατιμάσουμε: όχι η αίτησή μας

είναι να τους φιλιώσεις: να μπορούν να ειπούν οι Βόλσκοι

«εμείς εδείξαμε έλεος» κι οι Ρωμαίοι «εμείς

δεχτήκαμε το έλεος». Κι απ’ τα δυο τα μέρη

να’ ναι για σένα δόξα και να σου φωνάξουν ζήτω

«ευλογημένος να’  σαι που ’καμες ειρήνη!».

Τρανέ μου γιε, το τέλος, ξέρεις, του πολέμου

αβέβαιο. Όμως βέβαιο τούτο: πως αν πάρεις

τη Ρώμη, θα’  χεις κέρδος σου ένα απαίσιο όνομα,

που όσες φορές το λένε θα το θάβουν

στ’ ανάθεμα: κι η ιστορία θα γράψει: «Ο άνθρωπος

ήταν γενναίος, μα τα’ σβησε στο τέλος όλα,

χάλασε την πατρίδα του, και τ’ όνομά του

με φρίκη το αναφέρουν οι κατοπινοί!»

Μίλα, παιδί μου, πάντα επόθησες ν’ ακούς

τους σπάνιους ήχους της τιμής, να μιμηθείς

τις χάρες των θεών· με κεραυνούς να σκίζεις

τα εχτεταμένα μάγουλα του αέρα, κι όμως

το βόλι της ριξιάς σου το πολύ να ξέσκιζε

καμιά βαλανιδιά. Γιατί δε μου μιλάς;

Θαρρείς είναι τιμή για έναν γενναίο άντρα

να μην ξεχνάει τ’ άδικο; Μίλησε κόρη μου:

δεν τον ενοιάζει αν κλαις. Εσύ παιδάκι, μίλησε:

μπορεί το παιδικό σου κλάμα να το συγκινήσει

περσότερο απ’ τη λογική μας. Δεν είναι άλλος

στον κόσμο πιο υποχρεωμένος στη μητέρα του·

κι όμως μ’ αφήνει εδώ να λέω σα φασουλής.

Δεν έδειξες ποτέ όσο ζεις στην ακριβή μητέρα

σου ούτε τόση καλοσύνη… […] Πες πως το αίτημά μου

δεν είναι δίκιο και σπιρούνισέ με πίσω:

μ’ αν είναι δίκιο, τότε εσύ δεν είσαι τίμιος

και θα σε τιμωρήσουν οι θεοί που αρνιέσαι

το χρέος σου σε μένα που’ ναι χρέος στη μάνα.

Γυρίζει αλλού. Γυναίκες, γονατίστε χάμω,

να τον ντροπιάσουμε. Το «Κοριολανός»

έχει περφάνια πιο πολύ, παρά συμπόνοια

στα παρακάλια μας. Στα γόνατα και τέλος·

τίποτα πια· και να γυρίσουμε στη Ρώμη

για να πεθάνουμε μαζί με τους γειτόνους μας.

Ε, όχι, κοίταξέ μας. Το παιδί που δεν μπορεί να ειπεί

κείνο που θα ’θελε, όπως γονατίζει και σηκώνει

τα χέρια του από συναδερφοσύνη, αυτό’ ναι

για το αίτημά μας δυνατότερο επιχείρημα

’πό τα δικά σου για ν’ αρνιέσαι. Ελάτε πάμε:

μητέρα του έχει Βόλσκα τούτος· η γυναίκα του είναι

στην Κοριόλη και τυχαία του μοιάζει ο γιος του.

Ε, διώξε μας: εγώ σωπαίνω ώσπου να ιδώ

τη Ρώμη μας στις φλόγες. Τότε θα μιλήσω,

κάτι να ειπώ. 

 

Κοριολανός (της πιάνει το χέρι χωρίς να μιλάει για λίγο)

Μητέρα μου, μητέρα! Τι έκανες; Για δες,

ανοίγει ο ουρανός, οι θεοί κοιτάζουν κάτω

και με την τερατώδη αυτή σκηνή γελάν.

Μητέρα μου, ω μητέρα! Κέρδισες μια νίκη

εύκολη για τη Ρώμη· μα για το παιδί σου,

ω πίστεψέ το, πίστεψέ το, αυτή σου η νίκη

θα’ ναι καταστροφή, ίσως κι ο θάνατός του…»[4].      

Η ρητορική της Βολουμνίας, αν και προϊόν απόγνωσης – ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό – είναι απαστράπτουσα. Αντικατοπτρίζει την περιπέτεια αλλά και το μεγαλείο της ύπαρξης. Οι συλλογισμοί παρατίθενται οργανωμένοι. Οι προκείμενες οδηγούν κατά τρόπο επαγωγικό σε εύλογα ή και ευλογοφανή συμπεράσματα. Δε διστάζει να μετέλθει και τα σοφίσματα κατά περίπτωση («Αν η χάρη που σου ζητάμε…τότε να καταδικάσεις πρέπει εμάς»). Κατορθώνει να κεντρίσει τη φιλοτιμία και το αίσθημα ευθύνης του κεντρικού ήρωα. Ως μητέρα γνωρίζει άριστα την ψυχολογία του γιου της και τον χειραγωγεί ανάλογα. Διαισθάνεται ότι η ενοχή θα κάμψει τελικά την υπερτροφική του φιλοδοξία. Πράγματι ο Κοριολανός παραδίδεται αμαχητί, αν και γνωρίζει ότι το μέλλον του προδιαγράφεται δυσοίωνο. Ο Σαίξπηρ θα προσδώσει στο ρόλο του Κοριολανού τραγικό μεγαλείο. Η πτώση του ήρωα προμηνύεται παταγώδης. Η μεγαλαυχία και η ματαιοδοξία θα τιμωρηθούν. Το συλλογικό αίτημα υπερκερνά την όποια ατομική παθογένεια.

Ο Μάρκιος εν κατακλείδι ήταν ένας απλοϊκός και πρωτόγονος στρατιώτης, ένας ανεπιτήδευτα θυμοειδής χαρακτήρας. Ο Αλκιβιάδης, όντας καλλιεργημένος, υπήρξε συνειδητά κακοήθης και ανειλικρινής. Άλλωστε η θελκτική προσωπικότητα δεν εξοβελίζει  κατ’ ανάγκη τη φυσική πανουργία. Ο άνθρωπος αυτός είχε έμφυτο ναρκισσισμό, λάτρευε ανήκεστα την αυτοεικόνα του. Ο πρώτος καταδικάστηκε από τους συμπολίτες του ενώ ήταν παρών στη Ρώμη και κατόπιν εξοντώθηκε από τους Βόλσκους. Ο δεύτερος επέλεξε να φυγαδευτεί στο αντίπαλο στρατόπεδο και καταδικάστηκε ερήμην[5].

Τα κλασικά κείμενα, καθώς «συνομιλούν» εν προκειμένῳ, καταθέτουν μία σπουδή πάνω στην ανθρώπινη νοοτροπία, όταν δοκιμάζεται στην άσκηση της εξουσίας. Καταγράφουν τη μικρονοϊκότητα, την εμπάθεια, τις ψυχικούς κραδασμούς. Στην αγυρτεία συχνά προσάπτεται η ανακολουθία και η φαυλότητα. Ο ηγέτης καταρχάς οφείλει να είναι αξιόπιστος· να έχει ηθική ακεραιότητα και να χαρακτηρίζεται από συνέπεια λόγων και έργων· να λαμβάνει πρωτοβουλίες και να πληρώνει το τίμημα άστοχων επιλογών· να διαθέτει αυτοπεποίθηση και υψηλή αυτοεκτίμηση, όχι όμως αλαζονεία· να διαθέτει κύρος και σοβαρότητα και να είναι σταθερός· να διαθέτει στιβαρότητα και αυτοπειθαρχία στην προσωπική του ζωή· να προτάσσεται τελικά ως αρχετυπικό μοντέλο. Στην παρούσα περίπτωση όμως σκιαγραφείται το ηγετικό αντιπρότυπο.  Τα βιογραφούμενα πρόσωπα χάνουν την αίσθηση του μέτρου, τυφλωμένα από τα πάθη και τις εμμονές τους. Η ισορροπία διαταράσσεται. Καταλήγουν δυστυχείς υπάρξεις, με άδοξο τέλος, επειδή ακριβώς δε διαθέτουν τον προσήκοντα αυτοσεβασμό.

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος – Θεατρολόγος

 Σημείωση Φαρέτρας: Το  4ο και τελευταίο  μέρος της εργασίας. 

———————————————————————————

[1]               Τίτος Λίβιος «Ab urbe condita» 2, 40. Το απόσπασμα «…ad hostem an ad filium venerimlonga servitus manet» με ελάχιστες τροποποιήσεις και υπό τον τίτλο «Η οργή της μάνας» (Lectio 43) συμπεριλαμβάνεται στο διδακτικό εγχειρίδιο «Λατινικά Λυκείου» (1983) των Μ. Πασχάλη και Γ. Σαββαντίδη, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα.

[2]               Βλ. σχετικά και J.P.V.D Baldson (1982) «Ρωμαίες γυναίκες – Η ιστορία και τα έθιμά τους», Μτφρ. Νίκος Πετρόχειλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα, σ. 33 κε. Η Σύγκλητος αναγνωρίζοντας την προσφορά των γυναικών στην πατρίδα αποφάσισε έκτοτε την ανέγερση στη Via Latina ενός ναού αφιερωμένου στη Fortuna Muliebris (στη Θεά Τύχη των Γυναικών).

[3]               Σαίξπηρ, Κοριολανός ό.π, σ. 12.

[4]              Σαίξπηρ, Κοριολανός ό.π, Πράξη πέμπτη, Σκηνή τρίτη. Η μετάφραση του Βασίλη Ρώτα, πιστή στο πνεύμα και το γράμμα του πρωτοτύπου, είναι πραγματική αναδημιουργία. Ο σπουδαίος θεατράνθρωπος μετρικά τηρεί το ρυθμό της σαιξπήρειου στίχου.

[5]               Πρβλ. τη σύγκριση ανάμεσα στους δύο άντρες που επιχειρεί ο Πλούταρχος στο τέλος των «Παράλληλων Βίων» του (Κεφάλαια 40–44).