Απόψεις

“Το αντιπρότυπο του ηγέτη ή… όταν συνδιαλέγονται τα κείμενα”(2) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Θουκυδίδης, Πλούταρχος, Τίτος Λίβιος, Σαίξπηρ

Ο Θουκυδίδης, με τη γνωστή πυκνότητα λόγου και ύφους που τον διακρίνει,  θα αναφέρει μόνο τόσα όσα είναι αναγκαία, για να σχηματίσει ο αναγνώστης επαρκή εικόνα για το πολιτικό ήθος του Αλκιβιάδη και την τριβή του με την εξουσία. Τα άλλα ενδεχομένως θεωρούνται επουσιώδεις ακριτομύθιες χωρίς ιστορικό ενδιαφέρον. Ο Πλούταρχος[1] όμως θα είναι περισσότερο διαφωτιστικός. Άλλωστε το βιογραφικό είδος επιδέχεται μεγαλύτερη ελευθεριότητα στην έκθεση των πληροφοριών και το συνολικό χειρισμό του υλικού. Το ανεκδοτολογικό στοιχείο δεσπόζει, προκειμένου να φωτιστεί πιο εντυπωσιακά ο ιδιωτικός βίος του βιογραφούμενου προσώπου[2]. Αναγνωστικά αλλά και παιδαγωγικά η βιογραφία κυμαίνεται ανάμεσα στη χρηστομάθεια και την ψυχαγωγία. Στο «Βίον» του Αλκιβιάδη θα συναντήσουμε προφανείς συσχετισμούς με τις αναφορές του Θουκυδίδη. Όμως εδώ αναπαράγεται σχεδόν η σκανδαλολογία της αρχαιότητας: «Αἱ δ᾽ ἱπποτροφίαι περιβόητοι μὲν ἐγένοντο καὶ τῷ πλήθει τῶν ἁρμάτων· ἑπτὰ γὰρ ἄλλος οὐδεὶς καθῆκεν Ὀλυμπίασιν ἰδιώτης οὐδὲ βασιλεύς, μόνος δὲ ἐκεῖνος. καὶ τὸ νικῆσαι δὲ καὶ δεύτερον γενέσθαι καὶ τέταρτον, ὡς Θουκυδίδης φησίν, ὁ δ᾽ Εὐριπίδης τρίτον, ὑπερβάλλει λαμπρότητι καὶ δόξῃ πᾶσαν τὴν ἐν τούτοις φιλοτιμίαν[3]…» [= Περίφημα ήταν και τα άλογα που εξέτρεφε και ο μεγάλος αριθμός αρμάτων που κατείχε· κανένας άλλος, ούτε ιδιώτης, ούτε βασιλιάς, παρά μονάχα αυτός μπόρεσε να κατεβάσει στην Ολυμπία εφτά άρματα. Και το ότι κέρδισε την πρώτη, τη δεύτερη και την τέταρτη νίκη μαζί (έτσι λέει ο Θουκυδίδης· ο Ευριπίδης όμως μιλά για πρώτη, δεύτερη και τρίτη νίκη) ξεπέρασε σε λαμπρότητα και δόξα οποιαδήποτε άλλη επίδοση σε αυτό το αγώνισμα]. Θα επισημάνει επίσης «…πολλὴν αὖ πάλιν τὴν τρυφὴν τῆς διαίτης καὶ περὶ πότους καὶ ἔρωτας ὑβρίσματα, καὶ θηλύτητας ἐσθήτων ἁλουργῶν ἑλκομένων δι᾽ ἀγορᾶς, καὶ πολυτέλειαν ὑπερήφανον, ἐκτομάς τε καταστρωμάτων ἐν ταῖς τριήρεσιν, ὅπως μαλακώτερον ἐγκαθεύδοι, κειρίαις, ἀλλὰ μὴ σανίσι, τῶν στρωμάτων ἐπιβαλλομένων, ἀσπίδος τε διαχρύσου ποίησιν οὐδὲν ἐπίσημον τῶν πατρίων ἔχουσαν,  ἀλλ᾽ Ἔρωτα κεραυνοφόρον, ἅπερ ὁρῶντες οἱ μὲν ἔνδοξοι μετὰ τοῦ βδελύττεσθαι καὶ δυσχεραίνειν ἐφοβοῦντο τὴν ὀλιγωρίαν αὐτοῦ καὶ παρανομίαν, ὡς τυραννικὰ καὶ ἀλλόκοτα […] ἐπιδόσεις γὰρ καὶ χορηγίαι καὶ φιλοτιμήματα πρὸς τὴν πόλιν ὑπερβολὴν μὴ ἀπολείποντα καὶ δόξα προγόνων καὶ λόγου δύναμις καὶ σώματος εὐπρέπεια καὶ ῥώμη μετ᾽ ἐμπειρίας τῶν πολεμικῶν καὶ ἀλκῆς πάντα τἆλλα συγχωρεῖν ἐποίει καὶ φέρειν μετρίως τοὺς Ἀθηναίους, ἀεὶ τὰ πρᾳότατα τῶν ὀνομάτων τοῖς ἁμαρτήμασι τιθεμένους, παιδιὰς καὶ φιλοτιμίας. οἷον ἦν καὶ τὸ Ἀγάθαρχον εἷρξαι τὸν ζωγράφον, εἶτα γράψαντα τὴν οἰκίαν ἀφεῖναι δωρησάμενον· καὶ Ταυρέαν ἀντιχορηγοῦντα ῥαπίσαι φιλοτιμούμενον ὑπὲρ τῆς νίκης· καὶ τὸ Μηλίαν γυναῖκα ἐκ τῶν αἰχμαλώτων ἐξελόμενον καὶ συνόντα θρέψαι παιδάριον ἐξ αὐτῆς.  καὶ γὰρ τοῦτο φιλάνθρωπον[4] ἐκάλουν· πλὴν ὅτι τοὺς Μηλίους ἡβηδὸν ἀποσφαγῆναι τὴν πλείστην αἰτίαν ἔσχε, τῷ ψηφίσματι συνειπών.[… ] οὕτως ἄκριτος ἦν ἡ δόξα περὶ αὐτοῦ διὰ τὴν τῆς φύσεως ἀνωμαλίαν[5]»

Ο Αλκιβιάδης σε νεαρή ηλικία

[= … ξαναήρθαν στην επιφάνεια η χαλαρή ζωή, η υβριστική συμπεριφορά στα μεθύσια και τους έρωτές του, η θηλυπρέπειά του με τα ενδύματα από γνήσια πορφύρα, που τα επιδείκνυε προκλητικά στην αγορά, η αλαζονική πολυτέλεια στη ζωή και όσα άλλα έπραττε: έβγαλε τα καταστρώματα από τις τριήρεις, για να κοιμάται πιο μαλακά, στρώνοντας να πέσει όχι πάνω σε σανίδια, αλλά σε ταινίες από ύφασμα, και στην ολόχρυση ασπίδα που παράγγειλε να του φτιάξουν δεν υπήρχε κανένα οικογενειακό έμβλημα αλλά ένας κεραυνοφόρος έρωτας, ζωγραφισμένος με τέτοιο τρόπο που οι καθωσπρέπει πολίτες όχι μόνο αποτροπιάζονταν και αγανακτούσαν αλλά φοβόντουσαν κιόλας την περιφρόνησή του στη σωστή τάξη και τις εκτροπές του σαν κάτι αλλόκοτο και αντιδημοκρατικό.[…] Οι προσφορές του στην πόλη, οι χορηγίες του, που εξαιτίας της φιλοδοξίας του ήταν πλουσιότατες, η φήμη των προγόνων του, και η ρητορική του δεινότητα, η ομορφιά του σώματος, η δύναμη και η αντοχή του στους πολέμους, συνυφασμένη με την πολεμική εμπειρία, έκαναν τους Αθηναίους να του συγχωρούν όλα τα άλλα και να τα δέχονται με επιείκεια, ονομάζοντας τα ανομήματά του με τον αθωότερο τρόπο που υπήρχε: παιχνίδια και αστεία ενός επιδεικτικού ανθρώπου. Τέτοιο παιχνίδι ήταν, ας πούμε, αυτό που έκανε στο ζωγράφο Αγάθαρχο, που τον κλείδωσε στο σπίτι του, ώσπου να το ζωγραφίσει, κι ύστερα τον πλήρωσε και τον άφησε να φύγει, ή όταν χαστούκισε τον Ταυρέα, από τον οποίο διεκδικούσε τη νίκη σε μια χορηγία, ή όταν συζούσε με μια γυναίκα, που την πήρε από τους Μηλίους αιχμαλώτους, κι έκανε μαζί της παιδί, που το μεγάλωσε ο ίδιος. Και αυτό το έλεγαν ανθρωπιά· όμως ο ίδιος συνηγόρησε δυστυχώς για την απόφαση των Αθηναίων να σκοτώσουν όλους τους νεαρούς Μηλίους, ένα έγκλημα, για το οποίο αυτός έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη.[…] Τόσο διχασμένη ήταν η κοινή γνώμη για τον Αλκιβιάδη, επειδή πραγματικά αυτός δεν ήταν μία συνηθισμένη και κανονική περίπτωση].

Σε πολιτικό επίπεδο ο Αλκιβιάδης υπήρξε γοητευτική προσωπικότητα. Παρά τις αντιφάσεις του – ίσως και χάρη σ’ αυτές – ήξερε να ελκύει τους πολίτες ιδίως των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων. Ο Πλούταρχος θα επισημάνει σχετικά ότι «…τοὺς δὲ φορτικοὺς καὶ πένητας οὕτως ἐδημαγώγησεν ὥστ᾽ ἐρᾶν ἔρωτα θαυμαστὸν ὑπ᾽ ἐκείνου τυραννεῖσθαι, καὶ λέγειν ἐνίους καὶ προσιέναι παρακελευομένους ὅπως τοῦ φθόνου κρείττων γενόμενος καὶ καταβαλὼν ψηφίσματα καὶ νόμους καὶ φλυάρους (= δημαγωγούς;) ἀπολλύντας τὴν πόλιν ὡς ἂν πράξῃ καὶ χρήσηται τοῖς πράγμασι, μὴ δεδιὼς τοὺς συκοφάντας[6]» [=  εξάλλου δημαγώγησε έτσι στον κατώτερο λαό και τους φτωχούς, που ήθελαν με έναν απίθανα βαθύ έρωτα να τους εξουσιάζει, και του έλεγαν μερικοί και τον προέτρεπαν πλησιάζοντάς τον, να παραμερίσει το φόβο και να γκρεμίσει ψηφίσματα και νόμους και τους φλύαρους, που καταστρέφουν την πόλη, και να δράσει και να πολιτευτεί χωρίς να φοβάται τους συκοφάντες].

Ο Πλούταρχος

Ο Πλούταρχος επιλέγει να αντιπαραβάλει ως βιογραφικό παράλληλο του Αλκιβιάδη την περίπτωση του Γάιου Μάρκιου. Η συστοιχία των δύο αντρών αναφορικά με την πολιτεία και τα έργα τους είναι προφανής. Ο φακός της ιστορικής αφήγησης στρέφεται εδώ στις αρχές του 5ου αιώνα πΧ, στο «λατινικό» παρελθόν της Ρώμης. Πρόκειται για την πρώιμη φάση της περιόδου της libera res publica. Ο Μάρκιος είναι γενναίος και αποφασιστικός. Σε νεαρή ηλικία θα διακριθεί για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Αρχικά περιβάλλεται, όπως και ο Αλκιβιάδης, από την εμπιστοσύνη και το θαυμασμό των συμπατριωτών του. Το 493 ως επικεφαλής των ρωμαϊκών στρατευμάτων σε αγώνα εναντίον των Βόλσκων θα κατορθώσει να καταλάβει τη στρατηγική πόλη Κορίολα. Έκτοτε θα λάβει και το προσωνύμιο Κοριολανός σε ανάμνηση αυτής της σημαντικής του επιτυχίας.

Ο βίος του Κοριολανού απηχεί τους κλυδωνισμούς και τις ανατροπές μιας ταραγμένης περιόδου. Το 494/3 πΧ θα σημειωθεί η πρώτη σοβαρή ρήξη μεταξύ πατρικίων και πληβείων. Το ταξικό χάσμα θα διευρυνθεί αγεφύρωτα προκαλώντας κοινωνική αναστάτωση και πολιτική ανισορροπία. Οι αντιθέσεις οξύνονται σε τέτοιο σημείο, ώστε να είναι αναγκαίος πλέον ο ιδεολογικός αναπροσανατολισμός. Απαιτείται αναπροσαρμογή, ώστε να επιμερίζεται πιο δίκαια η συμμετοχή των κοινωνικών στρωμάτων στην άσκηση της εξουσίας. Ως γνώμων τίθεται πάντα ο πολιτικός ορθολογισμός. Το ταξικό υπόβαθρο αυτής της αντιπαράθεσης μεταφέρεται από το βιογράφο με εντυπωσιακή ευκρίνεια. Οι φτωχοί πολίτες της Ρώμης, έχοντας λυγίσει από το βάρος των χρεών και την ασυδοσία των πλουσίων, καταφεύγουν έξω από την πόλη και εγκαθίστανται σε ένα λόφο, όπου «πράττοντες μὲν οὐδὲν βίαιον οὐδὲ στασιαστικόν, ἐκπεπτωκέναι δὲ τῆς πόλεως ὑπὸ τῶν πλουσίων πάλαι βοῶντες, ἀέρα δὲ καὶ ὕδωρ καὶ τόπον ἐνταφῆναι πανταχοῦ τὴν Ἰταλίαν αὐτοῖς παρέξειν, ὧν πλέον οὐδὲν οἰκοῦσι τὴν Ῥώμην ὑπάρχειν αὐτοῖς, ἀλλ’ ἢ τιτρώσκεσθαι καὶ ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τῶν πλουσίων στρατευομένοις[7]» [= χωρίς να προβούν σε καμία βιαιότητα ή επαναστατική πράξη αλλά φωνάζοντας ότι εδώ και καιρό οι πλούσιοι τους είχαν πετάξει έξω από την πόλη και πως η Ιταλία, όπου και αν βρεθούν, θα τους δώσει λίγο αέρα και νερό και ένα μέρος για να ταφούν, ενώ ζώντας στη Ρώμη δεν είχαν τίποτε άλλο να κερδίσουν, παρά να λαβώνονται και να πεθαίνουν στις εκστρατείες προς χάρη των πλουσίων». Η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν είναι οδυνηρή αλλά και επονείδιστη.

Οι Έλληνες: Όμηρος, ο ποιητής, Θουκυδίδης, ο ιστορικός, Αριστοτέλης, ο φιλόσοφος, Πλάτων, ο φιλόσοφος, Πλούταρχος, ο πατήρ της ιστορίας… – Τοιχογραφία από τη Μονή Μεγάλου Μετεώρου στα Μετέωρα της Θεσσαλίας (16ος αιώνας)

Η Σύγκλητος αναστατωμένη από τις εξελίξεις θα προσπαθήσει να εξομαλύνει την κατάσταση. Είναι θέμα ζωτικής σημασίας να εξακολουθεί το κράτος να λειτουργεί συγκροτημένα. Ειδάλλως θα παραμείνει εντός των ορίων της Ρώμης μία αριστοκρατία ευάριθμη και de facto άχρηστη. Οι πληβείοι τελικά υποχωρούν και επανέρχονται στη Ρώμη, έχοντας κατακτήσει ένα ουσιαστικό δικαίωμα στη δημοκρατική διακυβέρνηση του κράτους. Πρόκειται για την παγίωση του θεσμού των δημάρχων. Γίνεται ένα αποφασιστικό βήμα στην κατοχύρωση των λαϊκών συμφερόντων. Εκείνο που εντυπωσιάζει στην αφήγηση του Πλουτάρχου είναι οι μέθοδοι πειθώς, που επιστρατεύει ο Μενήνιος Αγρίππας ως εκπρόσωπος της άρχουσας τάξης. Προκειμένου να μεταπείσει τους πληβείους να επιστρέψουν, θα συμπεριλάβει στη φαρέτρα των επιχειρημάτων του και μία μυθική παραβολή: «προηγόρει δὲ Μενήνιος Ἀγρίππας, καὶ πολλὰ μὲν τοῦ δήμου δεόμενος, πολλὰ δ’ ὑπὲρ τῆς βουλῆς παρρησιαζόμενος, τελευτῶντι τῷ λόγῳ περιῆλθεν εἰς σχῆμα μύθου διαμνημονευόμενον. ἔφη γὰρ ἀνθρώπου τὰ μέλη πάντα πρὸς τὴν γαστέρα στασιάσαι καὶ κατηγορεῖν αὐτῆς, ὡς μόνης ἀργοῦ καὶ ἀσυμβόλου καθεζομένης ἐν τῷ σώματι, τῶν δ’ ἄλλων εἰς τὰς ἐκείνης ὀρέξεις πόνους τε μεγάλους καὶ λειτουργίας ὑπομενόντων· τὴν δὲ γαστέρα τῆς εὐηθείας αὐτῶν καταγελᾶν, ἀγνοούντων ὅτι τὴν τροφὴν ὑπολαμβάνει μὲν εἰς αὑτὴν ἅπασαν, ἀναπέμπει δ’ αὖθις ἐξ αὑτῆς καὶ διανέμει τοῖς ἄλλοις. «οὗτος οὖν» ἔφη «καὶ τῆς συγκλήτου λόγος ἐστὶν ὦ πολῖται πρὸς ὑμᾶς· τὰ γὰρ ἐκεῖ τυγχάνοντα τῆς προσηκούσης οἰκονομίας βουλεύματα καὶ πράγματα πᾶσιν ὑμῖν ἐπιφέρει καὶ διανέμει τὸ χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον[8]» [= Μίλησε πρώτος ο Μενήνιος Αγρίππας και παρακάλεσε τους πληβείους. Υπερασπίστηκε σε πολλά ζητήματα τη Σύγκλητο και στο τέλος του λόγου του χρησιμοποίησε και ένα μύθο, που συχνά μνημονεύεται: Όλα τα μέλη του ανθρώπου, είπε, ξεσηκώθηκαν εναντίον της κοιλιάς, πως είναι δηλαδή η μόνη που κάθεται άνεργη και δεν πληρώνει τίποτε, ενώ αυτά και μοχθούν πολύ και μεγάλες λειτουργίες εκτελούν για τις δικές της ορέξεις. Και η κοιλιά γέλασε με την κουταμάρα τους, γιατί αγνοούσαν ότι, αν δέχεται όλη την τροφή, είναι για να την ξαναστείλει πάλι και να τη μοιράσει στους άλλους. «Αυτά έχει να προσφέρει και η Σύγκλητος σε σας, πολίτες.», τους είπε, «Όλες τις αποφάσεις που λαμβάνονται εκεί και τους νόμους που ψηφίζει, τους στέλνει πίσω σε σας, μοιράζοντάς σας ό,τι είναι χρήσιμο και επωφελές»].

Γάιος Μάρκιος Κοριολανός

Ο Μάρκιος ανήκει στην τάξη των πατρικίων και θα αναδειχτεί στα ύπατα αξιώματα. Ιδιοσυγκρασιακά είναι παράφορος, ασταθής, παρορμητικός. Το θυμοειδές κραταιώνεται και εξοβελίζει τη λογική. Η αλαζονεία της νεότητας ενισχύει αυτήν την τάση: «Νέων δ’ ὡς ἔοικεν ἀνδρῶν ἐπιφάνεια καὶ τιμὴ τὰς μὲν ἐλαφρῶς φιλοτίμους φύσεις πρωιαίτερον παραγενομένη σβέννυσι, καὶ ἀποπίμπλησι ταχὺ τὸ διψῶδες αὐτῶν καὶ ἁψίκορον· τὰ δ’ ἐμβριθῆ καὶ βέβαια φρονήματα κινοῦσιν αἱ τιμαὶ καὶ λαμπρύνουσιν, ὥσπερ ὑπὸ πνεύματος ἐγειρόμενα πρὸς τὸ φαινόμενον καλόν. οὐ γὰρ ὡς μισθὸν ἀπολαμβάνοντες, ἀλλ’ ὡς ἐνέχυρον διδόντες, αἰσχύνονται τὴν δόξαν ἐγκαταλιπεῖν καὶ μὴ τοῖς αὖθις ἔργοις ὑπερβαλέσθαι. τοῦτο παθὼν καὶ ὁ Μάρκιος αὐτὸς αὑτῷ ζῆλον ἀνδραγαθίας προὔθετο, καινός τ’ ἀεὶ βουλόμενος εἶναι ταῖς πράξεσιν, ἀριστείαις ἀριστείας συνῆπτε καὶ λάφυρα λαφύροις ἐπέφερε, καὶ τοῖς προτέροις ἀεὶ τοὺς ὑστέρους ἡγεμόνας εἶχε [περὶ] τιμὰς τὰς ἐκείνου καὶ μαρτυρίας ἐρίζοντας ὑπερβαλέσθαι[9]» [= Γενικά η δημόσια προβολή και η τιμή στους νέους, καθώς έρχεται νωρίς, σβήνει την επιθυμία για δημιουργικότητα, όταν αυτή είναι επιπόλαιη, ικανοποιώντας γρήγορα τη δίψα και φέρνοντας εύκολο τον κορεσμό· αντίθετα, στους σοβαρούς και σταθερούς χαρακτήρες οι τιμές είναι παρακίνηση και κόσμημα, γιατί γίνονται ο άνεμος που αναρριπίζει το φρόνημά τους προς το καλό και το ανυψώνει. Οι άνθρωποι αυτοί με το να προσφέρουν τις τιμές ως ενέχυρο και να μην τις παίρνουν πίσω ως ανταμοιβή, ντρέπονται να προδώσουν την καλή γνώμη που έχουν οι άλλοι για αυτούς και να μην την ξεπεράσουν με νέα έργα. Αυτό έπαθε και ο Μάρκιος, που επέβαλε ο ίδιος στον εαυτό του ένα ζήλο ανδραγαθίας, και θέλοντας πάντα να ανανεώνεται πρόσθετε νέα κατορθώματα στα προηγούμενα και λάφυρα στα λάφυρα και νέοι κάθε φορά αρχηγοί συναγωνίζονταν τους προγενέστερους, ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στην επιβεβαίωση και την επιβράβευση της αρετής]. Η ψυχογραφική διεισδυτικότητα του Πλουτάρχου εδώ είναι αξιοσημείωτη. Υποβάλλει ως θεμελιώδες κίνητρο στη συμπεριφορά του βιογραφούμενου προσώπου το ζήλο (aemulatio) προς εαυτόν. Σημασία έχει βέβαια η ισόρροπη αντίστιξη, η σοφή αίσθηση του μέτρου. Ο πολιτισμός της ντροπής, που επενδύει θεωρητικά την κλασική σκέψη, επανέρχεται ως αξίωμα ευποιίας στον ιδιωτικό βίο – σε αντιδιαστολή προς το χριστιανική ηθική του πολιτισμού της ενοχής[10]. Η ομοιότητα του Κοριολανού με τον Αλκιβιάδη είναι ευανάγνωστη. Και οι δύο κάποια στιγμή θα μεθύσουν από την αλαζονεία, τη μεγαλομανία και τον εγωκεντρισμό[11]. Θα αντιληφθούν την εξουσία ως άθυρμα στα αδέξια χέρια τους, θα αυθαιρετήσουν και θα αντιμετωπίσουν το κράτος με ιδιοκτησιακή λογική. Αδυνατώντας να χειριστούν τα ιδιωτικά, θα καταλήξουν απειλητικοί και στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων. Κατατρύχονται από το σύμπλεγμα της ύβρεως. Όντας και οι δύο αυτοκαταστροφικοί, θα είναι ολέθριοι και στην άσκηση της εξουσίας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η διαλεκτική για την προσωπικότητα του ηγέτη στην ιστορία οδηγεί το Θουκυδίδη και τον Πλούταρχο σε σύγκλιση ιδεασμού.

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος – Θεατρολόγος

 Σημείωση Φαρέτρας: Το 3ο μέρος από τα τέσσερα της εργασίας θα αναρτηθεί το ερχόμενο Σάββατο 15 Απριλίου

————————————————————————————-

[1]               Πλούταρχος «Βίοι παράλληλοι: Γάιος Μάρκιος – Αλκιβιάδης», Μτφρ. Μιχάλης Μερακλής, Σειρά «Οι Έλληνες» 151, Εκδ. Κάκτος – Οδυσσέας Χατζόπουλος, Αθήνα 1993.

[2]               Αυτήν του την πρόθεση θα τη διευκρινίσει αιτιοκρατικά ο συγγραφέας ήδη από τα πρώτα κεφάλαια της βιογραφίας του Αθηναίου στρατηγού. Συγκεκριμένα θα τονίσει ότι «Τ δ θος ατο πολλς μν στερον, ς εκς ν πράγμασι μεγάλοις κα τύχαις πολυτρόποις, νομοιότητας πρς ατ κα μεταβολς πεδείξατο. φύσει δ πολλν ντων κα μεγάλων παθν ν ατ, τ φιλόνεικον σχυρότατον ν κα τ φιλόπρωτον, ς δλόν στι τος παιδικος πομνημονεύμασιν».(ό.π, κεφάλαιο 2) [= Ο χαρακτήρας του παρουσίασε αργότερα, όταν βρέθηκε σε μεγάλες περιπέτειες και πολύτροπες αντιξοότητες, πολλές ανισότητες και αντινομίες· και αυτό ήταν τότε ίσως επόμενο. Αλλά εκ φύσεως είχε μέσα του πολλά και μεγάλα πάθη. Πιο ισχυρό από όλα ήταν ωστόσο το πάθος της κυριαρχίας και της εξουσίας, όπως φαίνεται και από τα ανέκδοτα που διηγούνται για αυτόν από την παιδική του ηλικία]. Ο Αλκιβιάδης ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξος και επιδίωκε πάντα τη διακεκριμένη καταξίωση.

[3]               Πλούταρχος, «Αλκιβιάδης», ό.π, κεφάλαιο 11.

[4]              Ο Πλούταρχος (50 έως 120 μΧ περίπου) ζει στην εποχή, όπου η humanitas και η pietas συνθέτουν το ιδεώδες για τη χρηστή διοίκηση της αυτοκρατορίας. Η επιείκεια, η μετριοπάθεια και ο ανθρωπισμός αντανακλούν ιδεολογικό μετείκασμα. Ασφαλώς εδώ πρόκειται για ειρωνεία. Η αναλγησία των Αθηναίων απέναντι στους Μήλιους αιχμαλώτους, εμπερικλείει με όρους δραματικούς, όλα τα συστατικά της ύβρεως.

[5]               Πλούταρχος, «Αλκιβιάδης», ό.π, κεφάλαιο 16.

[6]              Πλούταρχος, «Αλκιβιάδης», ό.π, κεφάλαιο 34.

[7]               Πλούταρχος, «Γάιος Μάρκιος» ό.π, κεφάλαιο 6.

[8]              Πλούταρχος, Γάιος Μάρκιος ό.π, κεφάλαιο 6. Στην κλασική γραμματεία η χρήση των μυθικών ιστοριών με παραβολικό χαρακτήρα είναι συνήθης. Πρβλ. επί παραδείγματι τον «Πρωταγόρα» ή την αλληγορία του σπηλαίου στον Πλάτωνα. Στην προκειμένη περίπτωση προκαλεί αίσθηση ένα απόσπασμα από τα «Ἀπομνημονεύματα» του Ξενοφώντα (2, 7, 13–14) με ομόσημη θεματική: «Φασὶν, ὅτε φωνήεντα ἦν τὰ ζῶα, τὴν οἶν πρὸς τὸν δεσπότην εἰπεῖν: «Θαυμαστὸν ποιεῖς, ὅς ἡμῖν μὲν ταῖς καὶ ἔριά σοι καὶ ἄρνας καὶ τυρὸν παρεχούσαις οὐδὲν δίδως, ὅ,τι ἄν μὴ ἐκ τῆς γῆς λάβωμεν∙ τῷ δὲ κυνὶ, ὅς οὐδὲν τοιοῦτόν σοι παρέχει, μεταδίδῳς οὗπερ αὐτὸς ἐχεις σίτου». Φασὶν τὸν κύνα οὖν ἀκούσαντα εἰπεῖν: «Ναὶ μα Δία∙ ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ καὶ ὑμᾶς αὐτὰς σώζων, ὥστε μήτε ὑπ’ ἀνθρώπου κλέπτεσθαι, μήτε ὑπὸ λύκων ἁρπάζεσθαι∙ ἐπεὶ ὑμεῖς γε, εἰ μὴ ἐγὼ προφυλάττοιμι ὑμᾶς, οὐδ’ ἄν νέμεσθαι δύναισθε, φοβούμεναι μὴ ἀπόλησθε». Οὕτω δή λέγεται καὶ τὰ πρόβατα συγχωρῆσαι τὸν κύνα προτιμᾶσθαι» [=  Λένε πως,  όταν τα ζώα είχαν ανθρώπινη φωνή, είπε η προβατίνα στον τσομπάνο: Κάνεις κάτι παράδοξο, σ’ εμάς, αν και σου προσφέρουμε και μαλλί και αρνιά και τυρί, δε δίνεις τίποτε, (απ’) ό,τι κι αν κάθε φορά πάρουμε από τη γη. Με το σκύλο όμως, αν και τίποτε τέτοιο δε σου προσφέρει, μοιράζεσαι ακόμη και το ψωμί σου. Λένε, λοιπόν, ότι, όταν τα άκουσε αυτά ο σκύλος, τις είπε: Ναι, μα το Δία· γιατί εγώ είμαι αυτός που σας σώζει, ώστε να μη σας κλέβουν οι άνθρωποι και να μη  σας αρπάζουν οι λύκοι. Γιατί εσείς βέβαια, αν εγώ δε σας φυλάω, δε θα μπορείτε ούτε καν να βόσκετε, από το φόβο σας μη σας σκοτώσουν. Κι έτσι λένε ότι τα πρόβατα συμφώνησαν τελικά να έχει πλεονεκτικότερη θέση μέσα στο κοπάδι ο σκύλος].   

[9]              Διακειμενικά το χωρίο αυτό του Πλουτάρχου συσχετίζεται με όσα παρατηρεί ο Αριστοτέλης για τα ήθη των νέων («Ρητορική» 1389 a σε μετάφραση του Δ. Λυπουρλή): «Ομὲν οὖν νέοι τὰ ἤθη εἰσὶν ἐπιθυμητικοί, καὶ οἷοι ποιεῖν ὧν ἂν ἐπιθυμήσωσι. καὶ τῶν περὶ τὸ σῶμα ἐπιθυμιῶν μάλιστα ἀκολουθητικοί εἰσι τῇ περὶ τὰ ἀφροδίσια καὶ ἀκρατεῖς ταύτης, εὐμετάβολοι δὲ καὶ ἁψίκοροι πρὸς τὰς ἐπιθυμίας, καὶ σφόδρα μὲν ἐπιθυμοῦσι ταχέως δὲ παύονται (ὀξεῖαι γὰρ αἱ βουλήσεις καὶ οὐ μεγάλαι, ὥσπερ αἱ τῶν καμνόντων δίψαι καὶ πεῖναι), καὶ θυμικοὶ καὶ ὀξύθυμοι καὶ οἷοι ἀκολουθεῖν τῇ ὀργῇ. καὶ ἥττους εἰσὶ τοῦ θυμοῦ·» [= Οι νέοι λοιπόν – για να μιλήσουμε για τα επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα τους – έχουν έντονες επιθυμίες και είναι άξιοι να κάνουν αυτά που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες που σχετίζονται με το σώμα κυνηγούν κατά κύριο λόγο την ερωτική, και δεν έχουν τη δύναμη να ελέγξουν τον εαυτό τους εν σχέσει με αυτήν. Αλλάζουν εύκολα επιθυμίες και τις χορταίνουν γρήγορα: οι επιθυμίες τους είναι σφοδρές, ξεθυμαίνουν όμως γρήγορα γιατί η όρεξή τους για κάτι είναι έντονη, διαρκεί όμως λίγο, όπως ακριβώς η δίψα και η πείνα ―κάθε λίγο και λιγάκι― των αρρώστων. Παραφέρονται εύκολα, είναι ευέξαπτοι και ρέπουν στο να αφήνονται να παρασυρθούν από το θυμό τους. Δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στις παρορμήσεις τους·]. 

[10]             Πρβλ. E.R.Dodds (1978) «Οι Έλληνες και το παράλογο», μτφρ. Γ. Γιατρομανωλάκη, Καρδαμίτσας, Αθήνα· ιδίως το κεφάλαιο «Από τον πολιτισμό ντροπής στον πολιτισμό ενοχής», σελ. 41 κε.

[11]           Η ατέρμονη φιλοδοξία προσιδιάζει σε προσωπικότητες με οριακή συμπεριφορά. Σε πλείστες περιπτώσεις, όμως, οδηγεί σε ατοπήματα και εκτροπές ανεξέλεγκτες. Καθώς χάνεται το μέτρο, καταλήγει ίδιον της ύβρεως. Είναι γνωστό, επί παραδείγματι, το περιστατικό που διασώζει ο Πλούταρχος για το διάλογο ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον αβδηρίτη στοχαστή Ανάξαρχο, τον εταίρο του στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της ανατολής. Παραδίδεται λοιπόν ότι, σε συζήτησή τους, ο μεγάλος στρατηλάτης αναλύθηκε σε λυγμούς, όταν διαπίστωσε πως ενώ υπάρχουν πολλοί κόσμοι, αυτός δεν κατόρθωσε να κατακτήσει συνολικά ούτε έναν!… Πρβλ Πλούταρχος «’Ηθικά – Περί εθυμίας», 466D: «Τοιαύτην ὁ λογισμὸς εὐκολίαν καὶ μεταβολὴν ἐγγενόμενος ποιεῖ πρὸς ἕκαστον βίον. Ἀλέξανδρος Ἀναξάρχου περὶ κόσμων ἀπειρίας ἀκούων ἐδάκρυε, καὶ τῶν φίλων ἐρωτώντων ὅ τι πέπονθεν, «Οὐκ ἄξιον » ἔφη «δακρύειν, εἰ κόσμων ὄντων ἀπείρων ἑνὸς οὐδέπω κύριοι γεγόναμεν;» Αλλά και για την περίπτωση του Ιούλιου Καίσαρα μαρτυρείται κάτι ανάλογο. Ο ρωμαίος βιογράφος Σουητώνιος αναφέρει πως, όταν κάποτε ο Καίσαρας βρέθηκε στα Γάδειρα της Ισπανίας (το Κάδιθ, τη σημερινή πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας), βλέποντας έναν ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναστέναξε απογοητευμένος. Στην αντίστοιχη ηλικία ο Αλέξανδρος είχε κατακτήσει όλον τον κόσμο, ενώ ο ίδιος δεν είχε κάνει μέχρι τότε τίποτε το αξιόλογο… Βλ. σχετικά Suhetonius De vita CaesarumDivus Iulius” § 7. Πρβλ εν προκειμένω και το εξαιρετικό άρθρο του Alexei J. Zadorojnyi “Stabbed with large pens – Trajectories of literacy in Plutarch’s lives” στο The statesman in Plutarch works , Vol. II, Proceedings of the Sixth International Conference of the international Plutarch society, Nijmegen/Castle Hernen, May 1 – 5, 2002, Brill, Leiden – Boston, 2005. Πιθανόν να πρόκειται για μυθεύματα ή και παραφιλολογία. Πάντα η μυθοποίηση περιβάλλει τους εξέχοντες. Είναι ο στρατηγικός νους, η πολιτική βούληση, το κύρος και η παγκόσμια αναγνώριση, η λάμψη της ηγετικής φυσιογνωμίας. Άλλωστε – και μόνο υπό αυτό το πρίσμα οπτικής – Μέγας Αλέξανδρος ή Ιούλιος Καίσαρας δε θα υπάρξουν ξανά!