Απόψεις

“Τρία σακίδια δρόμος – Προσφύγων χρονικά” γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου

Παρά δέκα. Το ξυπνητήρι των διακοπών από μόνο του φαίνεται να χαμηλώνει την ένταση. Σε δέκα λεπτά έπρεπε να είμαι στο στρατόπεδο. Φυσικά το ραντεβού μου με τον υπεύθυνο των εκπαιδευτικών δράσεων του Υπουργείου για τους πρόσφυγες, εκεί στο στρατόπεδο, θα ήταν ένα ακόμη από εκείνα τα…  μεταχρονολογημένα.

Ένας αυτοσαρκασμός για την αργοπορία μου έκανε τα μάτια του να κλείσουν περισσότερο στην πρωινή αντηλιά.  Τα ίδια φωτεινά μελιά μάτια της συνοδού του χαμογέλασαν. Μεταξύ εκπαιδευτικών… ειλικρίνεια! Τα θέματα του χώρου απασχόλησης εκπαίδευσης των προσφύγων σε δυναμική εξέλιξη και συνεχείς ανατροπές. Η συζήτηση με τους δασκάλους αδιάκοπη.

Πέρασαν τρεις ώρες στο Κέντρο χωρίς να το καταλάβω, πάλι. Τρίτη μεσημέρι και φεύγω τρέχοντας να κάνω και μερικά ψώνια για το σπίτι. Στο δρόμο, στην έξοδο του στρατοπέδου  για τη Βέροια, εκεί στη  στάση της γραμμής των αστικών, ένα τσούρμο από πρόσφυγες. Τρίτη για το παζάρι σκέφτηκα και ίσα που πρόλαβα να σταματήσω, για να τους πάρω στο αμάξι μαζί μου ως τη Βέροια.

Μεγάλοι και παιδιά μού φάνηκαν αρκετοί  για να χωρέσουν όλοι. Το έλυσαν μεταξύ τους γρήγορα, καθώς έριξαν στο κάθισμα πίσω τα τρία μικρά σχολικά σακίδια, στριμωγμένα στις μαύρες σακούλες με τα ρούχα και τα παπούτσια – που πηγαινοφέρνω για τις αποθήκες-  έβαλαν τη μητέρα, στη θέση του συνοδηγού και τα δυο παιδιά με τον πατέρα, πίσω δίπλα από τα σακίδια. Οι άλλοι, κυρίως παιδιά, φίλοι έμειναν έξω.

Γρήγορες ματιές, για να ελέγξω, πάλι και πάλι την κίνηση των διερχόμενων αυτοκινήτων για την ασφαλή επιβίβαση, εκεί στην άκρη του δρόμου. Αυτά τα γυαλιστερά μάτια, μέσα από τον καθρέφτη παραείναι υγρά για να είναι από τη λάμψη του μεσημεριανού ήλιου. Δάκρυα;

Έστριψα για καλά το κεφάλι.  Η Νισρίμ, δίπλα μου, ένα λευκό πρόσωπο-καταγάλανα μάτια, να τρέχουν μέσα  από τη μαντήλα στο μαύρο πανωφόρι . Βαθιά αραβικά καστανά, του ηλιοψημένου άντρα της, πίσω  -ναι, υγρά με την έκφραση κάπου μακριά- πίσω ή μπρός; Και βαθυπράσινα,  τσακίρικα, μεγάλα, αστραφτερά πανέξυπνα, από εκείνα που δεν ξεχνάς, των δυο μικρών μαθητών μου, του Ουάλα και της Ριμ, το ίδιο.    Δάκρυα, …, χωρίς αμφιβολία ανάμεικτα του αποχωρισμού.  στα μάτια της οικογένειας που πήρε πάλι το δρόμο. Δάκρυα στα μάτια εκείνων που έμειναν πίσω να κοιτάζουν.

– Βέροια;  Επιβεβαιώνει ο πατέρας.

-Που πάτε; Αυτό το δρομολόγιο δεν είναι για το παζάρι της Τρίτης, αναρωτιέμαι!

-Αθήνα. Ραντεβού. Αθήνα… Γερμανία.

AppleMark

Το τιμόνι μου συνήθως το κρατά η σκέψη, εκείνη ξέρετε, που όλο κάπου της παραπέφτει, το …κοντέρ της. Το έσφιξα αυτή τη φορά γερά  στα χέρια μου και με την ταχύτητα σταθερή και την προσοχή τεταμένη, βρήκα από το χωριό της Αγίας Βαρβάρας. Αυτό το φορτίο για τα πρακτορεία για την Αθήνα, είναι  βαρύτιμο[1]. Έρχεται από μακριά και έχει ακόμη μακρύτερο και ακόμη πιο αμφίβολο δρόμο να διανύσει. Πώς θα ταξιδέψουν;  Που θα μείνουν στην Αθήνα;  Για πόσο;  Πότε θα πάρουν την άδεια της επανένωσης με την οικογένεια;  Μα οι επίσημες πληροφορίες μιλούν για διαδικασία που θα πάρει τουλάχιστον 8-9 μήνες, προς το παρόν, όπως υπογραμμίζει πάντα ο υπουργός  μεταναστευτικής πολιτικής!

Η πολυπόθητη συνέντευξη για την επανένωση με τα άλλα δυο παιδιά τους στη Γερμανία, μοιάζει να πλησιάζει. Καθρέφτες και αυτοκίνητο, … γυαλιστερά … ! Ο πατέρας κάτι λέει,

-…Γιουνάνι, τσούκραν … και μετά το έχασα. Η μάνα μεταφράζει.

…ευχαριστώ τους Έλληνες ανθρώπους και το στρατό….

Και τα παιδιά,

-Μην κλαις.

-Δεν κλαίω επαναλαμβάνω μέσα από τον καθρέπτη.

Σιωπή. Τους άφησα στα πρακτορεία. Ούτε για την ώρα του δρομολογίου για την Αθήνα δεν είχαν φροντίσει να μάθουν. Κατέβηκαν οι τέσσερις.

Δαμασκός – Βέροια – Αθήνα – Γερμανία… τρία σακίδια δρόμος.

9 Αυγούστου 2016

———————————————————–

[1] ‘βαρύτιμο”: τη λέξη την έγραψα πριν ακούσω σήμερα, ότι πλήρωσαν 3.500 ευρώ το άτομο…

(Σημείωση Φαρέτρας: Η Ελένη Παπαδοπούλου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ)