Σκίτσα Δημήτρης Γεωργοπάλης
Ξέρω αξιολογότατους ανθρώπους δίχως πτυχίο, την παρέα των οποίων επιζητώ. Φιλοσοφημένους, πανέξυπνους, με χιούμορ και ενσυναίσθηση
Δημήτρης Νανούρης
Τρόμαξα να πάρω πτυχίο! Σπεύδω να ξεκαθαρίσω εξαρχής πως εκλαμβάνω το διάβασμα ως διαδικασία περισυλλογής και ενδοσκόπησης η οποία δεν προκαλεί άγχη ή τρομώδη συναισθήματα πανικού. Τουλάχιστον όχι σε μένα. Όπως ήδη καταλάβατε, απέκτησα πανεπιστημιακό τίτλο δίχως να πολυδιαβάσω· τουλάχιστον όχι τα μαθήματα της σχολής. Δεν φοβόμουν επίσης μην πιαστώ στα πράσα να αντιγράφω, καθότι τυγχάναμε τρεις ταχύτητες μπροστά κι από τον πιο υποψιασμένο και σχολαστικό επιτηρητή.
Ιδιαζόντως επιμελείς, τρομάζαμε να φτιάξουμε «συνεργείο» αντιγραφής –ιδού ο μόνιμος βραχνάς μας–, αφού ουκ ολίγοι συμφοιτητές αδιαφορούσαν επιδεικτικά για την ατομική τους και τη συλλογική πρόοδο. Είχαμε το προνόμιο να μπούμε στα ΑΕΙ αμέσως μετά τις Καταλήψεις του ’79, τον ετεροχρονισμένο ελληνικό Μάη που έβαλε κυριολεκτικά φωτιά στα τόπια. «Το μόνο κόκκινο πανεπιστήμιο είν’ αυτό που καίγεται» ήταν το σύνθημα που φλόγιζε τις καρδιές μας. Οι στενόμυαλοι προσπαθούσαν να το εφαρμόσουν με κοκτέιλ βενζίνης σε στουπί. Οι πιο ψαγμένοι αμφισβητούσαμε την ιδεολογία και τη δομή της εκπαιδευτικής πυραμίδας, πασχίζοντας να δημιουργήσουμε ρωγμές στους συγκολλητικούς της αρμούς.
Τούβλα δεν είμαστε, ούτε φυγόπονοι. Κάθε άλλο! Αντιμετωπίζαμε τις αντιγραφές σαν οιονεί πολιτική στάση· ένα είδος πρώιμου ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς – αν εννοείτε! Και τις είχαμε αναγάγει σε υψηλή τέχνη, σε προηγμένη επιστήμη. Γίναμε δηλαδή επιστήμονες πολύ πριν αποκτήσουμε τίτλο ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό. Οι υψηλές βαθμολογίες που συγκέντρωσαν κάμποσοι από τους μυημένους στο κόλπο τούς εξασφάλισαν υποτροφίες για μεταπτυχιακά και διδακτορικά.
Λυγάμενοι σεινάμενοι, διακρίνονται σήμερα ως πανάξιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Μαθαίνω πως ένας από δαύτους έχει εξελιχθεί σε απηνή διώκτη των αντιγραφέων και άκρως αποτελεσματικό, παρεμπιπτόντως, αφού έχει εντρυφήσει επί μακρόν στις μεθόδους τους. Δεν συγκαταλέγομαι στους σπασίκλες που κορνιζάρουν τα πτυχία τους στο σαλόνι. Το γραφείο μου κοσμεί ευμέγεθες το γνωστό πορτρέτο του Αρη, χαρισμένο με αφιέρωση από τον ίδιο τον Σπύρο Μελετζή.
Ουδέποτε χρειάστηκα, άλλωστε, το παλιόχαρτο του ΕΚΠΑ κι ας αποτελεί ακατάλυτο εθνικό ταμπού. Ο δημοσιογραφικός κλάδος δεν προϋπέθετε βαρύγδουπους τίτλους σπουδών στον καιρό μου. Οι εφημερίδες αφ’ εαυτές αποτελούσαν το μόνο ενδεδειγμένο πανεπιστήμιο και μάλιστα με απαιτητικό σύστημα καθημερινών εξετάσεων στο οποίο δεν χωρούσαν αντιγραφές. Την πάτησα εν ολίγοις σαν αρχάριος και πιάστηκα στο δόκανο αυτοβούλως. Ξέρω αξιολογότατους ανθρώπους δίχως πτυχίο, την παρέα των οποίων επιζητώ. Φιλοσοφημένους, πανέξυπνους, με χιούμορ και ενσυναίσθηση· έξω καρδιά. Ο Μακάριος Λαζαρίδης πέρασε μίλια μακριά και δεν ψυλλιάστηκε το παραμικρό.
Ιδιώτης με την αρχαιοελληνική και την αγγλική σημασία της λέξης, νόμισε πως ένας τίτλος πανεπιστημίου, κατά προτίμηση του εξωτερικού, δίνει αξία σε άτομα της δικής του ευφυΐας και κοσμοαντίληψης. Φρόντισε, λοιπόν, να αγοράσει κάτι σαν ενδεικτικό από Κέντρο Ελευθέρων Σπουδών που συνεργάζεται με αμφιλεγόμενο βρετανικό ΑΕΙ, θολώνοντας με τη μελάνη του σαν σουπιά τα νερά. Αλλά ο ηλίθιος όσα πτυχία και να ’χει, ακόμα και έγκυρα, παραμένει ηλίθιος. Ο Λαζαρίδης θέλησε να παραστήσει τον βλάκα με περικεφαλαία. Και τα κατάφερε μια χαρά.
–
















































