“Γιάννης Ρίτσος: Ο κόκκινος δρόμος της ζωής και της ποίησης” / γράφει ο Γρηγόρης Τραγγανίδας
Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα 11 Νοεμβρίου του 1990. Η Φαρέτρα τιμώντας τη μνήμη του αναδημοσιεύει παλιότερο αφιέρωμα του Ριζοσπάστη στον μεγάλο ποιητή.
Βιογραφικές «ψηφίδες» μιας μεγάλης πορείας

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στις 14/5/1909 (1/5 με το παλιό ημερολόγιο) στη Μονεμβασιά της Λακωνίας, σε αρχοντική οικογένεια, τέταρτος και τελευταίος γόνος του Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του «μπολιάζονται» από την επαφή με τη φύση, τις λαϊκές ιστορίες και τα πανηγύρια που τον φέρνουν σε επαφή με τον πλούτο της παράδοσης του λαού μας. Τελειώνει το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μονεμβασιά και το Γύθειο. Το 1921 χάνει την αγαπημένη μητέρα και τον αδελφό του από φυματίωση.
Το 1925 «ανηφορίζει» στην Αθήνα, σε μια πόλη που αρχίζει να γιγαντώνεται από τη φτωχή αγροτιά που εγκαταλείπει τη γη της, με πολύ νωπές τις συνέπειες της Μικρασιατικής καταστροφής και με τη δικτατορία του Πάγκαλου «προ των πυλών». Πιάνει δουλειά ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Γράφεται στη Νομική Σχολή, χωρίς να φοιτήσει ποτέ και εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκάριου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.
Ήδη έχει προσβληθεί από φυματίωση και το 1927 εισάγεται στο «Σωτηρία». Τα τρία χρόνια που θα μείνει εκεί θα είναι καθοριστικά για τη συγκρότηση του ιδεολογικού προσανατολισμού του ποιητή. Μαρξιστές και προοδευτικοί διανοούμενοι, στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που επίσης νοσηλεύονται, θα τον μυήσουν στον Μαρξ και τον Λένιν. Εκεί γνωρίζεται με την Μαρία Πολυδούρη.
Ο Ρίτσος αρχίζει ήδη να διαμορφώνει τη στάση του ως ποιητής, όχι κλεισμένος στον «πύργο» του, αλλά ετεροκαθοριζόμενος από τον πόνο και την αδικία που βιώνει και βλέπει γύρω του.
Το 1934 είναι σημαδιακή χρονιά για τον Ρίτσο. Σε μια σχεδόν σημειολογική συγκυρία που πραγματώνει το όραμά του για την ποίηση και την Επανάσταση, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Τρακτέρ» και γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ενώ αρχίζει η συνεργασία του με τον «Ριζοσπάστη». Εχει ορίσει πλέον την προσωπική του «ρότα» που θα τον «ταξιδέψει» μέχρι το τέλος. «Από κει και πέρα η ζωή του ήταν ένας συνεχής αγώνας για την κοινωνική δικαιοσύνη, για την ανεξαρτησία, την ελευθερία», όπως είπε σε συνέντευξή της στον «Ρ» (Οχτώβρης 1995) η σύζυγός του, Φαλίτσα. Και ο ίδιος, στον «Ριζοσπάστη»: «Γιατί έγινα κομμουνιστής; Για ό,τι γίναμε όλοι μας. Γιατί διαπιστώσαμε ότι υπάρχει αδικία, εκμετάλλευση, καταπίεση και σαν άνθρωποι αντιστεκόμαστε (…) Γιατί έμεινα: (…) Το να έφευγα απ’ τον κομμουνισμό, ήταν σα να έφευγα από την πατρίδα μου, σα να έφευγα απ’ τη ζωή, σα να έφευγα από τον κόσμο. Σα να μην ήμουν πια τίποτα».

Το 1935 εκδίδει τη συλλογή «Πυραμίδες».
Το 1937 νοσηλεύεται και πάλι, ενώ γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Μια σημαντική αναγνώριση της λογοτεχνικής του αξίας έρχεται όταν δημοσιεύεται «Το τραγούδι της αδελφής μου» (εμπνευσμένο από την αδελφή του Λούλα, η οποία είχε εισαχθεί στο Δαφνί) με τον Παλαμά να λέει το περίφημο: «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».
Αυτό που για άλλους θα ήταν έργο ζωής και θα τους εξασφάλιζε ένα σημαντικό κεφάλαιο στη νεοελληνική ποίηση, για τον Ρίτσο δεν ήταν παρά η αρχή. Γιατί η ποίηση γι’ αυτόν δεν ήταν «ενασχόληση», αλλά η ανάσα του.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.
Το 1940 και η έναρξη του πολέμου για την Ελλάδα βρίσκει τον ποιητή κατάκοιτο. Λίγους μήνες πριν την επίθεση της φασιστικής Ιταλίας έχει κυκλοφορεί «Το εμβατήριο του ωκεανού». Φυσικά, τίποτα δεν είναι ικανό να βγάλει τον Ρίτσο εκτός μάχης. Οργανώνεται στο ΕΑΜ και εντάσσεται στο μορφωτικό τμήμα του. Στο σπίτι του συνεδριάζει η Κομματική Οργάνωση των Διαφωτιστών και συνεργάζεται με την Ηλέκτρα Αποστόλου. «(…) με τούτη τη στάχτη της Ηλέκτρας, με τούτη τη φλόγα της Ζόγιας, έτσι θα σας νικήσουμε (…)».
Εξακολουθεί να γράφει πυρετωδώς. Αμείωτη βαίνει η συνεργασία του με τον παράνομο αντιστασιακό Τύπο. Η «Δοκιμασία» λογοκρίνεται από τους κατακτητές. Εχει ήδη αρνηθεί ευγενικά, το 1942 και με την πείνα να θερίζει την Αθήνα, τον έρανο υπέρ του, μετά από δημοσίευμα στην «Ακρόπολη» σχετικής έκκλησης του ηθοποιού Στέλιου Βόκοβιτς στο πλαίσιο χρονογραφήματος του Α. Λιδωρίκη. Αντίθετα, ο ποιητής ζητά, η όποια βοήθεια να δοθεί στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και να μοιραστεί ακριβοδίκαια στους λογοτέχνες που έχουν ανάγκη.

Η υποχώρηση του ΕΛΑΣ τον Δεκέμβρη του ’44 από την Αθήνα βρίσκει μια ομάδα καλλιτεχνών, μεταξύ αυτών και τον Ρίτσο, να μεταβαίνει στην επαρχία. Συνάντηση με τον Αρη Βελουχιώτη στα Τρίκαλα. Οργανώνονται θίασοι και οι καλλιτέχνες χρεώνονται με το καθήκον της συγγραφής έργων. Μέσα σε μια βδομάδα ο Ρίτσος γράφει το μονόπρακτο «Η Αθήνα στ’ άρματα». Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φλεβάρης 1945) επιστρέφει στην Αθήνα. Εκδίδει το ποίημα «Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης». Εχει καθοδηγητικό καθήκον στο καλλιτεχνικό τμήμα της ΕΠΟΝ.
Τον Ιούλη του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Λήμνο. Το 1949 μεταφέρεται στο κολαστήρι της Μακρονήσου. Γράφει και ζωγραφίζει όπου και όπως μπορεί: Σε πέτρες, ξύλα, κόκαλα ζώων. Σύντροφοί του όπως ο Μάνος Κατράκης βοηθούν στο κρύψιμο της δημιουργίας του ποιητή. Υποτροπιάζει η φυματίωση, αναγκάζονται να τον απολύσουν βαριά άρρωστο, αλλά σύντομα τον ξαναστέλνουν στη Μακρόνησο και στη συνέχεια στον Αη-Στράτη. Γράφει το «Γράμμα στον Ζολιό-Κιουρί» και καταφέρνει να το στείλει στο εξωτερικό, όπου βρίσκει πλατιά απήχηση. Δημιουργοί όπως ο Αραγκόν, ο Νερούντα, ο Πικάσο κ.ά. δημιουργούν εκείνες τις συνθήκες πίεσης στο καθεστώς της Ελλάδας, ώστε το 1952 ο Ρίτσος απελευθερώνεται από τον Αη-Στράτη, χωρίς να υπογράψει δήλωση. Αντίθετα, υπογράφει αριστουργήματα όπως το «Ημερολόγιο Εξορίας» και το «Καπνισμένο Τσουκάλι», τον «Πέτρινο Χρόνο» και τις «Γειτονιές του κόσμου».
Εκλέγεται στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ. Γράφει το ποίημα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», αμέσως μετά την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του.
Το 1954 παντρεύεται τη γιατρό Φαλίτσα Γεωργιάδου. Ένα χρόνο μετά γεννιέται η Ελευθερία (Ερη).
Το 1956 δημοσιεύεται η ποιητική σύνθεση «Η σονάτα του σεληνόφωτος», η πρώτη της «Τέταρτης Διάστασης». Αποσπά το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης και μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει με άλλους διανοούμενους στην ΕΣΣΔ, μετά από πρόσκληση της τελευταίας. Το ταξίδι στην πρώτη σοσιαλιστική «πατρίδα» ήταν για κάθε κομμουνιστή – και μάλιστα εκείνη την εποχή – ευλόγως και πολλαπλώς σημαντικό. Πολύ περισσότερο για έναν κομμουνιστή ποιητή.
Την επόμενη χρονιά το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», στο πλαίσιο αφιερώματος για τα 40 χρόνια από την Επανάσταση του Οχτώβρη, δημοσιεύει τη μετάφραση του Ρίτσου στους «Δώδεκα» του Αλεξάντρ Μπλοκ. Λίγους μήνες μετά, το Φλεβάρη του 1958, ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος και ο Αυγέρης διώκονται, με αφορμή τα κείμενά τους στο αφιέρωμα του περιοδικού. Ξεκινάει νέα «εκστρατεία» υπεράσπισης του Ρίτσου εντός και εκτός Ελλάδας και το Μάη το καθεστώς εξαναγκάζεται σε νέα υπαναχώρηση. Την ίδια χρονιά ταξιδεύει σε Ρουμανία και Βουλγαρία. Τα ταξίδια στις σοσιαλιστικές χώρες θα πυκνώσουν τα επόμενα χρόνια.

Την ίδια περίοδο, θα λάβει χώρα μια συνάντηση που θα σημαδέψει ανεξίτηλα τα ελληνικά γράμματα και τη μουσική, αλλά και τη μετέπειτα δημιουργική και προσωπική πορεία του ποιητή και του Μίκη Θεοδωράκη. Το 1959 ο τελευταίος κυκλοφορεί μελοποιημένο τον «Επιτάφιο» και την επόμενη χρονιά ξεκινά επεισοδιακή περιοδεία σε όλη τη χώρα.
Το 1961 στη Ρουμανία γνωρίζεται προσωπικά με τον μεγάλο Τούρκο ποιητή, Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου την ποίηση ο Ρίτσος ήδη γνώριζε. Το 1963 θα τρέξει στη Θεσσαλονίκη, κοντά στον ετοιμοθάνατο Γρηγόρη Λαμπράκη, από τη δολοφονική επίθεση του παρακράτους. Το 1964 τον βρίσκει υποψήφιο της ΕΔΑ, ενώ το 1966 ταξιδεύει στην Κούβα.
Μέχρι τότε έχουν κυκλοφορήσει πολλά έργα του, μεταξύ αυτών: «Χρονικό», «Αποχαιρετισμός», «Μακρονησιώτικα», («Πέτρινος χρόνος»), «Οι γειτονιές του κόσμου», «Υδρία», «Χειμερινή διαύγεια» (1957), «Οταν έρχεται ο ξένος», η «Ανυπόταχτη πολιτεία», «Η αρχιτεκτονική των δέντρων», «Πέρα απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών» (1958), «Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα», το θεατρικό «Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα» (1959), «Το παράθυρο», «Η γέφυρα» (1960), δύο τόμοι από τα «Ποιήματα», «Ο Μαύρος Αγιος», «Ανθολογία Ρουμάνικης Ποίησης» (1961). Την ίδια χρονιά στο «Νέο θέατρο» ανεβαίνει από τον Μίκη Θεοδωράκη ο «Επιτάφιος». 1962: «Το νεκρό σπίτι», «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού». 1963: «Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες», «12 ποιήματα για τον Καβάφη», «Μαρτυρίες» (σειρά πρώτη), «Ποιήματα» του Αττίλα Γιοζέφ (μετάφραση Νικηφόρου Βρεττάκου – Γιάννη Ρίτσου). Το 1964 κυκλοφορούν τα «Ποιήματα» του Μαγιακόφσκι, με πρόλογο και απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Την ίδια χρονιά εκδίδεται ο τρίτος τόμος των απάντων του («Ποιήματα») και τα «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού». 1965: «Φιλοκτήτης». 1966: «Ρωμιοσύνη», «Το δέντρο» του Ερεμπουργκ με πρόλογο και απόδοση του Γιάννη Ρίτσου, «Μαρτυρίες» (σειρά δεύτερη), «Ορέστης», «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών», «Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος» του Νικόλας Γκιλλιέν (σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου). Κυκλοφορεί η «Ρωμιοσύνη» από τον Μίκη Θεοδωράκη. 1967: «Οστράβα».

Με την επιβολή της χούντας το 1967 συλλαμβάνεται από τους πρώτους και βρίσκεται μεταξύ των χιλιάδων κρατουμένων στον Ιππόδρομο. Πριν, έχει αρνηθεί να φύγει και να κρυφτεί όπως τον καλούσαν οι φίλοι του. Εξορίζεται αρχικά στη Γυάρο και αργότερα στη Λέρο. Από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του ξεσηκώνεται νέο κύμα συμπαράστασης από ξένους διανοούμενους. Ηδη λίγες μέρες μετά την έναρξη της χούντας και τη γνωστοποίηση της σύλληψης του ποιητή, Γάλλοι συγγραφείς δημοσιεύουν ανοιχτή επιστολή προς τους πραξικοπηματίες με αίτημα την απελευθέρωσή του.Το 1968 μεταφέρεται στην Αθήνα, στον «Αγιο Σάββα», μετά από αιματουρία. Χειρουργείται ξαναστέλνεται στη Γυάρο και λίγο αργότερα στη Σάμο, όπου τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα» που μεταφράζεται και εκδίδεται. Αργότερα «φυγαδεύει» τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», τα οποία μελοποιεί ο Μίκης Θεοδωράκης και τα παρουσιάζει σε συναυλίες στο εξωτερικό. Ξεσηκώνεται νέο διεθνές κίνημα συμπαράστασης, με αποτέλεσμα να αρθεί ο περιορισμός το 1970 οπότε έρχεται στην Αθήνα και ξαναμπαίνει στο χειρουργείο. Τον Γενάρη τον καλούν στην Αγγλία, σε ένα ποιητικό συνέδριο. Ο Παττακός φωνάζει τον Ρίτσο και του λέει ότι μπορεί να πάει με τη δέσμευση να μην πει τίποτα εναντίον του καθεστώτος. Ο Ρίτσος αρνείται λέγοντας ότι είναι αδύνατο να μη μιλήσει για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Τον ξαναστέλνουν στη Σάμο. Το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας Λογοτεχνών και Επιστημών Μάιντς της Δ. Γερμανίας.
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων. Μέχρι τότε και λόγω της άρσης της λογοκρισίας σε μια προσπάθεια του καθεστώτος να προβάλλει διαφορετικό «προφίλ» δημοσιεύεται «Ο αφανισμός της Μήλος» (1971). 1972: «Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα», «Η Ελένη», «Χειρονομίες», «Τέταρτη Διάσταση», «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», «Χρυσόθεμις», «Ισμήνη». 1973: «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», «Διάδρομος και σκάλα», «Γκραγκάντα», «Σεπτήρια και δαφνηφόρια». 1974: «Καπνισμένο τσουκάλι», «Υμνος και θρήνος για την Κύπρο», «Κωδωνοστάσιο», «Μελετήματα», «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη», «Χάρτινα».
Η μεταπολίτευση θα φέρει την ποίησή του και τον ίδιο τον Ρίτσο ακόμη πιο κοντά στο λαό, ο οποίος τον τιμά όπως αξίζει σε έναν ποιητή «σπλάχνο από το σπλάχνο του». Παράλληλα, η ποιητική του αξία και η στάση ζωής του αναγνωρίζονται σε όλο τον κόσμο και όχι μόνο από τις μεταφράσεις που πληθαίνουν σε πάρα πολλές γλώσσες. Το 1975 του απονέμεται στη Σόφια το βραβείο «Γκεόργκι Ντιμιτρόφ», αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του απονέμεται το Μέγα Γαλλικό Βραβείο Ποίησης «Αλφρέ ντε Βινύ» και προτείνεται για το Νόμπελ. Γράφει και δημοσιεύει συνεχώς. Το 1976 του απονέμονται δύο διεθνή βραβεία ποίησης στην Ιταλία. Το 1977 απαγγέλλει στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ το ποίημα «Τα παιδιά της ΚΝΕ». «Στιγμή, απ’ αυτές που δεν ξεχνιούνται, όταν τα μεγάφωνα ανάγγειλαν: “η τιμή σου, τιμή μας ποιητή”, τιμή μας που είσαι δίπλα μας μεγάλε ποιητή του λαού μας Γιάννη Ρίτσο! Κι απλώθηκε ύστερα στα πλήθη μια σιωπή… Σιωπή γεμάτη αγάπη, σιωπή γεμάτη περηφάνια (…)» διαβάζουμε στο σχετικό ρεπορτάζ του «Ρ» της εποχής.
Τιμάται στην ΕΣΣΔ με το διεθνές βραβείο «Λένιν» για την Ειρήνη. 1978: Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ (Αγγλία).
1979: Αναγορεύεται επίτιμος δημότης Λευκωσίας, του απονέμεται το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης για τον Πολιτισμό, από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης και το παράσημο της «Φιλίας των Λαών» της ΕΣΣΔ.
1983: Μέλος της Επιτροπής Απονομής του βραβείου «Λένιν». 1984: Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου «Καρλ Μαρξ» της Λιψίας (ΓΛΔ). Το 1985 αποσπά νέες βραβεύσεις σε Ιταλία και Γιουγκοσλαβία.
Ολο αυτό το διάστημα συμμετέχει σε πλήθος εκδηλώσεων στην Ελλάδα, απαγγέλλει, συζητά με τον κόσμο, γίνεται επίτιμος δημότης πολλών πόλεων. Πάντα γράφει και δημοσιεύει. Το 1986 του απονέμεται το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ, μετάλλιο από το Εθνικό Νομισματοκοπείο Γαλλίας και το Διεθνές Βραβείο «Λυτές». 1987: Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας και του απονέμεται το χρυσό μετάλλιο του Δήμου Αθηναίων.
1989: Του απονέμεται ο μεγάλος Αστέρας της «Φιλίας των Λαών» στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και το μετάλλιο ειρήνης «Γρηγόρη Λαμπράκη» της ΕΕΔΥΕ.
Το 1990 του απονέμεται το μετάλλιο «Ζολιό-Κιουρί», ανώτατη διάκριση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης. Στις 11 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου, ο κομμουνιστής ποιητής, ο άνθρωπος που ταύτισε τη ζωή του με την ποίηση και την Επανάσταση, ο αγωνιστής που δεν πρόδωσε στιγμή το Κόμμα και τις αξίες του, «φεύγει». Η εργατική τάξη που αποτέλεσε τη «Μούσα» του, η νεολαία, ο λαός, τον αποχαιρετά. Ενταφιάζεται στη γενέτειρά του, τη Μονεμβασιά, λίγες μέρες μετά…
«Ο Γιάννης Ρίτσος ταυτίστηκε με ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η νεώτερη Ελλάδα (…)», θα πει ο Χαρίλαος Φλωράκης…















































































































