Γράμματα & Τέχνες

Μαριάννα Κατράκη. “Στο φως και τη σκιά της Βάσως Κατράκη” / συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

“Μ’ ενδιαφέρει να ‘ρθω σε όσο γίνεται πληρέστερη επικοινωνία με τους ανθρώπους, να μιλήσω με τη γλώσσα τους.  Αυτό είναι η πιο μεγάλη καταξίωση ενός καλλιτέχνη. Δε διαλέγω ορισμένα θέματα, μα βιώματα. Και αυτά μπορεί να έρχονται είτε από τη χώρα που ζεις είτε απ’ έξω, φτάνει να είναι ανθρώπινα.»

Βάσω Κατράκη

……………………

Πώς είναι να έχεις για μάνα σου τη μεγαλύτερη χαράκτρια της Ελλάδας, τη Βάσω Κατράκη; Πόσο είναι το φως που ρίχνει πάνω σου η ακτινοβολία της, αλλά και πόσο η σκιά του αναστήματός της είναι βαριά;

Γνώρισα την κόρη της Βάσως Κατράκη, τη Μαριάννα, πριν μερικούς μήνες στο Εθνογραφικό Κέντρο του Γιώργη Μελίκη. Οι παραπάνω απορίες γεννήθηκαν από τότε στο μυαλό μου και μετατράπηκαν σε ερωτήσεις συνέντευξης πριν λίγο, φέρνοντας στην επιφάνεια από τη μια την προσωπικότητα της Μαριάννας, της κόρης της, κι από την άλλη συμπληρώνοντας το πορτρέτο της χαράκτριας μέσα από τις απαντήσεις που είχα.

Η Μαριάννα Κατράκη, απλή και αθόρυβη, με μία στέρεα συγκρότηση που αντανακλάται στο λόγο της, κερδίζει τον συνομιλητή της,  τοποθετώντας τα πράγματα στην αξιακή τους βάση.

Μιλά στη faretra για τη μητέρα της σαν απλό παιδί, που την αγάπησε βαθιά και του την στέρησαν.  Αλλά μιλά και με την επίγνωση εκείνου που ξέρει καλά πως η Βάσω Κατράκη δεν ανήκε μόνο στην οικογένειά της, αλλά ανήκε το ίδιο και στη χώρα της και στους ανθρώπους της. Άλλωστε, αυτή είναι η θέση των Μεγάλων, ανήκουν σε όλους μας…

…………………………

Ας ξεκινήσουμε ανορθόδοξα, από το τέλος κι όχι από την αρχή. Πώς είναι να  έχει κάποιος για μάνα του τη Βάσω Κατράκη; Πόσο νιώθει να πιέζεται από τη σκιά της μοναδικότητάς της, αλλά και πόσο να φωτίζεται από το φως της, την ακτινοβολία της;

Νιώθω τυχερή και περήφανη που ήταν μητέρα μου. Δεν ένιωσα ποτέ ότι ήμουν στη σκιά της μοναδικότητας της, γιατί δεν έχω το χάρισμα της εικαστικής δημιουργίας, ώστε να προσπαθώ να τη φτάσω. Στο φως της προσωπικότητάς της, όπως και του πατέρα μου, στα ιδανικά, στις αρχές και την αγάπη στον άνθρωπο που μου μετέδωσαν, σε αυτά, πράγματι, προσπαθώ να τους φτάσω. Αυτά με διαμόρφωσαν και ό,τι καλό έχω στο χαρακτήρα μου σε αυτούς το οφείλω.

Ας γυρίσουμε πίσω, στα πρώτα χρόνια της χαράκτριας και στον γενέθλιο τόπο της, το Αιτωλικό, που την καθόρισε ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο. Οικογένεια, άνθρωποι, τοπίο. Πώς επέδρασαν πάνω της;

Το ταλέντο της, μαζί με την ομορφιά του τοπίου της ιδιαίτερης πατρίδας της, τα βιώματα από τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης των συνανθρώπων της, τα αφηγείται μέσα από τα έργα της. Η οικογένειά της ήταν το ασφαλές οικοδόμημα, που της έδειξε το δρόμο να αναπτυχθεί. Η γειτονιά της μια αδελφοσύνη. Ήταν ισότιμη μαζί τους, γιατί έτσι ένιωθε. Θα μίλαγε για τα καθημερινά προβλήματα, θα μάνταρε τα δίχτυα, μαζί θα ψάρευαν, θα αστειεύονταν, θα λυπόταν ο ένας με τη λύπη του άλλου. Ήταν απλή όπως όλοι γύρω της.

Σχολή Καλών Τεχνών. Ζωγραφική  με καθηγητή τον Κωνσταντίνο Παρθένη και χαρακτική με τον Γιάννη Κεφαληνό. Ποια είναι η θεματολογία αυτής της πρώτης περιόδου, ποια τα ερεθίσματα;

Θέματα όπως η αγροτιά, οι γυναίκες στις ελιές, η λιμνοθάλασσα, τα σταφνοκάρια, τα πριάρια και οι γαΐτες, οι βαρκάρηδες και οι ψαράδες, τα βουνά και οι πελάδες, η γειτονιά της, τα πρωινά, τα ηλιοβασιλέματα, τα δειλινά. Όλα εικόνες από τον τόπο της, από την καθημερινότητά της.


Γνωριμία στα φοιτητικά της χρόνια με τον πατέρα σας, φοιτητή τότε της Ιατρικής, Γιώργο Κατράκη. Τι πιστεύετε πως ένωνε αυτούς τους δύο ανθρώπους που συμπορεύτηκαν μέχρι το τέλος θαυμαστά; Ποια ήταν τα νήματα;

Από την πρώτη στιγμή τους ένωσε η ιδεολογία τους για ισότητα και δικαιοσύνη. Μαζί στις διαδηλώσεις, τις διαμαρτυρίες και τις διεκδικήσεις. Και οι δύο, μαζί και χώρια, με τα όπλα που διέθετε ο καθένας τους, τέχνη και επιστήμη, βαδίσανε στα εύκολα και στα δύσκολα. Τους γονείς μου τους ένωνε ο θαυμασμός του ενός για τον άλλον, η εκτίμηση και ο σεβασμός, και φυσικά η αγάπη τους που θέριευε και δυνάμωνε μέσα από τους κοινούς στόχους, τους αγώνες για το ασυμβίβαστο και το άδικο. Βιώματα, όπως ήταν ο πόνος της ψυχής στις φυλακές και τις εξορίες τους, η αγωνία τού τι περνάει ο άλλος και τι θα απογίνει, έδεσαν τους γονείς μου μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Στην Κατοχή – εντάσσονται και οι δυο γονείς σας στο ΕΑΜ –  τη ζωγραφική την παραμερίζει η χαρακτική. Τι πιστεύετε πως οδήγησε στη στροφή και ποια ήταν η θεματολογία της περιόδου;

Η χαρακτική τέχνη ήταν το μέσον που της έδινε τη δυνατότητα να χαράξει και να τυπώσει πολλά αντίτυπα, ώστε να μοιραστούν στο λαό δίνοντάς του δύναμη και κουράγιο. Η θεματολογία της περιόδου αυτής ήταν εικόνες από αυτά που έβλεπε γύρω της. Σκηνές από τη χαροκαμένη ανάμεσα σε τάφους μάνα, με την επιγραφή «Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι», οι κηδείες, τα συσσίτια, η πείνα, το μπλόκο, οι διαδηλώσεις, η απελευθέρωση, όλα αυτά ήταν βιώματά της που γινήκαν έργα της. Χάραξε τους κρεμασμένους στα δέντρα και τους στύλους, τις εκτελέσεις και τα βασανιστήρια. Το περιστέρι της ειρήνης με τη λεζάντα «Ειρήνη για μένα, για σένα, για όλο τον κόσμο» το χάραξε μέσα σε μια νύχτα για τον πατέρα μου, παρακαλώντας το φύλακα να του το παραδώσει μέσα στη φυλακή. Δε χάραξε μόνο εικόνες, αλλά και συναισθήματα, όπως το έργο που χάραξε επίσης για τον πατέρα μου, όταν ήταν εξόριστος στο Μούδρο, μια γυναίκα με λυτά μαλλιά, απελπισμένη ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων.

Πρώτο υλικό στη χαρακτική της το ξύλο και στη συνέχεια η πέτρα και συγκεκριμένα ο ψαμμίτης. Τι δυνατότητες δίνει στον καλλιτέχνη η χρήση του κάθε υλικού;

Το υλικό του ξύλου σαν μήτρα και σαν γραφή, έδωσε στην ίδια ό,τι μπορούσε να της δώσει. Έπαψε πια να της αρκεί. Ήθελε να εκφραστεί με πιο ελεύθερες, πιο απλές, πιο αφαιρετικές μορφές, χωρίς πολλές λεπτομέρειες όπως στις ξυλογραφίες της. Με έμφαση στην κίνηση και στο μήνυμα που ήθελε να στείλει. Τότε πειραματίστηκε με την πέτρα βρίσκοντας σ’ αυτήν την ελευθερία στην έκφρασή της.

Η θεματολογία των έργων της στη συνέχεια διευρύνεται, όπως παρατηρεί κανείς. Πέρα από την άκρα βιωματικότητα, που είναι πάντα το εφαλτήριο της έμπνευσής της, κυριαρχεί, μαζί με τον μόνιμο εξπρεσιονισμό, η αφαίρεση και ο συμβολισμός. Τι σας έχει πει για τα έργα αυτά, όταν πια μπορούσατε μεγαλώνοντας να κουβεντιάσετε μαζί της;

Η μητέρα μου δε μου μιλούσε συγκεκριμένα για τα έργα της. Δε χρειαζόταν. Με βοηθούσε να τα κατανοήσω μέσα από τη στάση της ζωής της. Η θεματολογία της κινούνταν γύρω από τα παγκόσμια γεγονότα και τα επίκαιρα μηνύματα. Κατέγραφε και έπαιρνε θέση σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της γενιάς της. Αυτό δεν ήταν κάτι που αποτυπωνόταν μόνο στα έργα της, ήταν η καθημερινότητά της. Για το λόγο αυτό δε χρειαζόταν να κουβεντιάζουμε για τα έργα της, η ερμηνεία τους ερχόταν φυσικά, από μόνη της.

Η καλλιτεχνική αξία της μητέρας σας και η πρωτοποριακή από την ίδια χρήση του ψαμμίτη επιβραβεύεται στο Εξωτερικό με διεθνείς διακρίσεις. Στην Ελλάδα καμία κίνηση. Πώς το βίωσε αυτό η Βάσω Κατράκη;

Η μητέρα μου ήταν απλός άνθρωπος. Στην πατρίδα της, την Ελλάδα, επιβραβεύτηκε από τους ανθρώπους, τους συνανθρώπους της. Αυτό την ενδιέφερε. Να επικοινωνήσει η ίδια και το έργο της μαζί τους. Η ίδια έλεγε:  «Δεν επιδιώκω τη βράβευση. Απλά και μόνο υπάρχοντας μέσα σ’ έναν μηχανισμό που λειτουργεί με δικούς του νόμους, θέλοντας και μη συμμορφώνομαι μ ’αυτούς τους νόμους. Βλέπετε, αυτές οι εκθέσεις, τελικά είναι ο μόνος τρόπος για να δείξει κανείς πλατύτερα τη δουλειά του, για να δει τη δουλειά των άλλων, να επικοινωνήσει ανοιχτότερα… Ένα βραβείο, το πολύ πολύ, μπορεί να φορτώσει έναν καλλιτέχνη με κενή περηφάνια, αν είναι ασυνείδητος. Με υποχρεώσεις αν είναι ευσυνείδητος.»

Και μετά τη σιωπή της Επίσημης Πολιτείας, στην Εφταετία ακολουθεί και η εξορία τη μητέρας σας στη Γυάρο. Πώς βίωσε εκείνη αυτήν την περίοδο και πώς τα παιδιά της, εσείς και ο αδελφός σας τον αποχωρισμό;

Ο καθένας μας σίγουρα το βίωσε διαφορετικά. Γι’ αυτό μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου.

Ήταν βράδυ, όταν ακούσαμε την ανακοίνωση του πραξικοπήματος από το ραδιόφωνο. Από τη στιγμή αυτή και μετά, υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι μας. Ακούγοντας τη μουσική του Θεοδωράκη, ψάχνανε χαρτιά και κάνανε πράγματα που εγώ τότε δεν τα καταλάβαινα. Η σκηνή αυτή έρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που ακούω τη Ρωμιοσύνη.

Την επομένη το πρωί χτύπησε το κουδούνι, παρουσιαστήκανε δυο τρεις ασφαλίτες και τη ζητήσανε με το όνομά της. Ήμασταν και εμείς μπροστά. Η μητέρα μου δε χρειάστηκε να τους ρωτήσει κάτι, μόνο ζήτησε λίγα λεπτά, για να πάρει τα απαραίτητα. Μέσα στα λίγα ρουχαλάκια της έβαλε και πολλά μπλοκάκια, μολύβια και μαρκαδόρους, που με αυτούς αργότερα ζωγράφισε τα περίφημα βότσαλά της, τα βότσαλα της εξορίας. Ένιωσα ότι μου τη βούτηξαν και μου την πήραν.

Η συνειδητοποίηση αυτού που έγινε, ήταν βαρύτερη από αυτήν που μπορούσε να αντέξει μια παιδική ηλικία. Το σπίτι μας άδειασε από τον πολύ κόσμο και τους φίλους, που καθημερινά περνούσαν. Ενδιαφέρονταν για εμάς και τη μητέρα μου ρωτώντας κρυφά, γιατί φοβόντουσαν, μιας και όλους τους παρακολουθούσαν. Είχαμε κωδικούς, όταν αναφερόμασταν σε κάποια ονόματα. Θυμάμαι την Αμαλία Φλέμινγκ την αναφέραμε συνθηματικά «πενικιλίνη».

Κατά τη διάρκεια της εξορίας της, πηγαίναμε στο λιμάνι του Πειραιά, μήπως και κάποιο πλοίο την έφερνε μαζί με άλλους κρατούμενους. Μια μέρα ειδοποίησαν τον πατέρα μου ότι θα έρθει για να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, μιας και η υγεία της ήταν επισφαλής. Μας πήρε μαζί του στο λιμάνι. Εγώ νόμιζα ότι πηγαίναμε να την πάρουμε μαζί μας, να γυρίσουμε στο σπίτι μας.  Ήταν βράδυ σκοτεινά. Άνοιξε η μπουκαπόρτα του πλοίου και ξεχύθηκαν εκατοντάδες ταλαιπωρημένοι κρατούμενοι, ή τόσοι φάνταζαν στα μάτια μου τότε. Τους κοιτούσα έναν έναν στο πρόσωπο, για να αναγνωρίσω τη μητέρα μου. Κάποια στιγμή πέρασε από μπροστά μας. Έτρεξα να την αγκαλιάσω και ένας στρατιώτης με έσπρωξε μακριά της. Η μητέρα μου με λαχτάρα μάς κοίταξε, μα συνέχισε μαζί με τους άλλους τη διαδρομή προς το καμιόνι. Πήγαμε τις επόμενες μέρες στο Γενικό Κρατικό, για ένα κλεφτό άγγιγμα, ένα κρυφό σημείωμα στη χούφτα μου. Και μετά πάλι μου την πήραν πίσω…

 

Και πάλι η Διεθνής Κοινότητα μεσολαβεί και η χαράκτρια επιστρέφει από την εξορία. Με πόση πικρία, αλλά και με πόση έμπνευση, μπορεί να σφράγισε την προσωπικότητά της εκείνη η περίοδος;

Για τα πικρά βιώματα ποτέ δε μας μίλησε. Ούτε ο πατέρας μου. Όπως ούτε και στα παιδιά τους αργότερα μίλησαν οι υπόλοιποι κρατούμενοι. Η έμπνευση ήταν στην κορύφωσή της. Ακρωτηριασμένα και συρματοπλεγμένα κορμιά, σπασμένες Πλατυτέρες. Αναμονές, ερημιές, απειλές. Ήλιοι και σκουριασμένα σίδερα, Ίκαροι στην πτώση τους. Το χρέος της Αντιγόνης. Αυτά τα έργα εκτέθηκαν κατά τη διάρκεια της Χούντας, στην γκαλερί Ώρα, το 1972. Πώς να μην σφραγίσει την προσωπικότητά της όλο αυτό; Η στέρηση της οικογένειάς της και της ελευθερίας της; Ο ψυχολογικός πόλεμος, ο πόνος και η αγωνία της, αφού πολλές φορές κόντεψε να φτάσει στο απόσπασμα;

 

Στη Μεταπολίτευση το έργο της αναγνωρίζεται και επίσημα στην Ελλάδα. Βέβαια, στη λαϊκή συνείδηση και στον καλλιτεχνικό κόσμο η μορφή της ήταν ήδη ένα σύμβολο, δεν χρειαζόταν τις επίσημες αναγνωρίσεις. Πώς ένα τόσο τεράστιο έργο – και ποσοτικά και αξιακά –  μετά τον θάνατό της στεγάστηκε στον γενέθλιο τόπο της, το Αιτωλικό,  με την επωνυμία “Μουσείο Βάσως Κατράκη”  και όχι στην Αθήνα, όπου θα ήταν πιο προσβάσιμο; Ήταν επιθυμία της;

Η μητέρα μου είχε μια έμφυτη σεμνότητα και κανένα ίχνος έπαρσης. Δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα γίνει ένα μουσείο προς τιμήν της. Ο πατέρας μου, αμέσως μετά το θάνατό της, αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στην προσπάθεια της δημιουργία του Κέντρου Χαρακτικών Τεχνών και Μουσείο Βάσως Κατράκη στην πατρίδα της, το Αιτωλικό, κινώντας γη και ουρανό, χτυπώντας πόρτες στους Δήμους και τα Υπουργεία, ώσπου τα κατάφερε. Η πολιτεία, αναγνωρίζοντας την προσφορά της στην πατρίδα και θέλοντας να την τιμήσει, χρηματοδότησε και υλοποίησε το έργο αυτό. Δυστυχώς ο πατέρας μου δεν πρόλαβε να δει, όχι μόνο το μουσείο, αλλά ούτε και τη θεμελίωσή του.

Πώς είναι διαμορφωμένο το Μουσείο; Το επισκέφτηκα πριν από τρία χρόνια, οι αναγνώστες μας, όμως, θα ήθελαν ίσως να γνωρίζουν τη δομή, το περιεχόμενο και τους στόχους του. Λοιπόν;

Το Κέντρο Χαρακτικών Τεχνών Μουσείο Βάσως Κατράκη έγινε, για να στεγάσει σε μόνιμη βάση σχεδόν το σύνολο του έργου της Βάσως Κατράκη. Εκεί υπάρχουν προσχέδια, σχέδια, μήτρες από ξύλο, μήτρες από πέτρα, ζωγραφικά έργα, μικρογλυπτά και φυσικά τα βότσαλα της εξορίας της. Όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, εκτός από Μουσείο, είναι και κέντρο χαρακτικών τεχνών. Για το σκοπό αυτό έχουν δημιουργηθεί δύο ξεχωριστές αίθουσες, που προορίζονται για εργαστήρια χαρακτικής. Ελπίζουμε σύντομα να αποκτήσουν τον απαραίτητο εξοπλισμό και να είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε με τις σχολές Καλών Τεχνών. Τελευταία, εγκρίθηκε η χρηματοδότηση της ψηφιοποίησης του έργου της Βάσως Κατράκη, έτσι ώστε σύντομα να είναι διαθέσιμο σε κάθε ενδιαφερόμενο.


Πόσο δύσκολο είναι για σας να διαχειριστείτε αυτήν τη βαριά καλλιτεχνική κληρονομιά, όχι συναισθηματικά -μιλήσαμε ήδη στην αρχή γι’ αυτό –  αλλά πρακτικά, με την έννοια του θεματοφύλακα της αξιακής της ύπαρξης;

Είναι δύσκολο, όχι γιατί με κουράζει. Ίσα ίσα, με παρασύρει ο ενθουσιασμός μέσα από αυτή την έρευνα, που έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον και μου δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσω το εικαστικό της έργο αλλά και την ίδια μέσα από τα μηνύματα και τα χειρόγραφα.

Είναι δύσκολο γιατί είναι μία δουλειά χωρίς τέλος. Κάθε μέρα ανακαλύπτω και άλλα στοιχεία που συμπληρώνουν ή αναιρούν αυτά που έχω ήδη κάνει. Πόσα λάθη και ανακρίβειες συναντάω για το έργο της μέσα από το διαδίκτυο… Τι να πρωτομαζέψω, τι να πρωτοπαρακολουθήσω. Είναι η μόδα της εποχής. Χωρίς κόπο, στο πόδι, να αναπαράγονται ετοιματζίδικες λανθασμένες πληροφορίες. Χρησιμοποιούν το έργο για ακατάλληλους και απαράδεκτους σκοπούς, χωρίς άδεια. Τώρα τελευταία, που ο νόμος περί πνευματικών δικαιωμάτων έχει γίνει πολύ αυστηρός, έχουν κάπως διορθωθεί τα πράγματα. Έχω το βάρος της ευθύνης του σεβασμού στο έργο της, όπως θα ήθελε η ίδια και αυτό είναι δύσκολο, γιατί δεν είμαι η ίδια.

Και κλείνοντας, πώς θα μπορούσατε με λίγα λόγια να κάνετε το πορτρέτο της Βάσως Κατράκη, της μάνας και της καλλιτέχνιδας, εσείς η κόρη της, η Μαριάννα Κατράκη;

Πώς κάνει κάποιος το πορτραίτο της μητέρας του, ενός ανθρώπου που θαυμάζει και αγαπά, με λίγα λόγια; Δύσκολο… Να, λίγα λόγια για εκείνη:

Για εμένα… Μια υπέροχη μητέρα. Μια μητέρα πάντα δίπλα μου.

Για όλο τον κόσμο… Ένας σπάνιος άνθρωπος. Μια μεγάλη καλλιτέχνιδα…

…………………….

Φωτογραφίες: faretra.info –  Αρχείο Μαριάννας Κατράκη