Συνεντευξεις

Μητροπολίτης Βεροίας Παντελεήμων. “Εκ βαθέων…” / συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

– Διδάχτηκα τούτο το σπουδαίο, «Ό,τι και να γίνεις να είσαι απλός».

-Πρέπει να ξέρουμε όλοι μας, και πρώτος εγώ, ότι είμεθα περαστικοί από τη γη. Θα φύγουμε απ᾽ αυτήν τη ζωή, όπως φύγανε τόσοι! Τι θα αφήσουμε πίσω μας; Την αγάπη μας για τον συνάνθρωπο πρωτίστως. Θ᾽ αφήσουμε την καλοσύνη μας, την καλή σχέση με τους άλλους ανθρώπους.

-Ένας ιεράρχης δεν πρέπει να εργάζεται για τον εαυτό του. Πρέπει να εργάζεται για τη δόξα του Θεού και για τη βοήθεια των ανθρώπων.

-Η διακονία του λαού. Αυτή η δράση είναι που γεμίζει τη σκέψη μου, το είναι μου, τα όνειρά μου …

Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης & Καμπανίας Παντελεήμων

———————-

Μας υποδέχτηκε στη Μητρόπολη της Βέροιας με τη ζεστασιά οικοδεσπότη. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρίσματα του Μητροπολίτη Παντελεήμονα. Εκπέμπει την αύρα ενός ανθρώπου που εμπνέει το σεβασμό όχι μόνο με τον τίτλο του, αλλά και με την απλότητα, την ευγένεια και την πραότητα που τον διακρίνει.

Με στέρεα θεολογική γνώση ως υπόβαθρο, (σπουδές στο Αριστοτέλειο και στη συνέχεια στην Οξφόρδη), αλλά και με δράση στη Θεσσαλονίκη, όπου συνδέει το όνομά του με την επανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Δημητρίου από την Ιταλία, (γεγονός που τον σφράγισε, όπως και η παραμονή του στο Άγιο Όρος, από το οποίο ξεκίνησε), ακούραστος και δημιουργικός ως Μητροπολίτης στον τόπο μας, καταθέτει σε μια “εκ βαθέων” συνομιλία το απόσταγμα μιας  μεγάλης πορείας στη ζωή και στην ιεροσύνη.

Ο Μητροπολίτης μιλά στη Φαρέτρα για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, για το οικογενειακό του περιβάλλον, που τον επηρέασε με τη βαθιά του θρησκευτικότητα, για τα πρώτα δειλά βήματα στον χώρο, που τον αισθάνθηκε να τον καλεί από πάντα, για τους ιερωμένους που τον καθόρισαν με τη στάση τους, για την άφιξή του στον τόπο μας ως Μητροπολίτη και τον θεσμό των” Παυλείων” – θεσμό που καθιερώθηκε εδώ και 28 χρόνια με τη σοβαρότητά του –  μιλώντας με αγάπη και για τους συνεργάτες του σ’ αυτήν την πορεία, που τον ακολούθησαν από παιδιά στα νέα του καθήκοντα.

Όμως, ο Μητροπολίτης μιλά και για όσα μας απασχολούν όλους. Τα προβλήματα που βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Τον πόλεμο, την αδικία, τη  βαθμιαία απώλεια της παράδοσης που οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς, μιλά για τον άνθρωπο και για το χρέος της διακονίας του από τη μεριά της Εκκλησίας. 

Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη και μιλήσατε πολλές φορές με γλυκύτητα και αγάπη για τους απλούς και ευσεβείς γονείς σας. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια; Καθόρισαν τα μετέπειτα βήματά σας στην ιεροσύνη;

Προέρχομαι από πρόσφυγες γονείς, οι οποίοι ήρθαν και οι δύο από τή Μικρά Ασία, συγκεκριμένα από τη Σμύρνη και τη Φιλαδέλφεια. Ο πατέρας μου, από τη Φιλαδέλφεια, σε ηλικία 9 ετών βρέθηκε στη Σμύρνη και έζησε το ολοκαύτωμα της Σμύρνης και το μαρτύριο του Μητροπολίτη της, του Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Έχασε τους δικούς του και έφυγε με κάποιους γνωστούς που τον πήραν και τον έφεραν στον Πειραιά. Από κει τον πήρε μια οικογένεια στην Ύδρα. Εκεί μεγάλωσε κι αφού έγινε 18 με 20 χρονών, θέλησε να βρει τους δικούς του. Έτσι ήρθε στη Θεσσαλονίκη ξέροντας ότι υπάρχουν πολλοί πρόσφυγες εκεί. Πήγαινε σ᾽ ένα καφενείο, όπου σύχναζαν Φιλαδελφίτες και Σμυρναίοι, και ένα απόγευμα ήρθε ένα κάρο, το οποίο οδηγούσε ο αδελφός του ο μεγάλος. Εκείνος τον οδήγησε στην αδελφή του και βρέθηκαν όλοι και πάλι στη Θεσσαλονίκη. Μετά από λίγο γνώρισε τη μητέρα μου και δημιούργησαν την οικογένειά τους. Άνθρωποι ευσεβείς, και ιδιαίτερα η μητέρα μου, η οποία μας μεγάλωσε εν παιδείᾳ και νουθεσίᾳ Κυρίου.

Εγώ ήμουν ο τρίτος στη σειρά. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου από παιδί είχε δείξει τη μεγάλη του αγάπη για την Εκκλησία και την ιεροσύνη. Από μικρός έκανε κηρύγματα σε ομάδες παιδιών της ηλικίας του που συγκροτούσε, αλλά τον ακολουθούσαν και μεγαλύτεροι. Ο Αλέξανδρος, ο Αλέκος μας, όπως τον λέγαμε, από παιδάκι έλεγε πως θα γίνει κληρικός.

Εγώ μεγάλωσα, λοιπόν, σ᾽ ένα τέτοιο κλίμα. Μέσα μου δημιουργήθηκε η αγάπη για την ιεροσύνη, αλλά δεν το απεκάλυπτα νιώθοντας ότι προηγείτο ο αδελφός μου και πως εγώ δεν πρέπει να μιλώ για τα δικά μου όνειρα.

Καθώς ήμασταν μεγάλη οικογένεια, εξαμελής, και οι καιροί ήταν δύσκολοι, ο πατέρας μου μού ζήτησε, όταν τελείωσα το Δημοτικό, να εργαστώ. Από τον πρώτο αδελφό μου, που ήταν στο Λύκειο, μέχρι τον πιο μικρό, όλοι ήμασταν στο σχολείο. Έπρεπε, λοιπόν, να εργαστώ, για να βοηθήσω, όσο μπορούσα, στα έξοδά μας. Ξεκίνησα να δουλεύω από τα 12 μετά το Δημοτικό. Βέβαια, ο πατέρας μου μού είπε «θέλεις να συνεχίσεις στο Νυχτερινό;» Ήμουν όμως πολύ αδύνατος, τόσο που, καθώς το κοσμικό μου όνομα ήταν Γιάννης, με φώναζαν «Τσιρόγιαννο»! Έτσι φοβόταν να με στείλει σε νυχτερινό σχολείο.

Εγώ έψαξα, βρήκα μια δουλειά, ύστερα από δύο-τρεις, και κατέληξα στην τελευταία, που ήταν πολύ καλή. Ήμουν εμποροϋπάλληλος. Το αφεντικό μου, που με αγαπούσε πάρα πολύ, μου επέτρεπε να έχω βιβλία στο συρτάρι μου και να διαβάζω. Έτσι, πήγα κρυφά από τον πατέρα μου και έδωσα εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα και είχα περάσει, του πήγα την εφημερίδα. Αυτό έγινε, βέβαια, μετά από τρία χρόνια. Έτσι στα δεκαπέντε μου πήγα στο Γυμνάσιο, χάνοντας τρεις χρονιές. Καλά πήγαινα, δόξα τω Θεώ!

Όταν φοιτούσα στην Α´ Λυκείου με κάλεσε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ο Παντελεήμων Παπαγεωργίου, ο οποίος με παρακολουθούσε από παιδί, έβλεπε ποιος είμαι, έβλεπε τα ενδιαφέροντά μου και με κάλεσε μέσω του αδελφού μου μία ημέρα να πάω στη Μητρόπολη. Απόρησα! Μου λέει «Σαν πνευματικός σου πατέρας ξέρω πως δεν πρέπει να ταλαιπωρείσαι. Πρέπει να πας στην Αθωνιάδα, στο Άγιο Όρος».

Ήταν η χρονιά μετά το 1963, τη χρονιά που εορταζόταν τα χίλια χρόνια του Αγίου Όρους. Αυτή η πρόσκληση του Δεσπότη ήταν από Θεού. Γιατί όλη εκείνη τη χρονιά την έζησα μ᾽ αυτό το όνειρο, πώς να πάω στο Άγιο Όρος. Όταν μου το ανακοίνωσε, ένιωσα πως ήταν πρόσκληση από τον Θεό!

Το 1964, λοιπόν, πήγα στο Άγιο Όρος, στην Αθωνιάδα, κι από κει πια αρχίζει ξεκάθαρα η πορεία μου μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Βέβαια, και νωρίτερα, το 1961, όταν ο αδελφός μου χειροτονήθηκε διάκονος, εγώ χειροθετήθηκα αναγνώστης. Τα δύο τελευταία όμως χρόνια των σπουδών μου στην Αθωνιάδα είχα πλέον καταλήξει ότι ήθελα να μείνω στο Άγιο Όρος. Ένιωθα πως έπρεπε να μονάσω.

Πήγα στη Μικρή Αγία Άννα, στην έρημο του Αγίου Όρους. Εκεί ήταν και ο πατήρ Γεράσιμος, ο Υμνογράφος. Έχοντας μέσα μου όλες τις καταβολές γι᾽ αυτή τη ζωή και θεωρώντας την πρόταση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ως κάλεσμα από τον Θεό, αποφάσισα να μείνω εκεί. Μετά από λίγο καιρό ήρθε ο αδελφός μου, ο Αλέξανδρος, ως αρχιμανδρίτης πλέον, και μου είπε: «Ο Δεσπότης χάρηκε πολύ που θέλεις να μείνεις στο Άγιο Όρος, εκείνος όμως σε περίμενε να σε χειροτονήσει διάκονο και να τον βοηθήσεις».

Αυτό και μόνο μ᾽ έκανε να εγκαταλείψω τη μοναχική ζωή στο Άγιο Όρος και να κατέβω στον άνθρωπο στον οποίο χρωστούσα ευγνωμοσύνη, σ᾽ αυτόν που με έστειλε στην Αθωνιάδα, που μου πλήρωσε τα στρατιωτικά μου, που ήταν 500 δρχ. αρχικά, για να πάρω την απαλλαγή και, καθώς καθυστέρησα, το ποσό ανέβηκε στις 1500 δρχ. Είχα πλέον μια πνευματική σχέση μαζί του κι έκανα υπακοή στην επιθυμία του.

Κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη και ο Μητροπολίτης με τοποθέτησε στα γραφεία της Μητροπόλεως, με ευθύνη για δύο γραφεία, το Φιλόπτωχο Ταμείο και την Αποστολική Διακονία, ξεκινώντας έτσι την πορεία μου στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και στη διοίκηση της Εκκλησίας.

Ποιες είναι εκείνες οι πρώτες προσλαμβάνουσες στο Όρος; Ποιά ήταν η ατμόσφαιρα; Ήταν συνθήκες που τις αντέχει ένας νέος άνθρωπος;

 Όταν είναι επιλογή σου η εκκλησιαστική ζωή και είναι το όνειρό σου, όχι απλά δεν είναι σκληρό το κλίμα, αλλά είναι ευχάριστο.

Και να ένα παράδειγμα. Μέσα σ᾽ αυτό το κλίμα του μοναχισμού ζει ο πατήρ Γεράσιμος, που είναι εδώ, μαζί μας, αυτήν τη στιγμή. Παρόλο που είναι νομικός, με σπουδές στην εγκληματολογία, τον ικανοποιεί η ζωή η αφιερωμένη στον Θεό. Όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα.

Κατεβαίνετε στη Θεσσαλονίκη, όπου δραστηριοποιείστε πλάι στον Δεσπότη και χειροτονείστε διάκονος στην Αγγλία και όχι στην Ελλάδα. Πώς συνέβη αυτό;

 Όταν κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη, άρχισα, όπως σας είπα, να εργάζομαι στη Μητρόπολη. Και τότε ήρθε η Χούντα. Επειδή ο Δεσπότης, ο Παντελεήμων Παπαγεωργίου, ήταν ιεράρχης με μεγάλη ακτινοβολία, με σπουδές στην Αμερική, γνωστός στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επεδίωξαν να τον αντικαταστήσουν, για να τοποθετήσουν κάποιον δικό τους.

Την ημέρα της ονομαστικής του εορτής ήρθε ο Γενικός Γραμματέας Μακεδονίας-Θράκης και του ανακοινώνει ότι είναι: «Εντολή της Κυβερνήσεως να παραιτηθείτε». Και η απάντηση του Δεσπότη: «Εμένα δεν με έβγαλαν οι Βούλγαροι (ήταν Μητροπολίτης Εδέσσης πρώτα), δεν με έβγαλαν οι Γερμανοί, θα με βγάλει ελληνική κυβέρνηση; Εγώ είμαι αυτός που είμαι. Θα διακονώ την Εκκλησία. Η Εκκλησία μ᾽ έβαλε εδώ». Όμως, οι κυβερνώντας δρομολόγησαν έτσι τα πράγματα, ώστε να τον απομακρύνουν.

Ο Δεσπότης έφυγε αναγκαστικά από τη Θεσσαλονίκη και πήγε στην Αθήνα, όπου είχε ένα σπιτάκι, και σκεφτόταν εμένα, που με είχε καλέσει κοντά του από το Όρος. Με προσκάλεσε στην Αθήνα με την πρόθεση να με χειροτονήσει διάκονο. Εντωμεταξύ, καθώς συνδεόταν με την Πάτμο (είχε σταλεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Έξαρχος στα Δωδεκάνησα μετά την απελευθέρωση από τους Ιταλούς), βαθειά πικραμένος για την εξορία του από τη Θεσσαλονίκη, έφυγε για την Πάτμο. Εκεί τον επισκέφτηκε ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας Αθηναγόρας, ο οποίος καταγόταν από την Πάτμο. Όταν τον πληροφορεί πως χρειάζεται διάκονο, ο Μητροπολίτης Παντελεήμων τού προτείνει εμένα. Ο Αρχιεπίσκοπος μού τηλεφωνεί λέγοντας ότι όλοι στην Πάτμο του μίλησαν για μένα και μου το προτείνει.

Εκπλήσσομαι! Ρωτώ τον πατέρα μου κι εκείνος απαντά αυθόρμητα «Άντε, βρε παιδί μου, για τις Αγγλίες είμαστε τώρα;» Εγώ, φυσικά, υπάκουσα στον πατέρα μου. Ο αδελφός μου όμως, ο Αλέξανδρος, είχε αντίθετη γνώμη. «Να πας, είσαι νέος, θα αποκτήσεις εμπειρία. Δεν σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος, σε καλεί ο Θεός».

Έτσι κατεβαίνω στην Αθήνα κι από κει φεύγω για την Αγγλία. Χειροτονούμαι διάκονος. Είμαι 24 ετών και αρχίζω την εκκλησιαστική μου πορεία ως κληρικός πλέον.

Η στεναχώρια μου ήταν η νοσταλγία για την πατρίδα και τους δικούς μου. Ότι χειροτονήθηκα στο εξωτερικό, χωρίς να έχω κανέναν δικό μου κοντά μου … Η μόνη βραδιά που έκλαψα ήταν αυτή, η μέρα της χειροτονίας, χωρίς κανένα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα μαζί μου. Τότε ήταν δύσκολη εποχή για μετακινήσεις και ταξίδια στο εξωτερικό. Ήταν όμως τα δύο πρώτα χρόνια της διακονίας μου στην Αρχιεπισκοπή Θυατείρων μια εξαιρετική πορεία. Μετά τα δύο χρόνια, με ευλογία του Αρχιεπισκόπου έρχομαι στη Θεσσαλονίκη και σπουδάζω στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. Ξαναγυρίζω μετά το πτυχίο για άλλα δύο χρόνια στην Οξφόρδη για μεταπτυχιακές σπουδές, αφού τον Ιανουάριο του 1976 χειροτονήθηκα στον ναό του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης πρεσβύτερος.

Πόσο σας επηρέασε η παραμονή σας στην Αγγλία και οι σπουδές σας εκεί; Ήταν για σας ένας άλλος κόσμος;

Ήταν πραγματικά ένας άλλος κόσμος με πολλά ενδιαφέροντα και πολύ διαφορετικούς ανθρώπους από εμάς. Εγώ γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, σε μια μικρή, τηρουμένων των αναλογιών, πόλη, είχα το μυαλό μου πάντα σ᾽ αυτήν, να γυρίσω σ᾽ αυτήν.

Αλλά εκεί, στην Αγγλία, μου δόθηκε η δυνατότητα, πέρα από τις σπουδές μου, να γνωρίσω εξαιρετικούς ανθρώπους με τους οποίους συνεδέθην. Ο Αρχιεπίσκοπος και οι συγγενείς του με είχαν σαν παιδί τους. Ευγενικοί, όμορφοι άνθρωποι, με έβαλαν στην οικογένειά τους.

Μπορεί να ένιωθα κάποτε μοναξιά στην Οξφόρδη, αλλά είχα την τύχη να γνωρίσω σπουδαίους ανθρώπους. Γνώρισα εκτός από αξιόλογους Έλληνες και αξιόλογους Ρώσους, καθηγητές στο πανεπιστήμιο, όπως ο Nicholas Zernov και ο Sir Dmitri Obolensky, γιατί η κοινότητα στην Οξφόρδη ήταν Ελληνική, Αγγλική και Ρωσική. Η θεία Λειτουργία ετελείτο στην ελληνική, την αγγλική και τη ρωσική γλώσσα. Η κοινότητα αυτή με έκανε να ζήσω την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας.Ένας συνεφημέριός μου μάλιστα ήταν και καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο. Ο πατήρ Κάλλιστος Ware, ο οποίος αργότερα έγινε αρχιερέας και Μητροπολίτης Διοκλείας. Μεγάλη προσωπικότητα!

Έτσι έζησα μέσα σ᾽ ένα χώρο, όπου συνέχεια έπαιρνα, διδασκόμουν συνέχεια! Καθώς διατηρούσα την εμφάνισή μου, με μακριά μαλλιά και γένια, τους εντυπωσίαζα. Έλεγαν με έκπληξη «Ένας καλόγερος από το Άγιο Όρος» και μου έδειχναν πολύ μεγάλη αγάπη.

Είχα όμως και άλλες εντυπωσιακές εμπειρίες, όπως το να βρεθώ στο παλάτι του Μπάκιγχαμ! Πώς; Συνέπεσε, μόλις πήγα στην Αγγλία να πεθάνει η μητέρα του Δούκα του Εδιμβούργου, Φιλίππου, του συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ, η πριγκίπισσα Αλίκη, η οποία ήταν ορθόδοξη, είχε γίνει μάλιστα μοναχή. Είχε ζητήσει, λοιπόν, από τον Αρχιεπίσκοπο να ταφεί ορθόδοξα, αφού ήταν ορθόδοξη μοναχή.

Καθώς έλειπε ο Αρχιεπίσκοπος στην Ιαπωνία, όταν πέθανε η πριγκίπισσα Αλίκη, κληθήκαμε από το παλάτι να πάμε με τον Πρωτοσύγκελο για τη νεκρώσιμη ακολουθία. Μας περίμενε ο Φίλιππος και μας οδήγησε στο παρεκκλήσιο, όπου βρισκόταν η μητέρα του. Αφού κάναμε το τρισάγιο, μας δεξιώθηκε, μας ξενάγησε στο παλάτι. Μετά από μέρες κάναμε το δεύτερο τρισάγιο, και πάλι ήρθε αυτοκίνητο από το παλάτι και μας πήγε στο άλλο το ανάκτορο, των Ουίνδσορ, κι εκεί έγινε η κηδεία. Παρόντες ήταν όλοι οι βασιλείς της Ευρώπης. Μεταξύ αυτών και ο Κωνσταντίνος, που είχε φύγει από την Ελλάδα μετά τη σύγκρουση με τη Χούντα. Ήταν, λοιπόν, δίπλα μου και έλεγε κάθε τόσο «Κύριε, ελέησον».

Μας χαιρέτησαν στο τέλος της τελετής όλοι οι βασιλείς και η βασιλομήτωρ μού έκανε κοπλιμέντο, λέγοντας πόσο ωραία φωνή είχα. Εγώ τότε δεν ήξερα λέξη Αγγλικά, μόλις είχα πάει στην Αγγλία, αλλά μου το μετέφρασαν.

Δεν ήταν μικρές εμπειρίες για ένα νεαρό παιδί, που ήμουν εγώ τότε! Ακόμη και τώρα διατηρώ σχέσεις με προσωπικότητες που γνώρισα τότε στην Αγγλία. Μου τηλεφωνούν και τώρα και μου εύχονται στη γιορτή μου!

Αλλά η μεγαλύτερη εμπειρία ήταν ότι διακόνησα δίπλα σ᾽ έναν Δεσπότη, τον Αρχιεπίσκοπο Θυατείρων Αθηναγόρα, που ήταν πραγματικά σοφός! Πολύ μεγάλος θεολόγος αλλά πολύ απλός άνθρωπος! Με δίδαξε τούτο το σπουδαίο «Ό,τι και να γίνεις να είσαι απλός». Και δεν μου τα έλεγε μόνο με τα λόγια, με δίδασκε με τη ζωή του, με τις πράξεις του. Η ταπείνωσή του ήταν για μένα το μεγαλύτερο παράδειγμα.

Επιστροφή στη Θεσσαλονίκη, στον ναό του Αγίου Δημητρίου. Υπηρετείτε ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος, Πρωτοσύγκελος, και οι πιστοί εκεί θυμούνται πολλές δραστηριότητές σας και ένα νέο πνεύμα να τις χαρακτηρίζει. Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο; Θεωρείτε πως σας καθόρισε και στη μετέπειτα πορεία σας εκείνη η περίοδος της Θεσσαλονίκης;

Θεωρώ τον εαυτό μου ευλογημένο, γιατί ο Μητροπολίτης Παντελεήμων ο Α´ ήταν το πρώτο πρότυπό μου. Στη συνέχεια πάω στην Αγγλία και συναντώ τον Αρχιεπίσκοπο Θυατείρων Αθηναγόρα, που με διδάσκει με την ταπείνωσή του. Μετά τη Χούντα και την αλλαγή της κυβέρνησης, τον Δεσπότη Λεωνίδα τον διαδέχεται ο Παντελεήμων ο Β’, ο οποίος με περιέβαλε με πατρική αγάπη. Κοντά του, ως ιδιαίτερός του και στη συνέχεια ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος και Πρωτοσύγκελός του, έμαθα πάρα πολλά πράγματα, που ακόμη και σήμερα, που κάνω το άλφα και το βήτα εδώ, λέω, έτσι το έκανε τότε ο Δεσπότης! Μαθήματα ζωής και ιεροσύνης … Γι᾽ αυτό λέω πως ήμουν ευλογημένος!

Να, πώς συνέβησαν αυτά: Μόλις γυρίζω από την Οξφόρδη, γίνεται ο σεισμός της Θεσσαλονίκης του 1978 και επιστρατευόμεθα όλοι μέρα-νύχτα να γυρίζουμε από αντίσκηνο σε αντίσκηνο, να βοηθούμε οικονομικά τον κόσμο, προσφέροντας τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης … Ήταν μια περίοδος μεγάλης προσφοράς της Εκκλησίας, κι εγώ ήμουν το δεξί χέρι του Δεσπότη.

Την περίοδο εκείνη έρχεται ένα μήνυμα από το Μιλάνο. Ο Δεσπότης, όσο έλειπα εγώ στην Οξφόρδη, είχε μάθει πως τα λείψανα του οσίου Δαβίδ του Δενδρίτη, (που ασκήτευσε έξω από τη Θεσσαλονίκη, δίπλα στα κάστρα), βρισκόταν στην Παβία. Μας ειδοποιούν, λοιπόν, ότι μας τα δίδουν πίσω. Ο Δεσπότης, εκείνη την περίοδο του σεισμού, στέλνει εμένα να τα φέρω, καθώς είχα επαφή με το εξωτερικό.

Για μένα ήταν μια μεγάλη ευλογία, γιατί, όταν ήμουν παιδί, η Μητρόπολη είχε αναθέσει στον αδελφό μου, τον Αρχιμανδρίτη, να κάνει ακολουθίες στο παρεκκλήσι του οσίου Δαβίδ, που έχει παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά. Πήγαινα κι εγώ μικρός εκεί. Ο αδελφός μου έκανε κηρύγματα τότε, ο κόσμος μαζευόταν και είχε αγαπήσει τον όσιο Δαβίδ. Και τώρα με έστελναν να φέρω πίσω τα λείψανά του!

Πήγα στο Μιλάνο (άλλη μεγάλη εμπειρία κι αυτή), γυρίζω φέρνοντας μαζί μου τα ιερά λείψανα του οσίου Δαβίδ, στις 17 Ιουλίου του 1978. Στο μεταξύ μαθαίνουμε από δημοσιογράφο πως στην Ακαδημία Αθηνών ο καθηγητής Αναστάσιος Ορλάνδος ανακοίνωσε ότι η αρχαιολόγος Μαρία Θεοχάρη εντόπισε τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου στο Σαν Λορέντζο ιν Κάμπο της Ιταλίας.

Τα χάσαμε! Μεγάλο πράγμα! Ο Άγιος Δημήτριος, που είναι γνωστός σ᾽ όλη την Ορθοδοξία και την Οικουμένη! Ήταν μια περίοδος που ήμασταν όλοι πολύ κουρασμένοι από την ταλαιπωρία του σεισμού. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων αποφάσισε να πάει για λίγες ημέρες για να ξεκουραστεί στο σπίτι που είχαν οι αδελφές του στην Αθήνα.

Εγώ, όταν πήγα πριν μερικές εβδομάδες για να παραλάβω τα λείψανα του οσίου Δαβίδ, είχα ξεναγηθεί και στο Τορίνο, όπου βρίσκεται η σινδόνα του Ιησού, την οποία κάθε 30 χρόνια την κατεβάζουν προς προσκύνηση, και προσκύνησα. Έτσι, κατά τις ημέρες της αδείας μου, αποφάσισα να ξαναπάω στην Ιταλία, για να προσκυνήσω αυτή τη φορά τα λείψανα του Aγίου Δημητρίου.

Είχα γνωρίσει στο Μιλάνο τον εμπορικό ακόλουθο του Προξενείου μας, τον κ. Σπ. Παπαβασιλόπουλο, που με φιλοξένησε σ᾽ αυτό το ταξίδι μου και μαζί ψάξαμε να βρούμε το Σαν Λορέντζο. Το βρήκαμε και έτσι πήγα για πρώτη φορά μια Κυριακή. Προσκύνησα τα ιερά και μυρόβλυτα λείψανα και φεύγοντας ο καθολικός εφημέριος μου δίνει ένα τεμάχιο του λειψάνου του Aγίου Δημητρίου. Το θεώρησα τόσο μεγάλη ευλογία! Αξιώθηκα να πάρω το πρώτο λείψανο του Αγίου και να το μεταφέρω στην πόλη του! Αν ήταν δυνατόν να πετάξω από το Σαν Λορέντζο στη Θεσσαλονίκη από τη χαρά μου! Γυρίζω στο Μιλάνο κι από εκεί, την άλλη ημέρα, αλλάζω τα εισιτήριά μου και επιστρέφω Θεσσαλονίκη.

Πηγαίνω στο γραφείο, στη Μητρόπολη, κι όταν με ρωτούν πού ήμουν, βγάζω το ιερό λείψανο, περασμένο σε μια αλυσίδα, και το δείχνω στους πατέρες που ήταν εκεί. Ο Μητροπολίτης έκθαμβος το προσκυνά και αποφασίζει να ζητήσουμε να μας επιστραφούν τα ιερά λείψανα του πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Μου δίνει, μάλιστα, μία επίσημη επιστολή (γιατί εγώ είχα πάει ανεπίσημα, ως προσκυνητής), και με αυτήν φεύγω στα μέσα Σεπτεμβρίου του ᾽78 ξανά για το Σαν Λορέντζο.

Συναντώμαι αρχικά με τον επίσκοπο της περιοχής, τον επίσκοπο του Fano Κωνστάντιο Micci, ως επίσημος εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης πλέον και του ζητώ τα λείψανα του Αγίου που συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη και ο οποίος μας είχε σώσει και πρόσφατα από τον μεγάλο σεισμό. Ο Επίσκοπος, ευγενέστατος, συγκινήθηκε και μου είπε «δεν το περίμενα πως θα ήμουν εγώ εκείνος που θα αποδώσω τον Άγιο στην πατρίδα του!», καθώς ο ίδιος ως νεαρός κληρικός είχε ασχοληθεί με το θέμα των ιερών λειψάνων του Aγίου Δημητρίου και είχε συγγράψει σχετική διατριβή.

Έπρεπε όμως να απευθυνθούμε και στον ιερέα του ναού. Την ημέρα που ορίσθηκε η συνάντηση μαζεύτηκε τόσος κόσμος στον ναό, που κάτω στην κρύπτη, όπου φυλασσόταν τα ιερά λείψανα του Αγίου, δεν χωρούσαμε και ανεβήκαμε επάνω στο αβαείο. Έγινε ακολουθία, με παρουσίασε ο Επίσκοπος, (ενώ μετέφραζε κάποιος υπάλληλος του Προξενείου μας), και άρχισαν ερωτήσεις, σχετικά με τον λόγο για τον οποίο δεν κινηθήκαμε τόσα χρόνια. Εξήγησα πως η πληροφορία ήταν πρόσφατη από την Ακαδημία Αθηνών και προσπάθησα να τους πείσω για το δίκαιο αίτημα.

Στη συνέχεια επιστρέφω στο Μιλάνο και ξαναγυρίζω και πάλι στο Σαν Λορέντζο. Πηγαινοερχόμουν για αρκετές ημέρες με υποσχέσεις αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί είχαν συνδεθεί πια οι κάτοικοι με τον Άγιο και δεν ήθελαν να στερηθούν την παρουσία του.

Όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη το 1204 και στην περίοδο μέχρι το 1224, μετέφεραν τα λείψανα του μεγαλομάρτυρος Aγίου Δημητρίου στην Ιταλία. Πηγαίνοντάς τα προς την Παβία έμειναν τα λείψανα εκεί, στο Σαν Λορέντζο, και, επειδή ήταν πολλοί εκείνη την εποχή που έκλεβαν ιερά λείψανα, τα έχτισαν κάτω από την Αγία Τράπεζα. Γύρω στα 1500 γίνεται ένας τοπικός σεισμός εκεί, την ίδια ακριβώς ημερομηνία που γίνεται στη Θεσσαλονίκη, και έτσι βγαίνουν στην επιφάνεια τα λείψανα. Οι κάτοικοι της περιοχής, όπως είπα, στους αιώνες που πέρασαν συνεδέθησαν πάρα πολύ με τον Άγιο, και γι᾽ αυτό ήταν πολύ δύσκολο να μας τα δώσουν πίσω.

Στο μεταξύ ο Δεσπότης από τη Θεσσαλονίκη ήταν συνέχεια σε επικοινωνία μαζί μου με πολλή αγωνία για την έκβαση της υποθέσεως, ενώ εγώ αισιόδοξος είχα ετοιμάσει μια ξύλινη λειψανοθήκη με κρύσταλλα, πιστεύοντας στη μεταφορά έστω μέρους των λειψάνων του Αγίου στην πατρίδα του.

Μερικές εβδομάδες αργότερα έφθασε και ο Δεσπότης μας στο Μιλάνο και κλείνουμε ραντεβού πάλι με τον Επίσκοπο. Στον δρόμο για το Σαν Λορέντζο ο Δεσπότης ήταν πολύ αγχωμένος, σε αντίθεση με μένα που ήμουν, όπως είπα, αισιόδοξος. Γιατί; Του αποκάλυψα μάλιστα πως ένα μου όνειρο μου έδινε αυτήν την αισιοδοξία! Είχα δει πως έψαχνα την κάρα του Αγίου μέσα στο αβαείο. Και όταν τη βρήκα, την έβαλα μέσα σ᾽ ένα δίσκο και γύρω-γύρω στόλισα τον δίσκο με κόκκινα δημητριάτικα, χρυσάνθεμα. «Το κόκκινο, έλεγε η μητέρα μου, Παναγιώτατε, είναι γρήγορα! Θα πάρουμε την κάρα του Αγίου!» του είπα.

Όταν φθάσαμε στο Σαν Λορέντζο, ο επίσκοπος με τον ιερέα και τον πρωτοσύγκελό του αποσύρθηκαν για να συσκεφθούν. Μετά από ώρα βγήκαν και μας είπαν: «Παναγιώτατε, σε πρώτη φάση θα σας δώσουμε την κάρα και μετά από ένα χρόνο θα πάρετε τα υπόλοιπα λείψανα. Εμείς, βέβαια, θα κρατήσουμε μία πλευρά και ένα σπόνδυλο εις ενθύμιο και ανάμνηση της σχέσεώς μας με τον Άγιο Δημήτριο».

Ήρθαν ειδικοί, νομικοί, δικαστικοί κλπ. για να υπογράψουμε και να πάρουμε τα λείψανα. Και καθώς είχε πεθάνει εκείνες τις ημέρες ο πάπας «των 33 ημερών», ο Ιωάννης Παύλος ο Α´, υπήρχαν κάποια τεχνικά προβλήματα. Εγώ όμως επικοινωνούσα με το Βατικανό, με πρόσωπο αρμόδιο για τις εξωτερικές υποθέσεις, τον π. Πέτρο Duprey, o οποίος γνώριζε Ελληνικά, και είχα τη βοήθεια που χρειαζόμουν.

Επιστρέψαμε προπαραμονή του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη και την επόμενη έγινε η επίσημη υποδοχή της σεπτής κάρας του Αγίου. Τότε μέναμε ακόμη σε αντίσκηνα εξαιτίας του σεισμού, στην αυλή του Μοναστηριού του Πανοράματος, και ἡ υποδοχή έγινε με μεγάλη κατάνυξη, ενώ ακολούθησε και η λιτανεία της τιμίας κάρας στη λειψανοθήκη που είχα ετοιμάσει από το Μιλάνο.

Η διακονία μου, λοιπόν, στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε με την έλευση των λειψάνων του Αγίου Δημητρίου και νωρίτερα του οσίου Δαβίδ. Στο επόμενο διάστημα έγινα πρωτοσύγκελος και προϊστάμενος του ναού του Αγίου Δημητρίου.

Μετά ξεκίνησε η αγωνία πώς θα φτιάξουμε τη λειψανοθήκη της κάρας, όπως της άξιζε. Εκεί είχαμε βοήθεια από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο. Δύο περίπου χρόνια αργότερα πήγαμε και φέραμε και τα υπόλοιπα λείψανα του Αγίου. Πάντως οι κάτοικοι του Σαν Λορέντζο δέθηκαν πολύ με τον Άγιο Δημήτριο και εγώ διατηρώ ακόμη αγαθές σχέσεις με προσωπικότητες που γνώρισα εκεί την εποχή εκείνη.

Ο επόμενος σταθμός σας αφορά κι εμάς, τους πολίτες της Ημαθίας. Το Μάιο του 1994 εκλέγεστε από την Ιερά Σύνοδο Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας. Πώς αισθανθήκατε στα νέα σας καθήκοντα; Τι ξέρατε για τον τόπο μας;

Είχα περάσει από τη Βέροια, προσκύνησα στον Άγιο Αντώνιο, αλλά δεν ήξερα την πόλη. Είχα όμως εμπειρία στη διοίκηση από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ο Δεσπότης εκεί μου είχε πολλή εμπιστοσύνη και αποτελούσα τον «φράχτη», το ανάχωμα, για τα προβλήματα που προέκυπταν, ώστε να μην φθάνουν μέχρι εκείνον. Τα αντιμετώπιζα εγώ.

Όταν ήρθα εδώ, στη Βέροια, δεν δυσκολεύτηκα. Σας ομολογώ ότι σε λίγο χρόνο ένιωσα σαν να γεννήθηκα εδώ. Αγάπησα πάρα πολύ τον τόπο, συνεδέθην με τούς ανθρώπους. Είχα μια εξαιρετική συνεννόηση με τους ανθρώπους που βρήκα εδώ, όπως με τον πατέρα Αμβρόσιο (Κυρατζή). Μπορώ να πω ότι και οι άρχοντες με δέχθηκαν με καλοσύνη. Αρχή μου ήταν να συνεργάζομαι με όσους συναντώ. Είχαμε κάποιες δυσκολίες στην αρχή, όσον αφορά το Δημαρχείο, αλλά βρήκα ένα πρόβλημα που το έλυσα με τη συγκατάθεση και της Ιεράς Συνόδου, η οποία μου είπε να κρατήσω την κυριότητα, παραχωρώντας το κτίριο στον Δήμο. Το έκανα με την καρδιά μου. Θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω, να το κάνω για παράδειγμα ένα μουσείο, αλλά αφού ήταν ανάγκη της πόλης να αποκτήσει δημαρχείο … Μάλιστα κατά την παράδοση του κτιρίου είπα «Κάποτε η Εκκλησία έκανε σχολεία. Τώρα θα κάνει και ένα δημαρχείο!»

Πέρα από το ότι εκπλήσσετε τον κόσμο του νομού με τις δραστηριότητες σας, που είναι συνεχείς και τις διακρίνει η προσφορά στον θεολογικό τομέα, τον κοινωνικό, της παιδείας και του πολιτισμού (Βήμα του Αποστόλου Παύλου, κτήτωρ της Ιεράς Μονής Δοβρά, πολιτιστικά κέντρα, συσσίτια, κοινωνικά παντοπωλεία, ραδιοφωνικός σταθμός, εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο, Ωδείο της Μητρόπολης και πολλά άλλα), ήδη το 1995 ξεκινάτε τον θεσμό των «Παυλείων», που όχι μόνο ευοδώνεται και βραβεύεται στη συνέχεια από την Ακαδημία Αθηνών, αλλά μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να δίνει ζωή στον τόπο τον Ιούνιο, αποτελώντας μια γιορτή πολυσήμαντη. Πώς ξεκίνησε η ιδέα των «Παυλείων» και πώς αποτιμάτε εσείς, ο εμπνευστής τους, την μέχρι τώρα πορεία τους;

Όταν χειροτονήθηκα και ετοιμαζόμουν για την ενθρόνιση, (συνήθως περνά ένας μήνας), πέρασαν όλα αυτά από το μυαλό μου, ότι δηλαδή πάω σε μία πόλη από όπου πέρασε ο Απόστολος Παύλος και που από το Βήμα του είχα περάσει κι εγώ σαν μικρό παιδί, (έχω και φωτογραφία), και το μυαλό μου πήγε ακριβώς εκεί. Αυτό που σας έλεγα, η εμπειρία της διοικήσεως. Στη Θεσσαλονίκη κάναμε τα «Δημήτρια», κάναμε συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις προς τιμήν του Αγίου Δημητρίου. Έτσι αποφάσισα με τα παιδιά που με ακολούθησαν από τη Θεσσαλονίκη τον επόμενο κιόλας Ιούνιο να διοργανώσουμε τα «Παύλεια».

Όταν ξεκινήσαμε τα «Παύλεια», κάποιοι «έμπειροι», γνωρίζοντες την ιστορία της Ημαθίας, είπαν πως μία-δύο χρονιές θα γίνουν και μετά θα τελειώσουν. Με τη χάρη του Θεού φέτος κάναμε τα 28α «Παύλεια». Είναι πια μια παράδοση! Υπάρχουν 27 τόμοι με όλα τα συνέδρια και τώρα ετοιμάζεται και ο 28ος!

Ο θεσμός έχει μεγάλη απήχηση στον θεολογικό κόσμο. Υπάρχει μία πολυποικιλότητα θεμάτων, μια πηγή στην οποία μπορούν να ανατρέξουν και να βρουν οτιδήποτε αφορά τον Απόστολο Παύλο.

Αλλά τα «Παύλεια» έχουν και μεγάλη ανταπόκριση στην Ορθοδοξία! Όλοι οι Πατριάρχες που στέλνουν τους εκπροσώπους τους περιμένουν να πάρουν κάθε φορά τον καινούριο μας τόμο των Πρακτικών. Ακόμη και συνέδρια γίνονται στο εξωτερικό για τα «Παύλεια της Βεροίας». Μάλιστα πριν από αρκετά χρόνια με κάλεσε ο Πατριάρχης της Ρουμανίας σε ένα συνέδριο και το θέμα ήταν αυτό, «τα Παύλεια της Βεροίας».

Οι συμμετέχοντες είναι πολλοί και διαφορετικοί. Καθηγητές των Πανεπιστημίων της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας θέλουν να κληθούν και να μιλήσουν στα «Παύλεια». Με όλα αυτά θέλω να πω, τα «Παύλεια» είναι ένα θεολογικό γεγονός. Δεν είναι κάτι ξένο για τον λαό μας, είναι πια ένας θεσμός!

Και βέβαια όλα αυτά, σε όλους τους τομείς, γίνονται και με την πολύτιμη βοήθεια των συνεργατών σας, έτσι δεν είναι;

Το πρώτο περιοδικό που έβγαλε ο πατήρ Γεράσιμος ήταν ο «Παύλειος Λόγος», αμέσως μόλις ήρθαμε. Υπήρξαν αρκετά παιδιά που με ακολούθησαν από τότε και ήρθαν εδώ από τη Θεσσαλονίκη, όπως και ο Άγιος Κίτρους, που ήταν κοντά μου από τα 9 του χρόνια!

Δεν ήρθαν για να πάρουν θέσεις. Ο πατήρ Γεράσιμος, όπως σας είπα, είναι νομικός, εξειδικεύθηκε στην Εγκληματολογία. Ο πατέρας του ήταν καπετάνιος, καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Θα μπορούσε να γίνει ένας άριστος δικηγόρος κι όμως με ακολούθησε. Και άλλα παιδιά με ακολούθησαν. Μία φιλόλογος, η Ολυμπιάδα, με την οποία ανεβάσαμε επίκαιρες θεατρικές παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, είχε το χάρισμα να γράφει καταπληκτικά. Ανεβάσαμε μεταξύ άλλων ένα θεατρικό έργο για τον «Μέγα Αλέξανδρο», με πρωταγωνιστή τον πατέρα Γεράσιμο, ο οποίος έχει και σκηνοθετικές ικανότητες. Τώρα η αδελφή Ολυμπιάδα βρίσκεται στο Μοναστήρι της Αγκαθιάς.

Με ακολούθησε ακόμη μια δικαστικός, ο Πρωτοσύγκελός μας είχε σπουδάσει Οικονομικά, ο Αρχιερατικός μας πρώτα τελείωσε Γεωπόνος, ο Άγιος Κίτρους φιλόλογος και όλοι μετά θεολόγοι … Είχαν μεγαλύτερη άνεση να εξελιχθούν στη Θεσσαλονίκη, αλλά με ακολούθησαν εδώ χωρίς να περιμένουν ούτε οφίκια ούτε τίποτα.

Στη συνέχεια φτιάξαμε το Μοναστήρι στη Δοβρά και είμαστε όλοι εκεί μια οικογένεια. Η βοήθειά τους είναι πραγματικά πολύτιμη!

Γνωρίζουμε όλοι το έργο σας στη Δοβρά. Ένα παλιό μοναστήρι, αναμφισβήτητης ιστορικής και θεολογικής αξίας, γίνεται στα χρόνια της αρχιεροσύνης σας ένας χώρος προσκυνήματος αλλά και υψηλής αισθητικής. Ο ναός ο αφιερωμένος στον Άγιο Λουκά τον ιατρό εντυπωσιάζει. Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο Άγιο; Τι σας δένει μαζί του; Κάποτε είπατε «Θέλω να ταφώ στη Δοβρά». Γιατί;

Όταν με ακολούθησαν όλα αυτά τα παιδιά, για τα οποία σας μίλησα, υπήρχε το όνειρο να ζήσουμε σ᾽ ένα μοναστήρι όλοι μαζί. Όταν ήρθαμε εδώ, το μόνο μοναστήρι που είχε ζωή, με δύο άτομα, ήταν ο Τίμιος Πρόδρομος. Τους έστειλα εκεί. Εκεί όμως ίσως δεν βρήκαν την ανάπαυση που περίμεναν, και μου λέει ο μικρότερος απ᾽ όλους τότε, ο πατήρ Γεώργιος, πως θα ήθελαν να πάνε στη Δοβρά. Η Δοβρά τότε δεν είχε όχι μόνο φως και τηλέφωνο αλλά ούτε ένα κρεβάτι. Ήταν ένας έρημος, ρημαγμένος τόπος. Μοναστήρι μέχρι το 1947-1948 και Παιδούπολη στη συνέχεια, τα πάντα όμως ήταν κλεμμένα και ρημαγμένα, ακόμη και τα κεραμίδια. Λέει ο πατήρ Γεώργιος με τη νεανική του αφέλεια «θα γίνουμε εμείς κτήτορες»! Με τι χρήματα όμως;

Όταν βρήκαμε κάποια χρήματα, φτιάξαμε το Επισκοπείο, το «Παύλειο» Βιβλιοπωλείο, βοηθήσαμε κάποια μοναστήρια, με αποτέλεσμα όλα μας τα μοναστήρια να γεμίσουν σιγά-σιγά με ανθρώπους. Η Αγκαθιά με μοναχές, η Νάουσα με μοναχές, η Καλλίπετρα, οι Άγιοι Πάντες στα Πιέρια … Όμως με τη Δοβρά δεν είχαμε λύση.

Πάνω από το Βιβλιοπωλείο, όλο το κτίριο ήταν του Αγίου Αντωνίου, το οποίο είχε δοθεί στον προκάτοχό μου. Αναγκάστηκα, λοιπόν, να ενώσω δύο διαμερίσματα και να βάλω εκεί τα παιδιά. Έμεναν εκεί, τρώγαμε όλοι μαζί εδώ στη Μητρόπολη ως κοινόβιο, κάναμε ακολουθίες και φεύγανε. Ο πατήρ Γεώργιος, ο μικρότερος, κάθε μέρα πήγαινε στη Δοβρά, όπου στον ναό της Παναγίας υπήρχαν προβατάκια, κατσικάκια. Όταν την πρωτοεπισκέφθηκα, τρεις ημέρες μετά την ενθρόνισή μου είπα μέσα μου: «Αξίωσέ με, Παναγία μου, να τον φτιάξω κάποτε αυτόν τόν τόπο, να τον αναστήσω».

Για να μπορέσουν οι πατέρες να μπουν μέσα σε δύο εγκαταλελειμένα ξυλόσπιτα που είχαν μείνει από την Παιδούπολη, χρειαζόταν για τα απολύτως απαραίτητα ενάμιση εκατομμύριο δραχμές. Ο μετέπειτα ηγούμενος, νομικός και αυτός, από το Χαλάνδρι, που είχε συνδεθεί μαζί μου και με τα παιδιά, με ζωντανή μόνο τη μητέρα του, είχε συναντήσει σοβαρές αντιρρήσεις, όταν θέλησε να γίνει μοναχός εδώ, καθώς η μητέρα του του έλεγε πως τα μοναστήρια τον ήθελαν μόνο για την περιουσία του. Εγώ του είπα πως η μητέρα του είχε δίκαιο, μιας και ήταν μοναχογιός, και πως, αφού ήθελε τόσο πολύ να γίνει μοναχός, να της ζητούσε να τον αποκληρώσει. Της το είπε, αλλά καθώς της στάθηκε, τη φρόντιζε καθημερινά και καθώς εκείνη είδε ότι κάναμε εργασίες στην Παναγία, καθώς έφευγε από το σπίτι τού έδωσε 15 εκατομμύρια δραχμές. Καθώς οι εργασίες συνεχιζόταν η μητέρα αυτή έδωσε για το μοναστήρι, όπου το παιδί της έγινε ηγούμενος, 250 εκατομμύρια.

Έτσι ξεκινήσαμε και συνεχίσαμε. Και ας είναι καλά ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος εκτίμησε την προσφορά των παιδιών – τον πατέρα Γεράσιμο ήθελε να τον πάρει κοντά του για σύμβουλο – και ως Υπουργός Εμπορίου μάς έδωσε 100 εκατομμύρια. Πήραμε στη συνέχεια και 40 από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, τον κ. Λαλιώτη, με αποτέλεσμα να στηθεί σε πρώτη φάση το Μοναστήρι.

Όσον αφορά τη σχέση με τον Άγιο Λουκά, συνέβησαν τα εξής: Έμαθα ότι το παιδί που κυοφορούσε η ανιψιά μου διαγνώσθηκε με Σύνδρομο Down. Καθώς εκείνη ήταν απελπισμένη, της είπα να μην στεναχωριούνται με τον άνδρα της, γιατί υπήρχε ένας σύγχρονος άγιος, γιατρός, καθηγητής Πανεπιστημίου, τον οποίο θα παρακαλούσαμε να μας βοηθήσει.

Προσπαθούσα να βρω πού ήταν αυτός ο Άγιος για τον οποίο είχα ακούσει. Βρήκαμε ότι έζησε στη Συμφερούπολη και πήγαμε με τα παιδιά. Κάναμε παράκληση στον ναό που φυλάσσεται το ιερό λείψανό του, λειτούργησα και μου δόθηκε και ένα μικρό λείψανο του Αγίου. Φεύγοντας το βράδυ από τη Συμφερούπολη, από τον ναό, για να πάμε στο αεροδρόμιο, χτυπά το τηλέφωνό μου. Ήταν τα ανίψια μου που μου είπαν κατάπληκτα πως ο γιατρός τούς πληροφόρησε ότι το παιδί είναι πεντάγερο! «Εσείς βγαίνετε από τον γιατρό κι εγώ βγαίνω από τον γιατρό, από τον Άγιο Λουκά», τους είπα. Η ανιψιά μου γέννησε σε λίγους μήνες έναν πελώριο … Λουκά! Έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με τον Άγιο Λουκά, που ομολογώ πως δεν τον ήξερα προηγουμένως.

Αυτό το πρώτο λείψανο που έφερα στη Μονή της Παναγίας Δοβρά από τη Συμφερούπολη έκανε τον κόσμο να συρρέει στη Δοβρά και ο ναός της Παναγίας δεν μας χωρούσε. Έτσι αποφασίστηκε να κάνουμε έναν ναό για τον Άγιο, που συγκέντρωνε τόσο κόσμο και έκανε τόσα θαύματα, όπως μας πληροφορούσαν. Πούλησα, λοιπόν, ένα σπιτάκι που είχα στη Θεσσαλονίκη, 43 εκατομμύρια δραχμές, ο πατήρ Γεράσιμος κατέθεσε άλλα 25 εκατομμύρια, από ένα σπιτάκι που είχε μαζί με τον αδελφό του και πούλησε μετά τον θάνατο του πατέρα του, κι έτσι ξεκινήσαμε, πάντα με θαύματα του Αγίου! Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δωρεά ενός πιστού που ο Άγιος έσωσε τη γυναίκα και το παιδί του και ολοκλήρωσε από ᾽κει και πέρα μόνος του τον ναό!

Τώρα που πέσαμε πάνω στην κρίση, δεν μπορούμε να βάλουμε ούτε ένα κεραμίδι, αλλά έχει ο Θεός!  Σκεφτόμαστε πως ό,τι χρειαστεί θα το φτιάξει πάλι ο Άγιος!

Είστε σχεδόν 30 χρόνια στον τόπο μας. Πώς βλέπετε τους κατοίκους του και πόσο συνεργάσιμοι ήταν στην κοινή σας πορεία;

Συνεργαστήκαμε καλά. Στην αρχή ίσως υπήρχε μια άλλη νοοτροπία. Σιγά-σιγά όμως μπήκαν στο δικό μας πνεύμα. Για παράδειγμα, μου έλεγε ο Άγιος Κίτρους πως, όταν ξεκίνησε με τους Αγίους Αναργύρους, δεν υπήρχαν άνθρωποι με τη διάθεση να κάνουν δωρεές. Στην πορεία άρχισαν να συνεργάζονται με τη Μητρόπολη και τα φιλανθρωπικά της έργα. Δεν έχω κανένα παράπονο. Το συσσίτιό μας συντηρείται από την αγάπη των ανθρώπων. Έχουμε τώρα πια εξαιρετική συνεργασία σ᾽ όλους τους τομείς.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες στο έργο ενός ποιμενάρχη; Ποια είναι εκείνα τα οποία πρέπει να τον χαρακτηρίζουν, ώστε να επιτελεί το έργο του με επιτυχία;

Ένας ιεράρχης δεν πρέπει να εργάζεται για τον εαυτό του. Πρέπει να εργάζεται για τη δόξα του Θεού και για τη βοήθεια των ανθρώπων. Αν ο ποιμενάρχης το έχει αυτό ως στόχο του, με τη χάρη του Θεού και με τη βοήθειά του πιστεύω πως θα πάει καλά.

Αλλά και ποια νομίζετε πως πρέπει να χαρακτηρίζουν τον καθένα, ώστε να θεωρείται όχι μόνο χριστιανός, αλλά πάνω απ᾽ όλα άνθρωπος; Πώς βλέπετε εσείς τον άνθρωπο, ο οποίος θα είναι, ίσως, και χριστιανός;

Τι λέει το αρχαίο γνωμικό; «Ως χαρίεν άνθρωπος, όταν άνθρωπος ῃ»! Άνθρωπος. Άνω θρώσκω! Ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει προς τα επάνω, προς τον Θεό και πρέπει να ξέρουμε όλοι μας, και πρώτος εγώ, ότι είμεθα περαστικοί από τη γη. Θα φύγουμε απ᾽ αυτήν τη ζωή, όπως φύγανε τόσοι! Τι θα αφήσουμε πίσω μας; Την αγάπη μας για τον συνάνθρωπο πρωτίστως. Θ᾽ αφήσουμε την καλοσύνη μας, την καλή σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό πιστεύω πως είναι το πιο σπουδαίο πράγμα.

Η παγκοσμιοποίηση ως όρος αλλά και ως πραγματικότητα έχει επηρεάσει όλους τους τομείς. Τον οικονομικό, τον πολιτικό, τον πολιτισμικό και φυσικά και τον θεολογικό, τον τομέα της πίστης. Ποια είναι τα όπλα της Ορθοδοξίας, ώστε να αντισταθεί στην παγκοσμιοποίηση;

Η παγκοσμιοποίηση καταργεί πολλά πράγματα. Και πάνω απ᾽ όλα τη σχέση μας με την παράδοσή μας. Εμείς πρέπει να μένουμε σταθεροί στις ρίζες μας. Ας χρησιμοποιήσουμε ό,τι καλό μπορεί να προσφέρει η παγκοσμιοποίηση, αλλά με προσοχή, γιατί, όταν ξεφύγουμε από τα δικά μας και αλλοτριωθούμε, αυτό δεν είναι καλό ούτε για τον τόπο μας αλλά και για τον καθένα μας ξεχωριστά.

Οι πιο ευάλωτοι στην παγκοσμιοποίηση είναι οι νέοι, οι οποίοι επηρεάζονται στον τομέα της γλώσσας, της μουσικής, του ντυσίματος αλλά και γενικά της σκέψης. Πώς η Εκκλησία θα μπορούσε να τους πλησιάσει; Ποιους καινούριους τρόπους προσέγγισης μπορεί να εφαρμόσει;

 Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Η Εκκλησία θέλει οι νέοι μας να μένουν στις αρχές και στην παράδοση, χωρίς όμως να ξεχνά πως πρόκειται για νέους ανθρώπους, που μοιραία επηρεάζονται από πολλά σύγχρονα μέσα, που κακά τα ψέμματα μπήκαν στη ζωή όλων μας. Η Εκκλησία χρειάζεται και κατανόηση και αγάπη απέναντί τους, ώστε να καταλάβουν ότι όλα αυτά τα καινούρια που μπήκαν στη ζωή τους έχουν καλές και κακές πλευρές. Το σημαντικό θα ήταν να χρησιμοποιήσουν τις καλές. Κι αυτό προσπαθώ να περάσω σ᾽όλους ότι καλή είναι η τεχνολογία, αλλά πάνω απ᾽ όλα να μην αφήσουμε να φθαρεί ό,τι καλό έχουμε μέσα μας.

Ποτέ όμως με τον έλεγχο που απομακρύνει το παιδί από κοντά σου. Αγάπη, καλοσύνη, κατανόηση. Με τη γνώση πως το παιδί ανήκει στο σήμερα κι όχι στη δική μου εποχή. Το ζητούμενο είναι να το βοηθήσουμε να βρει πώς πρέπει να αντιμετωπίσει την εποχή του σήμερα, γιατί διαφορετικά η δράση φέρνει μόνο αντίδραση.

Ζούμε σε μια εποχή που το άδικο κυριαρχεί. Πώς βιώνετε ως ιερωμένος και ως άνθρωπος αυτή την αδικία;

Αδικία, αδικία παντού! Ακόμη ίσως και στον δικό μας χώρο να υπάρχει αδικία … Και το βλέπεις και λες «Για όνομα του Θεού! Πώς είναι δυνατόν;» Είναι μία τάση των ανθρώπων να αδικούν. Εμείς, όμως, επειδή εμπιστευόμαστε τον δίκαιο Κριτή, έχουμε την ελπίδα να δικαιωθούμε από Εκείνον. «Δίκαιος ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε!»

Η Επιστήμη προχωρεί με άλματα και κάποιες φορές η Εκκλησία στέκεται απέναντί της. Για παράδειγμα στο θέμα των μεταμοσχεύσεων ή στο θέμα των εμβολίων. Είναι λεπτά θέματα και το πρώτο και το δεύτερο. Σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις, απ’ όσα γνωρίζω, δεν υπάρχει επίσημη θέση. Στο θέμα των εμβολίων η επίσημη θέση της Εκκλησίας ήταν υπέρ. Υπήρξαν όμως και στεντόρειες φωνές που υπήρξαν άκρως αρνητικές. Πώς εξηγείτε αυτόν τον διχασμό;

Αυτή είναι μια τελευταία πληγή που τη ζήσαμε όλοι, όσον αφορά την αντίδραση κάποιων στα εμβόλια που επηρέασαν αρκετούς, δυστυχώς, οι οποίοι δεν έφταιγαν και έχασαν και τη ζωή τους. Είναι πάρα πολύ λυπηρό! Γιατί; Γιατί τουλάχιστον στον χώρο τον δικό μας ή πιστεύουμε και υπακούμε στην Εκκλησία – που η Εκκλησία είναι η Αρχή για μας – ή όχι. Δεν μπορούμε να αμφισβητούμε την Ιεραρχία, τη Σύνοδο, τον Πατριάρχη. Όλοι αυτοί έδωσαν μία κατεύθυνση, γιατί να μην την ακολουθήσουμε; Και πώς ο καθένας μόνος του μπορεί να σηκωθεί και να πει «όχι, εγώ δεν δέχομαι». Ποιος είσαι εσύ; Τότε δεν είσαι μέλος της Εκκλησίας! Απ᾽ τη στιγμή που δεν δέχεσαι, βγάζεις τον εαυτό σου έξω από την Εκκλησία! Πώς αναπαύονται δεν μπορώ να καταλάβω…

Ο κόσμος με τον πόλεμο στην Ουκρανία έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Και δύο Ορθόδοξες Εκκλησίες, Μόσχας και Κιέβου, δείχνουν αντίπαλες. Πώς βιώνετε αυτήν την αιματηρή διένεξη; Και ποια κατά τη γνώμη σας θα έπρεπε να είναι η θέση των Εκκλησιών;

Είναι πολύ δύσκολες καταστάσεις που με στεναχωρούν. Είχα πολλούς φίλους και από τις δύο Εκκλησίες. Είναι αδελφοί, είναι ορθόδοξοι λαοί, πολλές φορές με καλούσαν να μεταφέρω το λείψανο του Αγίου Δημητρίου ή του Αγίου Λουκά. Πού να πας τώρα; Το μόνο που απέμεινε είναι πόνος και προσευχή. Να φωτίσει ο Θεός να λήξει το συντομότερο αυτή η διένεξη, με όσο το δυνατόν λιγότερα θύματα και πάνω από όλα ειρηνικά.

Πριν από λίγες ημέρες στη γιορτή μου ήταν περαστικός από εδώ ένας από τους αρχιερείς που λειτουργεί στο Λβιβ. Λαμπρός κληρικός και γιατρός και θεολόγος και μου μίλησε για το μαρτύριο που ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Και για την Εκκλησία είναι το λυπηρό ότι ανήκαν πνευματικά στη Ρωσία και η Ρωσία είναι τώρα εναντίον του τόπου τους και εναντίον και της τοπικής Εκκλησίας. Είναι τεράστιο πρόβλημα γι᾽ αυτούς. Ευελπιστούν, μου έλεγε, ότι κάτι θα γίνει, κάτι πάει να γίνει…

Στα κείμενα της Μητρόπολης πάντα η γραφή ακολουθεί πολυτονικό σύστημα και καθαρεύουσα γλώσσα. Γιατί, μετά τόσο χρόνια επικράτησης της Δημοτικής, η Εκκλησία επιμένει;

Καλά είναι, όπως έλεγα και προηγουμένως, να κρατούμε την παράδοσή μας. Τα νέα παιδιά, τα οποία δεν γνωρίζουν καθόλου την καθαρεύουσα, πώς να διαβάσουν την Αγία Γραφή, πώς να την καταλάβουν; Στα επίσημα έγγραφά μας κρατούμε την απλή καθαρεύουσα, αλλά μιλώντας στον λαό είμαστε απλοί και κατανοητοί.

Παρακολουθούμε τις καθημερινές σας δραστηριότητες και τις εκπληκτικές αντοχές να ανταποκρίνεστε σ᾽ αὐτές. Ποιο είναι το μυστικό; Η ψυχή προστάζει το σώμα;

Ξέρετε δουλεύω γράφοντας ακόμη και τη νύχτα. Η νύχτα με βοηθάει. Πάντα ταξίδευα με ευκολία, χωρίς να θέλω να στεναχωρήσω κανέναν από όσους με καλούσαν. Τώρα, μεγαλώνοντας, δεν έχω τις ίδιες αντοχές, παρόλο που λέτε ότι είμαι ακούραστος. Προσπαθώ να είμαι όσο μπορώ συνεπής στις υποχρεώσεις μου. Αυτόν τον καιρό ήμουν τόσο κουρασμένος, ώστε ζήτησα να πάω για λίγες ημέρες στο Άγιο Όρος, (έχω ένα μικρό κελί εκεί), να ξεκουραστώ. Τώρα που θα αρχίσει το δεκαπενθήμερο των Παρακλήσεων στην Παναγία, θα ανταποκριθώ σε όλες τις υποχρεώσεις. Αυτό σημαίνει διακονία. Ο Επίσκοπος, αν δεν είναι κοντά στο ποίμνιο … δεν γίνεται. Δεν με γεμίζει διαφορετικά τίποτε άλλο. Η επικοινωνία με τον Θεό και το ποίμνιο νικά την κούραση.

Ποιες ήταν οι κορυφαίες στιγμές της ζωής σας, που σας καθόρισαν ως άνθρωπο αλλά και ως ιερωμένο. μετά από ένα χρυσό ιωβηλαίο ιεροσύνης και ένα αργυρό αρχιεροσύνης;

Η μία ήταν όταν με έστειλαν στο Άγιο Όρος. Ήταν πολύ σημαντική για μένα αυτή η επιλογή του Δεσπότη να με στείλει εκεί. Άλλαξε όλη η ζωή μου, ο προσανατολισμός μου, τα πάντα …

Η δεύτερη ήταν η σχέση μου με τον Άγιο Δημήτριο. Η έλευση των λειψάνων του Αγίου Δημητρίου ήταν ό,τι πολυτιμότερο συνέβη στη ζωή μου. Ποιος είσαι εσύ που σε επέλεξε ο Άγιος Δημήτριος ή ο Θεός ή ο Δεσπότης να πας και να φέρεις τα ιερά λείψανα, όταν οκτώ αιώνες έλειπαν από τη Θεσσαλονίκη; Κορυφαίο γεγονός για μένα.

Η τρίτη στιγμή ήταν, όταν επιλέχθηκα εγώ, ένας απλός άνθρωπος, να διακονήσω εδώ, στον τόπο σας, ως Επίσκοπος.

Και κλείνοντας, ποια φράση, μέσα από τις άπειρες που ζήσατε το βάθος τους στον ιερατικό σας βίο, είναι εκείνη που σας εκφράζει περισσότερο, Σεβασμιώτατε, και αποτελεί για σας πυξίδα ζωής;

Η διακονία του λαού. Αυτή η δράση είναι που γεμίζει τη σκέψη μου, το είναι μου, τα όνειρά μου … Πώς θα μπορέσω, σκέφτομαι κάθε βράδυ, να ικανοποιήσω τον λαό του Θεού. Και, όπως είπε ο Χριστός, «Ουκ ήλθον διακονηθήναι αλλά διακονήσαι». Αυτή η φράση κυριαρχεί στη σκέψη μου, αυτή με γεμίζει!

 

Φωτογραφίες: faretra.info – Αρχείο Μητροπολίτη Παντελεήμονα