Άρθρα

Οι υποκλοπές είναι σκάνδαλο – Αρά δεν θα μάθουμε τίποτα…

Η υπόθεση των υποκλοπών, που έχει παραδεχθεί η κυβέρνηση ότι πραγματοποιούσε η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ώστε να αποκληθεί «σκάνδαλο». Έτσι, αν συνυπολογίσει κανείς την εμπειρία δεκαετιών από την επίδραση των σκανδάλων στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό (σκάνδαλο Κοσκωτά, Siemens, Υποκλοπές ’90-’93, σκάνδαλο Βατοπεδίου κ.λ.π)  γνωρίζει δύο πράγματα:

Πρώτον ότι δεν θα μάθουμε τι έγινε και δεύτερον πώς θα επιταχύνει καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις.

Τα χαρακτηριστικά του σκανδάλου

Το σκάνδαλο των υποκλοπών που αναδείχθηκε μετά τις παραιτήσεις του γραμματέα του Γραφείου του Κυριάκου Μητσοτάκη και του διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών έχει έναν πολύ συγκεκριμένο «πυρήνα»: Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να δηλώσει δημόσια πως παρακολουθούσε το τηλέφωνο του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη. Παράλληλα όμως αναδείχθηκε και το ότι η εισαγγελέας της ΕΥΠ, Βασιλική Βλάχου, φέρεται να λειτουργούσε ως … «μηχανή παραγωγής» εντολών για παρακολουθήσεις αφού οι αιτήσεις της ΕΥΠ για «νόμιμες επισυνδέσεις» που υπέγραψε φέρεται να φθάνουν τις 16.000!

Όλα αυτά στο πλαίσιο ενός νομοθετικού πλαισίου που ψηφίστηκε αρχικά τον Αύγουστο του 2019 και συμπληρώθηκε τον Μάρτιο του 2021. Οι βασικές του αρχές είναι πως η λειτουργία της ΕΥΠ υπάγεται στο πρωθυπουργικό γραφείο ενώ μπορεί να διενεργεί παρακολουθήσεις χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

Όμως εκτός από τον «πυρήνα» το σκάνδαλο των υποκλοπών έχει και …περιφέρεια. Σε αυτή περιλαμβάνεται αρχικά η υπόθεση του λογισμικού «Predator». Ένα πανάκριβο σύστημα ισραηλινής κατασκευής και αξίας 14 εκατομμυρίων ευρώ  που η ΕΥΠ δηλώνει ότι δεν προμηθεύθηκε. Όμως αυτό το σύστημα «ιχνηλατήθηκε» όταν οι υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εντόπισαν την απόπειρα υποκλοπής στο κινητό του Νίκου Ανδρουλάκη.

Επίσης, φαίνεται από δημοσιεύματα να αναδεικνύονται κάποιες έμμεσες σχέσεις ανάμεσα στον Γρηγόρη Δημητριάδη και στην εταιρεία που σχετίζονταν με τα δικαιώματα του συγκεκριμένου λογισμικού. Μια εικόνα που παραπέμπει στην λειτουργία μιας «παράλληλης ΕΥΠ» εντός της κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών.

Ένα ακόμη «περιφερειακό» στοιχείο – που ελάχιστα αναδεικνύεται στα κυρίαρχα ΜΜΕ- είναι η έντονη εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα σε αυτή την υπόθεση. Αρχικά μέσω των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, μέσω των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι «νόμιμες επισυνδέσεις». Οι επιχειρήσεις αυτές είναι υποχρεωμένες να ανταποκρίνονται στα αιτήματα της ΕΥΠ, αυτό όμως σημαίνει πως γνωρίζουν τι συμβαίνει.

Επιπλέον, σημαντικό είναι το ότι πολλά στοιχεία για τους λόγους που παρακολουθήθηκε το κινητό του Νίκου Ανδρουλάκη καταγράφηκαν σε Μέσα Ενημέρωσης, με φιλοκυβερνητική γραμμή, αλλά συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Δημιουργώντας σημαντικά (πολιτικά) ερωτήματα σχετικά με το τι γνώριζαν, πως το γνώριζαν και από πότε το γνώριζαν.

Εξεταστική επιτροπή (άντε γεια…)

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αν και το καθένα με το δικό του σκεπτικό, είχαν ως πρώτο αντανακλαστικό την καταφυγή στις υφιστάμενες θεσμικές διαδικασίες για την διαλεύκανση της υπόθεσης. Δηλαδή την δικαστική και την κοινοβουλευτική διερεύνηση του θέματος. Λογικό από την μία πλευρά, από την άλλη όμως είναι σχεδόν δεδομένο ότι δεν πρόκειται να οδηγήσει στον να βγει στο φως ότι έγινε.

Όσον αφορά την δικαιοσύνη οι διαδικασίες της είναι χρονοβόρες. Επίσης, το νομοθετικό πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης είναι εξαιρετικά «σφιχτό» και δεν διευκολύνει καθόλου μία εισαγγελική έρευνα. Αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε ότι οι δικαστικές αρχές φαίνεται να ενδιαφέρονται εξίσου και για το πώς διέρρευσαν οι πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση του κινητού του Νίκου Ανδρουλάκη.

Η κοινοβουλευτική διερεύνηση, πάλι, «περνά» μέσα από τις διαδικασίες μία εξεταστικής επιτροπής. Τη σύστασή της δεν πρόκειται να παρεμποδίσουν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί αφού η κυβέρνηση έχει σπεύσει να δηλώσει ότι θα κάνει αποδεκτή μια τέτοια πρόταση εφόσον την καταθέσει η αντιπολίτευση.

Όμως η δημιουργία μιας τέτοιας επιτροπής είναι σαν να «βάλεις τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα». Σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής οι επιτροπές αυτές συγκροτούνται κατ’ αναλογία της δύναμης των κομμάτων στο κοινοβούλιο. Έτσι, στην συγκεκριμένη εξεταστική την πλειοψηφία των βουλευτών που θα την απαρτίζουν θα την έχει η Νέα Δημοκρατία. Είναι επίσης βέβαιο ότι το κυβερνών κόμμα θα φροντίσει να μετέχουν σε αυτή οι πιο «μητσοτακικοί» βουλευτές ώστε να μην έχει προβλήματα πειθαρχίας.  Εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς πως η γαλάζια πλειοψηφία θα παρεμποδίσει οποιαδήποτε προσπάθεια ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, ακολουθώντας την λογική της εξεταστικής που συστήθηκε για την «Λίστα Πέτσα» η οποία δεν κάλεσε ούτε ως μάρτυρα τον Στέλιο Πέτσα. Στην προκειμένη περίπτωση σύμμαχος της Ν.Δ θα είναι η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» και του ειδικού καθεστώτος λειτουργίας ΕΥΠ.

Η πολιτική διαχείριση

Η πολιτική διάσταση και οι επιπτώσεις του σκανδάλου των υποκλοπών, είναι μια πιο περίπλοκή υπόθεση, ιδίως από την στιγμή που αυτή η ιστορία φαίνεται πως θα καθορίσει τις ισορροπίες του αστικού πολιτικού σκηνικού σε μία προεκλογική χρονιά. Άλλωστε καθόλου τυχαίο δεν είναι που ήδη στην ειδησεογραφία έχουν κάνει την εμφάνισή τους σενάρια σχετικά με τον χρόνο των εκλογών.

Το Μέγαρο Μαξίμου κινείται σε δύο επίπεδα:

Το πρώτο αφορά την επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης. Στόχος της είναι η δημόσια δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη. την Δευτέρα, να «κλείσει» την υπόθεση. Ο πρωθυπουργός επιλέγει τον ρόλο του … «θύματος» στην υπόθεση και θα υποστηρίξει ότι δεν ήξερε τίποτε για την παρακολούθηση του κινητού του Νίκου Ανδρουλάκη. Μάλιστα, θα θελήσει να δώσει και την αίσθηση του «ηθικού πλεονεκτήματος» αναφέροντας όταν το έμαθε αμέσως έδιωξε τον διοικητή της ΕΥΠ Παναγιώτη Κοντολέοντα που ο ίδιος είχε διορίσει. Αν και το αφήγημα ακούγεται μάλλον παιδαριώδες και καθόλου πιστευτό, η εξέλιξη των πραγμάτων το κατέστησε μονόδρομο για το κυβερνητικό επιτελείο. Πάντως ο πρωθυπουργός δεν θα πει κουβέντα για το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας της ΕΥΠ αφού η κυβέρνηση συνεχίζει να το αποκαλεί ένα από τα καλύτερα στην Ευρώπη.

Το δεύτερο επίπεδο, έχει να κάνει με τις «υπόγειες» πιέσεις προς τον Νίκο Ανδρουλάκη. Οι διαρροές στα social media περί υποθέσεων που σχετίζονται με την προσωπική ζωή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, αλλά και η πρόκληση που του απεύθυνε ο διευθυντής του γραφείου τύπου της Ν.Δ Νίκος Ρωμανός, ώστε να δημοσιοποιήσει ο ίδιος τους λόγους που οδήγησαν στην παρακολούθησή του κινούνται εμφανώς σε αυτή την κατεύθυνση.

Θυμίζουμε ότι η Νέα Δημοκρατία εξαρχής στόχευσε στο να «διευθετηθεί» το θέμα με κατευθείαν επαφές ανάμεσα στον Νίκο Ανδρουλάκη  και τον υπουργό Επικρατείας Γιώργο Γεραπετρίτη. Μια προοπτική όμως που ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, δεν μπορούσε να αποδεχθεί. Ουσιαστικά με αυτές τις κινήσεις η ηγεσία της Ν.Δ θέλει να μην «κοπούν οι γέφυρες» μεταξύ της Πειραιώς και της Χαριλάου Τρικούπη. Ο λόγος προφανής: Θέλει να έχει ανοιχτή την προοπτική συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ στην εξαιρετικά πιθανή περίπτωση που η Ν.Δ δεν μπορέσει να συγκεντρώσει ποσοστά αυτοδυναμίας. Αυτό παρότι οι τελευταίες εξελίξεις θέτουν σε μεγάλη αμφισβήτηση το αν η Ν.Δ θα διατηρήσει την πρωτιά που μέχρι σήμερα την έδιναν οι δημοσκοπήσεις.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι αχαρτογράφητο παραμένει ακόμη το ποια επίδραση έχει το σκάνδαλο των υποκλοπών στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, ιδίως από την στιγμή που οι «γαλάζιες φατρίες» βλέπουν να απομακρύνεται το ενδεχόμενο η ηγεσία Μητσοτάκη να μπορέσει να ανανεώσει την θητεία της. Η σιωπή των κορυφαίων στελεχών και των επικεφαλής των τάσεων (Αντώνη Σαμαρά, Νίκου Δένδια και φυσικά του Κωνσταντίνου Καραμανλή) μοιάζει απειλητική στην παρούσα φάση.

Στον χώρο της αντιπολίτευσης τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως ήταν αναμενόμενο «μπαίνει δυνατά» στην όλη ιστορία. Στην Κουμουνδούρου προφανώς βλέπουν ότι όχι μόνον υπάρχει φθορά της Νέας Δημορκατίας αλλά και ότι αντικειμενικά το σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα για «συγκυβέρνηση των προοδευτικών δυνάμεων» (ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ) ενισχύεται. Επίσης αν από την σύγκρουση Νέας Δημοκρατίας – ΠΑΣΟΚ προκύψει επικοινωνιακή «ζημιά» και στους δύο χώρους πάλι η αξιωματική αντιπολίτευση θα είναι κερδισμένη.

Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ το γεγονός ότι θύμα των παρακολουθήσεων ήταν ο πρόεδρός του φέρνει το τρίτο σε δύναμη κοινοβουλευτικό κόμμα στο επίκεντρο των εξελίξεων. Παρ’ όλα αυτά ο Νίκος Ανδρουλάκης, προσπαθεί να διατηρήσει «χαμηλούς» και «θεσμικούς» τόνους συγκριτικά με το μέγεθος της υπόθεσης. Ακόμη και έτσι όμως η επιθετική τακτική της Νέας Δημοκρατίας δεν του αφήνει περιθώρια και τον υποχρεώνει να ασκεί έντονη κριτική στις πρακτικές του Μεγάρου Μαξίμου. Ενδεικτική και η δήλωση όπου μίλησε για «χυδαίες διαρροές» της Νέας Δημοκρατίας, αναφορικά με τους υπαινιγμούς για υποθέσεις που σχετίζονται με τηλεφωνικές συνομιλίες του ή και για τον προσωπικό του βίο.

Η ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη οφείλει να συνυπολογίσει το ενδεχόμενο να δεχθεί μια άνευ προηγουμένου επικοινωνιακή επίθεση από τους μηχανισμούς της Νέας Δημοκρατίας, δίχως μάλιστα να έχει «καλυμμένα τα νώτα της». Κυρίως γιατί ήδη έχουν εκδηλωθεί διαφορετικές προσεγγίσεις του ζητήματος των υποκλοπών στο εσωτερικό του κόμματος, ενώ ένα τμήμα των στελεχών του προσβλέπει στην προοπτική διακυβέρνησης με την Νέα Δημοκρατία.

imerodromos.gr