Απόψεις στη Φαρέτρα

“Ο Αγαθάγγελος” του Ρήγα Βελεστινλή / γράφει ο Γιώργης Έξαρχος

———–

Γιώργης Έξαρχος

Το παρόν, ας θεωρηθεί ότι αποπειράται να διαλευκάνει το θέμα, αν ο Ρήγας Βελεστινλής ήταν ή όχι εκδότης ενός κειμένου χρησμών, γνωστού ως «Ο ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εμψύχωση των «απλών Ελλήνων» στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Είναι τμήμα του σχετικού κεφαλαίου της δίτομης μελέτης μου «Ο ΡΗΓΑΣ», και φρονώ ότι αποδεικνύω ότι «Ναι, ο Αγαθάγγελος στην έκδοση Λειψίας του 1769 ήταν εκδοτικό έργο με επιμέλεια του Ρήγα» (όχι –ασφαλώς– γραμμένο από τον Ρήγα). Έχουν προηγηθεί εμού άλλοι ερευνητές, με άλλα επιχειρήματα, που αποδέχονται αυτή την αλήθεια, αλλά οι επαγγελματίες «ρηγολόγοι» το… αρνούνται, μηρυκάζοντας αφελή επιχειρήματα, μη πειστικά και για… αφελείς αναγνώστες.

Το 1832 ο Κωνσταντίνος Οικονόμος αντιγράφει στη Βιέννη τον «Αγαθάγγελο» που εκδόθηκε «εν Λειψία [και] το τεύχος τετυπώσθαι περί το 1789 έτος, ει και τον τόπον και το έτος εψεύσατο ο εκδούς, εν Αγαθουπόλει γράψας και τω 1379 επιγράψας την έκδοσιν (και ταύτα προφανώς ειρημένου εν τω προλόγει τω προ της εισαγωγής της προφητείας, ότι «το βιβλίον εξεδόθη εις φως τω 1555 ερμηνευθέν εκ της γαλλικής [ή της ιταλικής] διαλέκτου…» Για τούτη την έκδοση του Αγαθάγγελου, εν Λειψία 1789, γράφει το 1838 ένας καλόγερος (με το ψευδώνυμο «Ζηλοπροφήτης») ότι είναι έκδοση του Ρήγα Βελεστινλή, που ίσως να έγινε στη Βιέννη. Ίσως!...[1] Πιο συγκεκριμένα γράφει:

  • «Έστι δ’ εκείνης η αυτή και πολλαχού Διερμηνευτική, και Αναπληρωματική ου μόνον των προ Χριστού Προφητειών, αλλά και Αυτής της Αποκαλύψεως Ιησού Χριστού· ως ιδείν ένι εν τω Πρώτω της Αγαθαγγέλου Προφητείας Κεφαλαίω, εδαφίω 35, 36, και 37.

Τύποις ουν εκδοθείσα ελλιπώς, η ανά χείρας Αποκάλυψις, και Προφητεία του Μακαρίου Ιερωνύμου Αγαθαγγέλου, και ακρωτηριασθείσα πολλαχού υπό Ρήγα του θετταλού, πλέον δ’ η άλλοθι, εν Κεφαλαίοις Πέμπτω, Εβδόμω, και Ογδόω· ων τα δύω Έβδομόν τε, και Όγδοον, εις έν συνήψεν Έβδομον· Εκ πολλών είτα χειρογράφων των παλαιοτέρων αναπεπλήρωται, και ως οίον τ’ ακριβώς διώρθωται, ενίων χειρογραφικών, και τυπογραφικών αμαρτημάτων εκκαθαρθείσα. Ης και των δέκα Κεφαλαίων έν έκαστον εις εδάφια διήρηται, σαφηνείας χάριν, και ευκρινείας των εν αυτοίς Προρρήσεων, υπό τινος ευσεβούς ελαχίστου Ζηλοπροφήτου.

“Ος αυτήν ταύτην επί πάσι και Πνευματικώς Ανέκρινε,…”» (σ. ιβ’).

  • «ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ 3: Ενταύθα λήγει η έκδοσις του Ρήγα, ος τα εξής αφείλε τα εν χειρογράφοις· εαυτήν ούτως αξιόπιστον συνιστώσα, τον δε μεταφραστήν Θεόκλητον αρνουμένη, και ως μη δεύρο διαβιούντα εξουδενούσα, και τα εξ εκείνου άχρι των καθ’ ημάς ημερών σωζόμενα χειρόγραφα, και αντίγραφα ακυρούσα, και εις το παντελές, καίπερ όντα, και μετά χείρας φερόμενα, και ημίν αναγινωσκόμενα, ασυνειδήτως καταρ-γούσα.

Η γαρ παρά του Ρήγα έκδοσις της Προφητείας, περί της πρώτης εκδόσεως αυτής, ή μάλλον ειπείν αληθέστερον, περί εαυτής ταύθ’ ούτως εν αρχή λέγει·

Νυν δε πρώτον θεία Νεύσει τύποις εκδοθείσα εν Αγαθουπόλει, έτει Σωτηριώδει ,ατοθ’.

Ούτως ο ανήρ λαμπρώς ψεύδεται, και εαυτού έκδοσιν παλαιοτέραν της του Ιακώβου του παλαιώτου μάτην υποδείξαι επιχειρεί· την εν τέλει του οκτωκαιδεκάτου από Χριστού αιώνος, ήκιστα γ’ εν έτει ,ατοθ’. γενομένην εν Βιέννη της Αουστρίας, ουδαμώς εν Αγαθουπόλει, της εν έτει ,αφνε’ πρώτης εκδόσεως.

Εν γαρ εκείνω τω έτει η Προφητεία εν Μεδιολάνοις Ιταλιστί εις φως εξεδόθη παρ’ Ιακώβου· κατά δε το ,αψη’ έτος ερμηνεύθη παρά Θεοκλήτου εκ της Ιταλικής διαλέκτου, ούκουν εκ της Γαλλικής διαλέκτου, η φησιν ο Ρήγας, εις την πεζήν ημών φράσιν.

Ου μόνον άρα εαυτόν ερμηνευτήν της Προφητείας άδηλον τοις μη ειδόσιν υποδείκνυσιν· ου γαρ ουδέ του ερμηνευτού, ουδέ του εκδότου το όνομα φέρει, η έμοιγε γνωστή του Ρήγα έκδοσις· αλλά και εκδότην αυτής παλαιότερον του παλαιώτου· καίτοι μηδαμή μηδαμώς ων ερμηνευτής, στρεβλός δ’ εκδότης της παρά Θεοκλήτου ερμηνευθείσης Προφητείας, γενόμενος ως γε καθ’ ημάς, εν τω τέλει του ιη’ αιώνος.» (σ. κα’-κβ’).

  • «Και περί μεν της εν Βιέννη της Αουστρίας εκδόσεως της δε της Προφητείας, της υπό Ρήγα του Θετταλού γενομένης, περί εκείνης ανωτέρω είρηται, όσα απόχρη. ης περί των ελλείψεων, και των άλλων πλημμελημάτων, καν τοις Κεφαλαίοις ειρήσεται αυτής ταύτης της ανά χείρας Προφητείας, της πάσης άλλης τυπογράφου, και χειρογράφορας, και πληρεστέρας, ως ιδείν εκ παντί ταύτην αναγινώσκοντι, και συγκρίνοντι ταις άλλαις.

Κατ’ εκείνην δε και ετέρα τοιαύτη γέγονεν έκδοσις εν Μεσολογγίω, μικρώ πρότερον προ της εκείνου σήμερον αλώσεως και καταστροφής δι’ ένδειαν των επιτηδείων. Αλλ’ αύτη, κακείνη εκλιπούσα, εκατέρα απώ-λετο η έκδοσις.» (σ. κγ’).

  • «26. Αποπληρωθήσεται μεν μετά την τετάρτην εκατοντάδα, από του πεντηκοστού δευτέρου έως του τρίτου· (1) εν ω έτει εκπεσείται το Υπέρογγον της Ανατολής Βασίλειον υπό χείρας (2) των Σαρακηνών. (3). | […]

[Στην υποσημ. 1 γράφει:] Εν τύπ. και τισι χειρ. πληρωθήσεται δε κατά την τετάρτην εκατοντάδα του πεντηκοστού δευτέρου έως του τρίτου. Αλλ’ η προφανής των τύπων αύτη διαφθορά, η αυτή έστιν άντικρυς τη των χειρογράφων, οις αμέλει χρησάμενος ο Ρήγας, τύποις εξέδοτο την Προφητείαν.–» (σ. 9).

  • «17. Αλλ’ ω δυστυχείς, τι μέλλει γενέσθαι; (2) πού απάγει υμάς η υψηλοφροσύνη εκτείναι την νιήκην; | […]

[Στην υποσημ. 2 γράφει:] Εν χειρ. τι μέλλει γενέσθαι εξ υμών; Τα εξής του εδαφίου, και τα λοιπά εδάφια τούδε του κεφαλαίου, εν τύποις όλως κείται, αφαιρεθέντα παρά του Ρήγα, αλλ’ εύρηται γεγραμμένα εν παλαιοίς χειρογράφοις, ούτως έχοντα, ως έπεται.–» (σ. 59).

Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων (Τσαρίτσανη)

Έχω υποσημειώσει στη ροή του κειμένου του «Αγαθάγγελου του Ρήγα», μέρος του κειμένου που λείπει, με βάση το χγρφ. του Κ. Οικονόμου, αλλά εδώ θα αναπαράξω «αυτό που λείπει» απ’ την «Έκδοση του Ρήγα», παίρνοντάς το από την έκδοση του Ζηλοπροφήτη, διότι το δίνει σε πιο επιμελημένη μορφή, με παραγράφους:

«17. Αλ’ ω δυστυχείς, τι μέλλει γενέσθαι; πού απάγει υμάς η υψηλο-φροσύνην εκτείναι την νίκην;

  1. Τα υψηλά ψυχρά όρη, άθλιοι, υμίν ου συμφέρουσι. Λυσσώδεις, να αφήσετε τον πρόχειρον χορόν, ον επιάσατε. Ούτως ο χρησμός λαλεί.

  2. Βλέπω, εγείρεται φοβερά ταραχή. Παννονία, βοήθεια χρήσον. Όλεθρος, λοιμός, και πόλεμος φανήσεται, ότι ο Κόσμος απόλλυται εκ του Κόσμου.

  3. Μετά ταύτα στρέφεται η σφαίρα, και πίπτει κατά γης ο ισχυρό-τερος. Είπετο τοις χρησμοίς ταύτα τα λόγια.

  4. Συνθήκας ποιείν δοκούσιν· αλλ’ εις μάτην κοπιώσι. Σύντομον εκεχειρίαν εγώ ποιώ· υπέρ αληθούς ειρήνης ου λογίζομαι. Ο Άρης απειλεί τρομερόν όλεθρον. Ταχινή δοκεί του Σύμπαντος η Συντέλεια.

  5. Και ιδού έν στέλεχος εκ δένδρου Κεδρίνου, εξαίφνης εκταραττόμενον, έτριξε δεινώς, ώσπερ ήχος Ασπίδος.

  6. Και ανοιχθέντος εν μέσω, είδον εξερχομένην μίαν τερατώδη Σαύραν, εν ποικίλοις χρώμασιν, οίαν πεπαιδευμένου Ζωγράφου χειρ ουκ ίσχυε ζωγραφήσαι.

  7. Εξελθούσα του στελέχους, και πλησιάσασά μοι, ήρε μου την κεφαλήν, και ειπέ μοι ταύτα τα λόγια.

  8. Υιέ ανθρώπου, θαυμάσια εγώ σοι λέγω, και μη αμνημονήσεις του έργου, του σημειώσαι τον χρησμόν μου.

  9. Γίνωσκε, ότι το Βασίλειον του Φερδινάνδου, υπάρχει βραχύ.

  10. Και το στέμμα ο συ οράς επί της κεφαλής μου, τω αδελφώ αυτού μένει εις κατοχήν.

  11. Αυτός μεν τω αδελφώ εγχειρίσει των δύο προσκτηθέντων Βασι-λείων την εξουσίαν, και όψει τούτο μετά τον πεντηκοστόν αριθμόν.

  12. Και ιδού εγένετο σεισμός τρομερώτατος· και είδον παρισταμένην έμπροσθέν μου μίαν ανθρωπίνην όλην πυρίνην μορφήν.

  13. Ήτις στρεφομένη προς πάντα τα μέρη έβλεπε, και θυμουμένω προσώπω εφόβει τον Κόσμον.

  14. Είτα στραφείσα προς εμέ, ιλαρώ τω προσώπω έλεγέ μοι ταύτα τα λόγια.

  15. Εγώ η πόρνη Σαβαώθεια, ην προς καιρόν τινα μοιχαλίς, και ου μετενόησα.

  16. Όθεν κατεκρίθην είναι εξουθενημένην, και επί πάσι κατησχυμένην.

  17. Και υφ’ ένα έκτον Φίλιππον αλαζόνα θεωρώ εμαυτήν υποκειμένην, και αιχμάλωτον, ότι αυτός με φιλεί.

  18. Οίδα τούτο υιέ ανθρώπου, ότι υπ’ αυτού έσομαι εξουθενημένη, και καταπεφρονημένη.

  19. Αλλ’ ω Θεέ, η Λομβαρδική εξουσία αυτώ συμφέρει.

  20. Άλλος σύλλογος μετ’ εμού, αποβάλλει τον φόβον.

  21. Εκκλίνει την κεφαλήν, και τον αυτού αυχένα, του υποταγήναι τω Νεοφανεί Ηλίω· ετοιμάζεται ναι ναι.

  22. Ο Άγιος Μάρκος εκτρέμει. Αλλ’ έστιν αντιφάρμακον υπέρ αυτού.

  23. Εκ Κερκύρας ο θαυμαστός συνήγορος τίθησιν έκπληξιν· και η του ετέρου υπερβάλλουσα αλαζονεία, νενικημένη καταπίπτει, και λαμπράς τελεί συνθήκας ειρήνης.

  24. Δοξολογούσα ανυμνεί τον τροπαιούχον, και υπερασπιστήν Άγιον.

  25. Ακούσας ταύτης της διηγήσεως, διελογιζόμην μικρόν. Αλλ’ εν τω διαλογίζεσθαί με, είδον ένα κατάφρακτον πολεμιστήν.

  26. Όστις παριστάμενος έλεγέ μοι· όλεθρον ποιούσιν οι Οθωμανοί· το Ιλλυρικόν, και η Παννονία υπ’ αυτών φεύγουσι.

  27. Κοιλαλγία δεινή έξει ταχέως την Βασιλικήν γυναίκα. αύτη δυστυχώς αποστερείται της μονωτάτης αδελφής. Απολείται απροσδοκήτως του Ετρουρού η σύζυγος. Κλαύσαο την τύχην ουκ οφείλω.

  28. Και ιδού είς αετός κατέβαινεν επί την γην, και ιδού εξήμεσε τρία σφαιρίδια, ως κάρυα μεγάλα, και ιδού αυτά ανάγεται.

  29. Και ιδού φωνή μία, ήτις ελάλει κατά τόνδε τον τρόπον· Υιέ ανθρώπου, αποθανείται η των Ρώσσων τρίτη νεάνις από ιού.

  30. Αύτη επιμελείται του στερεώσαι τον υιόν της αδελφής εις την διαδοχικήν Κυβέρνησιν· όμως ου δοκεί ειρηνοποιός.

  31. Ο Δαφνοστεφηφόρος Καίσαρ φαίνεταί μοι κατά τινα τρόπον, ότι επίδημος έσται εις την Οικουμένην.

  32. Και ιδού ο Αετός ελάλει ούτω· Δυστυχής γύναι, ου μέντοι ευφραν-θήση επί τοις τέκνοις σου, καν πάντα ώσιν, ει και υπέρ των τριών παρεγγυάται ο ορίζων.

  33. Και ιδού μία Περγαμηνώδης πυραμίς πυρίνη, και ιδού μία επιγραφή μέλαινα επ’ αυτή, περιέχουσα ταύτα τα λόγια.

  34. Κίνδυνοι, θάνατοι, άτομα διαφοραί, λοιμοί, πείναι, καταδρομαί, εμ-φύλιοι πόλεμοι, παραβιασμοί, σεισμοί, φαινόμενα Ουράνια φανήσονται.

  35. Αλλ’ ω Θεέ, μη γένοιτο, ίνα η του Καίσαρος Αξία αμοιβαία δειχθή.

  36. Βίαια κακά. Αλλ’ ω Θεέ, όμως τι είποι μοι; Το τέλος των κακών τελευτά μετά της ζωής της Βασιλικής γυναικός.

  37. Όψονται μετά την λήξιν τον διαμερισμόν οι Σάξονες, οι Πάβαροι.

  38. Οι Σάξονες, οι Παυαροί εις το δέκατον έτος μερίδας έξουσιν.

  39. Ο Βασιλεύς κρατεί τον στατήρα, και από των λαφύρων μετοχετεύει, και μετά συνθηκών, και συμφωνιών λαμβάνει τι μέρος.

  40. Οι Αιρετικοί Γερμανοί εις εναλλαγήν του Καίσαρος πανσθενεί την αιτίαν λαμβάνουσι, και από των προτέρων συμβάσεων βία, απαλλάττονται.

  41. Ο Βασιλεύς τέκνον ουχ έξει εκ του Αλεξάνδρου και ουχί εκ του Αυγούστου.

  42. Όψει την Μοναρχίαν χρονίζουσαν.

  43. Ο Τρομερός Αιών προσοίσει τον χρυσοδωδέκατον αριθμόν· έπειτα ρεύσει μέλι και γάλα κατά πάντα· Κοπάζουσιν αι ζάλαι, και ολοπληρή πεντήκοντα έτη Βασιλεύσει η Γαλήνη.

  44. Η Αλήθεια θριαμβεύσει.

  45. Και ο Ουρανός χαρήσεται τη αληθεί δόξη.

  46. Ανυψωθήσεται η Ορθόδοξος πίστις, και σκιρτήσει Αυτή εξ Ανατολής προς Δυσμάς, ίνα μακαρίζηται.

  47. Φρίξουσιν οι Βάρβαροι, και όλως τρέμοντες, κατά κεφαλής ταχέως αποφεύξονται, εγκαταλιπόντες την μητρόπολιν του Κόσμου.

  48. Τότε ο Θεός έσται δοξαζόμενος.

  49. Και όψονται οι άνθρωποι τα έργα της παντοδυναμίας Αυτού. Ούτω γένοιτο, και ούτως έσται, Αμήν.[2]

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η’.

  1. Ήκουσα φωνής ερχομένης απ’ Άρκτου, ήτις έλεγεν ούτω..

  2. Ρωσσία, εξύπνησον γουν εκ του ύπνου· προς σε ο λόγος του Αγγέλου του Κυρίου.

  3. Και εν τω πρωΐ του Ηλίου εμπλησθήσεται ελαίου καθαρού η λαμπάς σου.

  4. Και πριν ο Ήλιος εν τω Ανατολικώ Ζωδιακώ φανή, συ μεν εμφανής έση ω φίλη ηγαπημένη.

  5. Ιδού τα άριστα πολεμικά σου όργανα γεμίζουσι τον αιθέρα μελω-δίας.

  6. Οι πολεμισταί και Ήρωές σου ψάλλονται σχεδόν νικητήρια.

  7. Προσκαλούντες σε αναμορφώσαι τον πλακούντα εξ Αλφίτου Αμιάντου συν του Χριστού ειλικρινεί σφραγίδι.

  8. Όστις μιά των ημερών σε ερρύσατο από του σκότους της διεστραμμένης ειδωλολατρείας.

  9. Δράξαι των όπλων ταχέως ω αδελφή μου· ύπαγε Συνηγόρησον τη εξ Αυτού αιωνίω Αληθεία.

  10. Επειδή εις σε ετηρείτο το σημείον της τοσαύτης φωταυγούς δόξης.

  11. Αλλ’ άκουσον αδελφή μου πεφιλημένη· Γίνωσκε, ότι εκ των Αγαρηνών εις την εβδόμην εκατοντάδα έση ενοχλουμένη· και επαρίθμει σχεδόν περί τον τεσσαρακοστόν.

  12. Και όψει, ότι έση Τροπαιούχος,[3] και καταβαλείς αυτούς.[4]

  13. Επί τε τη χερονήσω έξεις την νίκην, και περάσεις την έω.

  14. Και καταθραύσεις την Ταυρικήν, και καταπραϋνείς τον φόβον και τρόμον, και τα Μαιωτικά μέρη των Τατάρων.

  15. Ει και εκ των κατακτήσεών σου χαράν ουχ έξεις.

  16. Η Δευτέρα σου Γυνή το του Σαρματικού Σκήπτρον δωρήσεται τω Σάξω.

  17. Ο τριττάκης στεφθείς βασιλεύς, εξόριστος απελεύσεται. Αλλά μετά ταύτα δυνάστης φαίνεται της Αουστρίας.

  18. Ω ηγαπημένη πόλις, Παρθένε, Αγνή, Βλέπω σε αποπαρθενευομένην.

  19. Η Λεχία συντρίβει το εαυτής Κέρας.

  20. Κατησχυμένος ο Αλέκτωρ, φρίττει από του θυμού.

  21. Ο μείζων επίσκοπος, ο σκολιός αντίζηλος αισθάνεται της πτώσεως αυτών.

  22. Εξόριστος, και αιχμάλωτος ο δυστυχής Γηραλέος, κατανοήσει το βάρος της Ρωτενικής γυναικός.

  23. Και το Σαρματικόν γένος συνεννοήσει την εξ αυτής Κραταιότητα.

  24. Παύει εκ της βασιλίδος γυναικός το βασίλειον αποτόμως εν τω τεσσαρακοστώ έτει.

  25. Άκακον νήπιον, και βρέφος δυστυχές, μετά των γεννητόρων αυτού, καταβεβιβασμένον από του θρόνου, εξόριστον ομού γίνεται.

  26. Ότι τρίτη Γυνή Νεάνις μέλλει βασιλεύσειν, ο Θεός προκαταγγέλλει μοι.

  27. Βάνδαλοι ασύνετοι, Ναι ναι εξηπατημένους υμάς όψομαι· και ο Αλέκτωρ ου κράξει εν τη ειθισμένη ώρα.

  28. Αι Ρωτενικαί Λεγεώνες μάλλον του προτέρου συστήματος φανήσονται ελθείν, του βαλείν τέλος εν τοις ορίοις ετέρου, εν τω Γερμανικώ Κέντρω.

  29. Αλλ’ εν τοσούτω ανενεργήτως η συμμετάθεσις, μόνη τη παραινέσει τοις εχθροίς δουλεύσει.

30.Ο Πλεονέκτης βασιλεύς φοβείται την του ετέρου δόξαν, και νουνεχώς κρατεί τας τάξεις, διαμένων ακίνητος.

  1. Όμως μετά τον πεντηκοστόν αναλαμβάνει πάλι τους χαλινούς.

  2. Ρώμη ισχυροτέρα της προτέρας βεβαιούμενος ο νέος βασιλεύς, τη Ρωτενική αταραξία ποιεί νίκην καταδρομήν.

  3. Ω Οδύναι της τεκούσης, ω χαλεπαί συμφοραί, ας τάλαινα Αουστρία, δυστυχώς ανέξεις.

  4. Ο ανήμερος βασιλεύς ζητεί τρόπον του απαθανατίσαι το εαυτού όνομα.

  5. Ίνα μη η μνήμη αυτού απολεσθή, ανοίγει τοις Γάλλοις την ατραπόν, και αποδημήσαι προς τα του Ρήνου μέρη αυτούς παροτρύνει.

  6. Ο Υπέρτατος Ηγεμών των συνενουμένων επαρχιών, οφθήσεται εν καταστροφή και ουδεμίαν τελείαν εξουσίαν επ’ εκείνων έχειν δυνήσεται.

  7. Αποκαλύπτουσιν οι πονηροί Γάλλοι την Σφραγίδα.

  8. Και εν τη μετά ταύτα Μεταμορφώσει, αι συνημμέναι πολιτείαι παροτρύνονται εν μισθώ κερδαίνειν,

  9. Ήδη αδελφή μου προσφιλής, βλέπω σε προσκεκλημένην Πανδήμως.

  10. Δοξάζεται η Βασίλειος Νεάνις, και επιφανεστάταις Συνθήκαις τοις Γάλλοις φιλιούνται, και των ενοχλουμένων Διοικήσεων Αληθής Μήτηρ Γίνεται.

  11. Τούτο εν τω Ηλιακώ αριθμώ της χρυσής Δωδεκάδος ο χρόνος προγράφει, αυτό τε σαφηνίζει, και εύδηλον ποιείται.

  12. Ευδαιμονούσαν σε βλέπω.

  13. Αλλά συμφέρει σοι επιστρέψαι τω διαδόχω το Υπερμέγεθες βασίλειον εν τάχει.

  14. Ω Ιερά Νεάνις, το αποθέμενον βρέφος σταρφήσεται εις τον θρόνον.

  15. Μέγα, και Ειρηνικόν, και ένδοξον τούτο είναι βλέπω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ’.

1, Πολωνία ανήσυχος, αποστατικοί υιοί, ορώσαι τη ασταθεία χωλαί-νουσαν.

  1. Ο Αλαζών βασιλεύς επισκιάζει σοι.

[………………………………………………]»

(Έκδοδη Ζηλοπροφήτου, Ερμούπολις, 1838, σ. 59-78).

Το 1920, ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) στο έργο του: Ν. Γ. Πολίτου, Λαογραφικά Σύμμεικτα, Τόμος Α’, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Παρασκευά Λεώνη, 1920, σ. 28, καταχωρίζει κείμενο επιγραφόμενο ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ,[5] το οποίο λέει:

Νικόλαος Πολίτης (1852-1921)

Η οπτασία του Αγαθαγγέλου διαιρείται εις κεφάλαια δέκα· εν τω πρώτω προλέγεται η κατάλυσις του Βυζαντινού κράτους· «Κωνσταντίνος ήρξατο και Κωνσταντίνος απολέσει της Ανατολής το Βυζαντινίν βασίλειον»· μετά θαυμαστής δ’ αφελείας ορίζεται ακριβέστατα και το έτος της καταστροφής. Αι προρρήσεις περιστρέφονται εις γεγονότα του ΙΣΤ’ αιώνος και εφεξής· εις την εκλογήν του εν Κάδω (ήτοι εν Γάνδη γεννηθέντος υιού ανθρώπου ως αυτοκράτορος της Γερμανίας ήτοι Καρόλου του Ε’, εις τον θρίαμβον του Λουθήρου, εις την παραίτησιν του Καρόλου του Ε’, εις την ανακήρυξιν του υιού του Φιλίππου του Β’ ως βασιλέως της Ισπανίας και του αδελφού του Φερδινάνδου ως αυτοκράτορος της Γερμανίας, εις την απόσβεσιν του Αψβουργιακού οίκου διά του θανάτου των δύο τελευταίων αρρένων απογόνων αυτού, ήτοι Καρόλου του Β’ (1700) και Καρόλου του ΣΤ’ (1740) και εις την ανάρρησιν της θυγατρός του τελευταίου τούτου Μαρίας Θηρεσίας εις τον βασιλικόν θρόνον. Εν κεφ. Β’, Γ’ και Δ’ λόγος γίνεται περί Γερμανίας, προς ην καίπερ αιρετικήν συμπαθεί ο γράψας, και περί της εχθίστης Ρώμης. Εν τω Ε’ κεφαλαίω αναφέρονται τα κατά Πέτρον τον μέγαν, οι πόλεμοι αυτού προς Κάρολον τον ΙΒ’ και τους Τούρκους (1713), οι γάμοι του μετά της Αικατερίνης της Α’, ην φαίνεται βδελυσσόμενος ο Αγαθάγγελος, και ο θάνατος αυτού (1723). Είτα δε η εκλογή ως αυτοκράτορος της Γερμανίας του Βαυαρού Καρόλου του Ζ’ (1742). Είναι δ’ αύτη η περικοπή («κυρώσει Παβάρω το ιμπέριον κ.λπ.») η ασφαλής επί της βασιλείας του Όθωνος θεωρουμένη πρόρρησις της μεταβάσεως αυτού ή τουλάχιστον της δυναστείας του εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. Μεθ’ ο μεταβαίνει εις την ταπείνωσιν της Γαλλίας διά της εκλογής βασιλέως της Πολωνίας Αυγούστου του Γ’ (1753) και της κυρώσεως ταύτης διά της εν Βιέννη ειρήνης, και εις τον γάμον της αδελφής Καρόλου του ΙΒ’ Ουλρίκης μετά του πρίγκηπος του Έσσεν Κάσσελ. Τα κεφ. Α’ και Ζ’ αναφέρονται εις τον αυστριακόν περί διαδοχής πόλεμον, παρεντιθεμένου και υπαινιγμού περί διαρκείας της βασιλείας και του θανάτου του αυτοκράτορος Καρόλου του Ζ’, συμβάντος τω 1745. Το Η’ κεφ. πραγματεύεται περί ρωσικών πραγμάτων, το Θ’ περί των πολωνικών και τα το τελευταίον [Ι] περί των γερμανικών.

     Έχουμε, λοιπόν, μια περιληπτική προσέγγιση και ερμηνεία του περιεχομένου του Αγαθαγγέλου, δοσμένη εξαιρετικά από τον Ν. Γ. Πολίτη.

     Το 1934, ο Ευλόγιος Κουρίλας Λαυριώτης (1880-1961), στη μελέτη του: Ευλόγιου Κουρίλα Λαυριώτου, Θεόκλητος ο Πολύειδής και το Λεύκωμα Αυτού εν Γερμανία {Εξ ανεκδότου Κώδικος} Ο Φιλελληνισμός των Γερμανών, Θρακικά, Τόμος Ε’/5ος, Εν Αθήναις 1934, γράφει για τον «Αγαθάγγελο», που εκδόθηκε από τον Ρήγα, χωρίς να έχει ιδεί την έκδοση, με βάση τις πληροφορίες του Ζηλοπροφήτη, στην έκδοση που έκανε του Αγαθαγγέλου το 1838, στην Ερμούπολη της Σύρου. Δέχεται, λοιπόν, ο Ε. Κ. Λ. ότι έγινε αυτή η έκδοση από τον Ρήγα και διατυπώνει επιχειρήματα που ισχυροποιούν ή πιστοποιούν τούτο ως γεγονός. Μεταξύ άλλων γράφει:

«Κώδιξ μονής Ιβήρων. Ενταύθα εξαιρετικώς σώζονται τρεις κώδικες ο 808 και 898 του ΧΙ αιώνος και ο 343 του ΧVΙΙΙ ο και σπουδαιότερος· ος άρχεται ούτως: “Προφητεία Ιερωνύμου Αγαθαγγέλου συγγραφείσα εν Μεσσίνη της Σικελίας εν τω ,ασοθ’ έτει της θεογονίας, ως εκ θεού αυτώ απεκαλύφθη, ήτις ύστερον εν Μεδιολάνω εν τω ,αφνω’ έτει εδόθη εις φως παρά του αιδεσιμωτάτου πατρός και ιερομονάχου της του αγίου Βενεδίκτου τάξεως Ιακώβου του Παλαιώτου, ερμηευθείσα εκ της Ιταλικής διαλέκτου εις πεζήν φράσιν παρά του πανοσιωτάτου Θεοκλήτου του Πολυειδούς ταπεινού αρχιμανδρίτου, ήτοι χωροεπισκόπου Πολιανής και Βαρδάρων, ναι μην και της εν Λειψία ορθοδόξου εκκλησίας επόπτου τε και συνηγόρου κατά το ,αψη’”. φ. 78α-94, είθ’ ούτω προτάσσεται η αφιερωτική επιστολή προς τον ηγεμόνα της Ουγγροβλαχίας Γρηγόριον Γκίκαν.[6]» (σ. 143).

«Ε κ δ ό σ ε ι ς   τ ω ν   Χ ρ η σ μ ώ ν.

Την σημασίαν και σπουδαιότητα, ήτις απεδόθη υπό των ηγετών και οργανωτών της απελευθερώσεως του έθνους εις τους Χρησμούς, αποδεικνύει το γεγονός, ότι η πρώτη εις φως διά του τύπου έκδοσις αυτών εγένετο υπό του πρωτομάρτυρος της ελευθερίας Ρήγα του Φεραίου. Ούτος μετά των επαναστατικών θουρίων διεσκόρπισε και τα φυλλάδια των Χρησμών, ως εναίσιμα και ομφήν θείαν διά τα πεπρωμένα του Γέ-νους, Δεν πιστεύω να ευρίσκηται που αντίτυπον της εκδόσεως εκείνης, ήτις ενεφανίσθη λήγοντος του ΙΗ’ αιώνος.[7] Αύτη φέρει την συνήθη επιγραφήν, και αντί του: “ερμηνευθείσα εκ της Ιταλικής”, έχει: ερμ. εκ της Γαλλικής. τα δε εφεξής “παρά του πανοσιωτάτου κ.τ.λ.”, παραλείπονται.[8]Νυν πρώτον θεία χάριτι τύποις εκδοθείσα εν Αγαθουπόλει, έχει σωτηριώδει ,ατοθ’”, εις ο ο επικριτής παρατηρεί: “ούτως ο ανήρ λαμ-πρώς ψεύδεται και την εαυτού έκδοσιν παλαιοτέραν της του Ιακώβου Παλαιώτατου μάτην υποδείξαι επιχειρεί, την εν τέλει του οκτωκαιδεκάτου από Χριστού αιώνα, ήκιστα γ’ εν έτει ,ατοθ’ γενομένην εν Βιέννη της Αουστρίας ουδαμώς εν Αγαθουπόλει, της εν έτει ,αφνε’ πρώτης εκδόσεως. Εν γαρ εκείνω τω έτει η Προφητεία εν Μεδιολάνοις Ιταλιστί εις φως εξεδόθη παρ’ Ιακώβου, κατά δε το ,αψη’ έτος ηρμηνεύθη παρά Θεοκλήτου εκ της Ιταλικής διαλέκτου, ούκουν εκ της Γαλλικής διαλέκτου, η φησιν ο Ρήγας, εις πεζήν ημών φράσιν. Ου μόνον άρα εαυτόν ερμηνευτήν της προφητείας άδηλον τοις μη ειδόσιν υποδείκνυσιν· ου γαρ ουδέ του ερμηνευτικού ουδέ του εκδότου το όνομα φέρει η έμοιγε γνωστή του Ρήγα έκδοσις, αλλά και εκδότην αυτής τον παλαιότερον του Παλαιώτου· καίτι μηδαμή μηδαμώς ων ερμηνευτής, στρεβλός δε εκδότης της παρά Θεοκλήτου ερμηνευθείσης Προφητείας γενόμενος, ως γε καθ’ ημάς εν τω τέλει του ιη’ αιώνος”. Το μάλλον περίεργον της εκδόσεως του Φεραίου σημείον είναι ο ακρωτηριασμός του κειμένου, εφ’ ω και κατεξανίσταται ο Ζηλοπροφήτης “ούτω φθορεύς της ακαταλήπτου προφητείας ο κλεινός Ρήγας εκ των έργων απεφάνθη” γράφων. Το σπουδαιότερον είναι η ένωσις του Ζ’ και Η’ κεφαλαίου. Και εκ μεν του Ζ’ αφαιρούνται περί τους 50 στίχοι, ήτοι από 17-66 (τέλους), δηλ. τα περί ελεεινολογίας των Γάλλων, περί Παννονίας, Ισπανίας κ.τ.λ. και δη το θαύμα του αγίου Σπυρίδωνος και ο ύμνος των Γερμανών και ο θρίαμβος εν τη Ανατολή. εκ του Η’ αφηρέθη ωσαύτως ο ύμνος προς τους Ρώσσους, ήτοι από 1-12.[9] Ούτε η Γερμανία ούτε η Ρωσσία ηδύνατο μετά τοσαύτας διαψεύσεις των ελπίδων να ενδιαφέρη τον Ρήγαν, αυτός είχε στραφή πλέον και ενητένιζεν ατενώς προς νέον εν τω στερεώματι της Ευρώπης αστέρα, τον Βονοπάρτην. Ο ενθουσιασμός αυτού υπέρ των Γάλλων είναι γνωστός. αι νέαι δημοκρατικαί και φιλελεύθεραι ιδέαι είχον καταπατήσει τελείως την καρδίαν του την μυσαράν τυραννίαν αποστρεφομένου νεαρού Θετταλού και τω Μαυρογένει εις Μολδαβίαν ακολουθήσαντος ως γραμματεύς της ηγεμονίας.[10] Η παραχάραξις των Χρησμών υπό του Ρήγα, είναι διδακτικωτάτη διά την ιστορίαν και τας τύχας του κειμένου αυτών. Βεβαίως υπήρξαν πολλοί Ρήγαι κατά διαφόρους εποχάς, οίτινες επειρώντο να παρουσιάζωσι τους Χρησμούς συνάδοντας προς τας εαυτών βλέψεις. Εντεύθεν αι διαφοραί και διαστροφαί εν τοις χειρογράφοις. (Ταύτα έγραψα καθώς παρέδωκαν ημίν σχεδόν πάντες οι γράφοντες περί Ρήγα ότι εσχετίζετο προς τον Ναπολέοντα. Εσχάτως εκλονίσθην, ως αλλαχού αποδείξω. Βλέπ. Ρήγας ο Φεραίος και τα ανέκδοτα αυτού ποιήματα εξ αθωνικού χειρογράφου αποσπ. Θεσσαλικών Χρονι-κών τόμ. Γ’, Αθήναι 1933).» (σ. 145-147).

Θεόκλητος Πολυειδής.
(Από της Bibliographie Hellenique του ΙΗ’ αιώνος του Legrand (Paris 1918, σ. 252).

(Ευλόγιου Κουρίλα Λαυριώτου, Θεόκλητος ο Πολυειδής και το Λεύκωμα Αυτού εν Γερμανία {Εξ ανεκδότου Κώδικος} Ο Φιλελληνισμός των Γερμανών,

Θρακικά, Τόμος 5ος, Εν Αθήναις 1934, εδώ σ. 68)

«Δευτέρα έκδοσις εγένετο εν Μεσολογγίω τω 1824 μικρώ προ της του φρουρίου αλώσεως “υπό επιτηδείων τινών, ως γράφει ο ιστορικός Φιλήμων, την τοιαύτην υπόληψιν του λαού περί των ευαγγελισμών του Αγαθαγγέλου γνωριζόντων. Η έκδοσις αύτη συγκατεστράφη εκεί, ουδενός αντιτύπου έπειτα αναφανέντος”.[11]

Τρίτη έκδοσις είδε το φως εν Αθήναις τω 1837 τύποις Κορομηλά, ην ως παλαιοτέραν εγνώρισεν ημίν ο Πολίτης. Και αύτη όπως και η προηγουμένη, εξεδόθη ανωνύμως (και η του Ρήγα βεβαίως, δεν έφερε το αληθές όνομα του εκδότου). Παρατηρεί δε ο Ζηλοπροφήτης: “κατ’ εκείνα (τα χειρόγραφα των αμαθών μεταγραφέων) και άλλη τις τοιαύτη γέγονεν έκδοσις της αυτής προφητείας εν Αθήναις υπό τινος έμοι γε αδήλου, εν τώδε τω ,αωλζ’ από Χριστού έτος εκδοθείσης, ος εκδούναι ταύτην ελόμενες, ίνα μη εις τέλος εκλιπούσα απώλοιτο, η φησιν ο αυτός εν τη αύτου προκηρύξει, τύποις είτα αυτήν ταύτην ούτως εξέδοτο, ώσπερ εύρεν έχουσαν εν εκείνοις των χειρογράφων, ημαρτημένοις κατά το γράμμα άμα κατά το πνεύμα, και διεφθαρμένους υπό τα των μεταγραφέων αμαθείας, ως δειχθήσεται……” Ως δεινήν παραχάραξιν ταύτης της εκδόσεως κρίνων ο Ζηλοπροφήτης αναφέρει του Α’ κεφ. διαίρεσιν εις δύο, εις εισαγωγήν και κείμενον, όπερ άρχεται από του σ. 44, είδον υπό τους πόδας του Κύκνου τρία χρυσά διαδήματα[12] και αποφαίνεται, ότι «αύτη εστίν ούτε αμαθούς μεταγραφέως διαίρεσις, αλλ’ εχθρού κακόφρονος, και θεοκαπήλου καινοτομία, παραχαράττοντος τα θεία και παραμορφούντος και αυτήν φευ την αληθώς θεόπνευστον Προφητείαν διαφθείροντος και συγχέοντος ταις ιδίαις εαυτού προσθαφαίρεσιν.

Τετάρτη έκδοσις εστιν, ην μετά χείρας έχομεν. Αύτη φέρει την δε την περίεργον επιγραφήν:

Ε Υ Σ Ε Β Ο Υ Σ   Τ Ι Ν Ο Σ   Σ Υ Ν Τ Α Κ Τ Ο Υ

Κατά χάριν μεν του Ιησού του δόντος τοις δυσί μάρτυσιν αυτού το Πνεύμα της Προφητείας, κατ’ αποστολικόν δε του Παύλου ζήλον, τον δε τον τρόπον ελαχίστου Ζηλοπροφήτου.

Σ Υ Ν Τ Α Γ Μ Α   Π Ν Ε Υ Μ Α Τ Ι Κ Ο Ν

Διχή διηρημένον εις θεωρητικόν τε και πρακτικόν

Εν Ερμουπόλει, εκ της τυπογραφίας Γ. Μελισταγούς, 1838, σχήμα 16ον, σ. κζ’, 112.

Ο εκδότης είχεν ετοιμάσει πλήρες το Σύνταγμα διηρημένον εις δύο μέρη το θεωρητικόν και το πρακτικόν. Και εν μεν τω Α’ περιλαμβάνει ου μόνον το κείμενον του Αγαθαγγέλου, αλλά και των άλλων διαφόρων Χρησμών, εις τρία τμήματα διαιρουμένω, εν δε τω Β’ μέρει παρεσκευάζετο η ερμηνεία και ως ο ίδιος αποφαίνεται, «διά της αυτής πνευματικής συγκρίσεως η θεωρητική διαλευκαίνεται εξήγησις και ως οίον τ’ ακριβώς διασαφηνίζεται τη πλατυκωτέρα των πνευματικώς συγκρινομένων πρακτική εξηγήσει». Περί των τμημάτων τούτου του Α’ μέρους ουδέν ωρισμένον λέγει ο εκδότης, ειμή ότι ήσαν πλείονα του θεωρητικού, ου μόνον το α’ τμήμα ηξιώθη να εκδώση διά του τύπου, και όπερ επιγέγραπται:

Του θεωρητικού πρώτου μέρους τούδε του πνευματικού Συντάγματος Τμήμα πρώτον. Ή της δε της Αποκαλύψεως και Προφητείας.

Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Υ   Α Γ Α Θ Α Γ Γ Ε Λ Ο Υ

     Πνευματική πολλαπλή ως οίον τε σύγκρισις εν μόναις παραπομπαίς θεωρητικώς αποπληρωμένη:

Ο Ζηλοπροφήτης φρονών “ότι ο νέος της Προφητείας εκδότης (του 1837) ουκ ενέτυχε τοις χειρογράφοις τοις συνάδουσι τω πνεύματι της Προφητείας, ή ότι τούτοις εντυχών, ουχ οίος τ’ ην συνιδείν και διακρίναι και εκλέξασθαι τα κρείττω, ταύτη τοι κρείττω είναι ηγησάμενος τα χείρω, κατά ταύτα τύποις εξέδοτο την Προφητείαν εν Αθήναις”,[13] προέβη εις την παρούσαν έκδοσιν βάσει “παλαιοτέρων χειρογράφων” διορθωσόμενος “ένια χειρογραφικά και τυπογραφικά αμαρτήματα”, και προς τούτοις “και πνευματικώς ανέκρινε και συνέκρινεν ήδη ως οίον τ’ ακριβώς και ευσεβώς, καθόλου μεν ταις θεσφάτοις του Κυρίου προρρήσεσι, ταις εν Ευαγγελίοις και ταις προ Χριστού θεοπνεύστοις Γραφαίς τε και Προφητείαις· ιδία δε κυρίως προ πάντων (sic) αυτή τη θεοδότω απόκαλύψει Ιησού Χριστού, άλλοις τε θεοπνεύστων ανδρών Χρησμοίς τε και Προφητείαις… και εαυτή καθ’ εκάστην, και μάλισθ’ εαυτή εκατέραν την τε θειοτάτην Αποκάλυψιν και την Προφητείαν Αγαθαγγέλου”. Και πλέον προ διετίας, λέγει, παρηγγελμένας είχε και εικόνας, ας όμως δεν βλέπομεν τετυπωμένας.

Δεν θεωρούμεν ζημίαν μεγάλην την εκτύπωσιν του Β’ μέρους, του πρακτικού, καθόσον εκ των περικοπών, ας εν τοις προλεγομένοις ο εκδότης προσάγει, συνάγομεν ότι κυριολεξίαν μεν ουδεμίαν επιδιώκει ο Ζηλοπροφήτης εν τη ερμηνεία, πελαγοδρομεί δε εις το αχανές των μεταφορών και αλληγοριών, και διά παρερμηνειών και διαστρεβλώσεων της πραγματικής εννοίας προσπαθεί να εξαγάγη τα δοκούντα αυτώ και όλως αυθαίρετα συμπεράσματα. Ενί μόνω οφείλεται αυτώ χάρις, ότι παρέδωκεν ημίν ακραιφνέστερον το κείμενον παραθέμενος και πολλάς διαφοράς εκ τε των χειρογράφων και των εκδόσεων[14] προς δε και η κατά στίχους διαίρεσις των κεφαλαίων, και η περί την εκτύπωσιν επιμέλεια καθιστώσι την έκδοσιν ταύτην χρησιμοτάτην.[15]

Πέμπτη έκδοσις τυγχάνει η τοις πάσι γνωστή: “Συλλογή διαφόρων προρρήσεων. 1. Των εξηγήσεων του διδασκάλου Π. Λαρισσαίου εις τα κεφ. ΙΓ’ και ΙΖ’ της Αποκαλύψεως Ιωάννου του θεολόγου – 2. Της θεωρίας του Μεθοδίου επισκόπου Πατάρων – 3. Των χρησμών των επί του τάφου του Μεγ. Κωνσταντίνου – 4. Της προρρήσεως του αγ. Καισαρίου επισκόπου Αρελάτης – 5. Του χρησμού Στεφάνου Αλεξανδρέως – 6. Του χρησμού του πατριάρχου αγίου Ταρασίου – 7. Των χρησμών Λέοντος του Σοφού – 8. Της οπτασίας του

Α Γ Α Θ Α Γ Γ Ε Λ Ο Υ.

ολοκληρωθείσης εκ 12 παλαιών χειρογράφων με σημειώσεις. Προηγούνται δε α’. Ο χαρακτήρ του Ιησού Χριστού. β’. Η απόφασις του Πιλάτου.

     Εκδοθείσα δε παρά του ιατρού Π.Δ. Στεφανίτζη Λευκαδίου, Αθήναι 1838, εκ της τυπογραφίας Α. Αγγελίδου κατά την οδόν Ερμού παρά τη Καπνικαρέα. 1838”, σχήμ. 16ον μικρ., σ. η’, 216.

Πας τις θα ανέμενεν “εκ 12 χειρογράφων” πολυειδείς και ενδιαφερούσας γραφάς και διαφοράς του κειμένου, εν τούτοις αι μεν υποσελίδιοι σημειώσεις και γραφαί εισιν ελάχισται, χειρόγραφον δε αναφέρεται εν τη “Διακοινώσει” έν και μόνον, όπερ έλαβεν ο εκδότης εκ της εν Ακαρνανία μονής της Σαβέρδας. Παρ’ όλα ταύτα το βιβλίον περιέχει την μεγαλυτέραν των χρησμών συλλογήν, και ένεκα τούτου απέβη κοινότατον. Πάντες δε παραπέμπουσιν εις ταύτην την έκδοσιν, των λοιπών λίαν σπανίων και δυσευρήτων καταστασών. Οι Χρησμοί του Αγαθαγγέλου περιέχονται εν τέλει (σ. 143-199). Προτάσσεται η εικών κοιμωμένου βασιλέως, εφ’ ου άγγελος κρατεί μετέωρον το στέμμα.[16] Υπάρχει ενταύθα και η του Πολυειδούς προς τον Γκίκαν επιστολή, ως είπομεν[17] ης εν τέλει: “ο οφθείς μοι τύποις ην κατά το ,αψη’ 1708 έτος εις Πρασουΐκ”. Παρά τας σφοδράς διαμαρτυρίας του Ζηλοπροφήτου και ο Στεφανίτσης κατέταμε το Α’ κεφ. εις εισαγωγήν. Άρχεται το κείμενον μετά δύο και πλέον φύλλα εκ του Κωνσταντίνος ήρξατο… Καθ’ όλα τα φαινόμενα η έκδοσις αύτη ηκολούθησε τη του Ζηλοπροφήτου. Φαίνεται, έλαβε ταύτην ο Στεφανίτσης παρά του συριανού τυπογράφου Γ. Μελισταγούς, ον τάσσει εν ταις συνδρομηταίς, και έσπευσεν έχων τα κείμενα έτοιμα να προλάβη τον Ζηλοπροφήτην, όστις σχεδόν τους αυτούς χρησμούς φαίνεται είχε συγκεντρώσει εις το β’ τμήμα του Α’ μέρους. Ούτω δε εξηγείται και η μη εκτύπωσις της παραγγελθείσης συνεχείας υπό του Ζηλοπροφήτου. Αυταί εισιν αι σπουδαιότεραι γνωσταί μοι των χρη-σμών του Αγαθαγγέλου εκδόσεις.» (σ. 147-151).

***Στην εξαιρετική μελέτη του για τον Θεόκλητο Πολυειδή, ο Ευλόγιος Κουρίλας (βλ. Ευλόγιου Κουρίλα Λαυριώτου, Θεόκλητος ο Πολυειδής και το Λεύκωμα Αυτού εν Γερμανία [Εξ ανεκδότου Κώδικος] Ο Φιλελληνισμός των Γερμανών, Θρακικά, Τόμος 5ος, Εν Αθήναις 1934), αυτός ο σπουδαίος ιεράρχης, ακαδημαϊκός δάσκαλος, και μελετητής του βίου και του έργου του Ρήγα Βελεστινλή ή Φεραίου (του οποίου τα έργα αποκρύβουν ή αποσιωπούν οι σύγχρονοι «ρηγολόγοι»), δέχεται απερίφραστα και αποδεικνύει με επιχειρήματα το ότι ο Ρήγας έκανε την έκδοση του «Αγαθάγγελου». Τα επιχειρήματα και οι θέσεις του έχουν δοθεί στο ακέραιο ανωτέρω, και ο καθένας μπορεί να συνάγει τα συμπεράσματά του. Η προσεκτική μελέτη του ευρεθέντος τελευταία (και δημοσιευθέν το 1969) αντιτύπου της Έκδοσης του Αγαθαγγέλου με (ανώνυμο) εκδότη τον Ρήγα, πιστοποιούν το σύνολο των συλλογισμών του Ε. Κουρίλα, ότι ναι, ο Ρήγας Βελεστινλής εξέδωσε πρώτος το 1789, στη Βιέννη ή ενδεχομένως στη Λειψία, τον Αγαθάγγελο, αφαιρώντας ενσυνειδήτως μεγάλο τμήμα δύο κεφαλαίων (που τα ενοποίησε σε ένα, λησμονώντας δε να αλλάξει την αρίθμηση των κεφαλαίων), και «αλλάζοντας» ορισμένες λέξεις. Έτσι, κατόρθωσε να φέρει το «θρησκευτικό κείμενο» στη δική του «επαναστατική αντίληψη», κάνοντάς το πιο προσιτό και κατανοητό –διευκολύνοντας έτσι τον αναγνώστη– και συνάμα περνώντας «ύπουλα» τα «επαναστατικά μηνύματά» του και τη στροφή του προς τα δημοκρατικά οράματα που εξέπεμπε η Γαλλική Επανάσταση του 1789, ούσα πρόσφατη και εκπέμπουσα ισχυρά μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις, για ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, αδελφοσύνη. Όλα αυτά οδήγησαν τον Ρήγα στην έκδοση των Χρησμών του Αγαθαγγέλου, προβαίνοντας σε λεκτικές και νοηματικές «επεμβάσεις», για τις οποίες μετά 40 χρόνια τον «κατηγόρησε» ο Ζηλοπροφήτης ότι σε αυτή την έκδοση υπήρξε «παραχάραξις των Χρησμών υπό του Ρήγα».

Νίκος Βέης (1882-1958)

Το 1938, ο Νίκος Α. Βέης (1882-1958), στο έργο του: Περί του Ιστορημένου Χρησμολογίου της Κρατικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου (Codex Graecus fol. 62 = 297) και του Θρύλου του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, υπό Νίκου Α. Βέη (Bees), (Απόσπασμα εκ των “ByzantinischNeugriechische Jahrbileher” τόμ. ΙΓ’, 1936-1937), Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Γερτ. Σ. Χρίστου, 1938, σ. 32 μ’-32μς’. Μεταξύ άλλων γράφει:

«Κατά τας διαβεβαιώσεις χειρογράφων και εντύπων ο χρησμός ήτοι προφητεία του “μακαρίου ιερομονάχου Αγαθαγγέλου” ή η “Οπτασία του Αγαθαγγέλου” συνετάχθη υπό τούτου ελληνιστί τω 1279 εν Μεσσήνη, ετυπώθη δε εν ιταλική μεταφράσει τω 1555 εν Μιλάνω, εκ δε της μεταφράσεως ταύτης εξελληνίσθη τω 1751 υπό του αρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Πολυειδούς, έχοντος υπ’ όψιν έκδοσιν της συλλογής ταύτης έτους 1708. Αλλ’ η έρευνα απέδειξε, ότι παρά τας ανωτέρω διαβεβαιώσεις χειρογράφων και εντύπων η συλλογή των επ’ ονόματι του Αγαθαγγέλου χρησμών είναι κατασκεύασμα αυτού του δήθεν μεταφραστού, ήτοι του Θεοκλήτου Πολυειδούς, ανδρός Αδριανουπολίτου μεν την πατρίδα, Αγιορείτου δε και δη Ιβηρίτου την κουράν. Γεννηθείς ο Θεόκλητος Πολυειδής κατά τα τέλη του ΙΖ’ αιώνος, εχειροτονήθη υπό του πρώην Νεοκαισαρείας Ιακώβου διάκονος τω 1713, οπότε και εξέδωκεν εν Βενετία λατινιστί την ιστορίαν της Παναγίας της Πορταΐτίσσης, της προστάτιδος της μονής των Ιβήρων, μετά δε περίπου έξ έτη, τη 10 Μαΐου 1719, προυχειρίσθη εις ιερομόναχον. Βραχύ μετά ταύτα –ως φαίνεται– μετέβη ο Θεόκλητος Πολυειδής εις Τοκάϊαν της Ουγγαρίας ως εφημέριος των εκεί ορθοδόξων, ίνα μετά πενταετίαν επανέλθη εις την πατρίδα και ονομασθή αρχιμανδρίτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και Μέγας Εκκλησιάρχης· το δ’ εν τω τίτλω των χρησμών του Αγαθαγγέλου συνήθως λεγόμενον, ότι ο Θεόκλητος Πολυειδής υπήρξε και “χωροεπίσκοπος Πολυανής και Βαρδάρων” πιθανώς δεν ανταποκρίνεται προς τα πράγματα. Βραδύτερον, ιδία κατά τα έτη 1727-1733, απαντώμεν τον δραστήριον και πατριωτικώτατον κληρικόν απεσταλμένον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις Γερμανίαν προς συλλογήν εράνων χάριν αιχμαλώτων και καταδίκων, ερχόμενον εις επικοινωνίαν μετ’ επιφανών της χώρας προσώπων και ιδρυμάτων και υπέρ της πατρίδος και της ελευθερίας αυτής εργαζόμενον. Ως φαίνεται, και εις Ρωσσίαν δις μετέβη ο Θεόκλητος Πολυειδής, ο οποίος και προς τους Ρουθήνους ηγεμόνας ήλθεν εις επαφήν.

Τω 1743 κατά πρόσκλησιν των Ελλήνων εμπόρων, οι οποίοι επεσκέπτοντο την εν Λειψία πανήγυριν, ίδρυσεν ο Θεόκλητος Πολυειδής αυτόθι το πρώτον παρεκκλήσιον Ορθοδόξων επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος. Τω 1758 απαντώμεν αυτόν εν Άθω, βραδύτερον εφημέριον της εν Μαώνι της Μινόρκας ελληνικής παροικίας, βραδύτερον προηγμένον εις επίσκοπον Συνάδων. Τω 1751 ή ολίγον μετά ταύτα εξέδωκεν ο Θεόκλητος Πολυειδής εν Λειψία τους χρησμούς του Αγαθαγγέλου, οι οποίοι έκτοτε πολλάκις ανετυπώθησαν και διεσκευάσθησαν, εκυκλοφόρησαν δε χειρογράφως κατά πολύ περισσότερον ή διά του τύπου. Ο συντάκτης των χρησμών φαίνεται στρεφόμενος οτέ μεν προς την Γερμανίαν, οτέ δε προς την Ρωσσίαν. Οι φιλόρρωσσοι όμως ερμηνευταί αυτού και οι πράκτορες της Αικατερίνης Β’ εχρησιμοποίησαν επιτυχώς το έργον του Θεοκλήτου Πολυειδούς διά τας ρωσσικάς βλέψεις εν τη Ανατολή. Φιλορρωσσότατος ερμηνευτής των χρησμών του Αγαθαγγέλου ανεδείχθη ο κατά το β’ ήμισυ του ΙΗ’ αιώνος ακμάσας Πανταζής ο Λαρισσαίος. Επίσης ο Μετζοβίτης διδάσκαλος του Γένους Νικόλαος Ζερτζούλης, ο Νεκτάριος Τέρπος και ο συγγραφεύς του εν Μοσχοπόλει, ίσως περί το έτος 1768, τυπωθέντος περιέργου βιβλίου “Η αλήθεια κριτής” και άλλοι χρησμολόγοι της περιόδου 1750-1780 έχουσιν υποστή την επίδρασιν του έργου του Θεοκλήτου Πολυειδούς, αλλά και δουλεύουσιν εις την Ρωσσικήν πολιτικήν.

Ο προμνημονευθείς Νικόλαος Ζερτζούλης έγραψε τω 1767 “ερμηνείαν περί Αναστάσεως Κωνσταντινουπόλεως σύντομον εις τους χρησμούς του Λέοντος του σοφού”· ώριζε δε διά της ερμηνείας ταύτης, ως και άλλων χρησμών, ότι τω 1784 οι Ρώσσοι ήθελον γίνει κύριοι της Κωνσταντινουπόλεως· […]» (σ. 32μ’-32μβ’).

«Μετά την επιβολην του Ναπολέοντος, ιδία την κατάλυσιν του Βενετικού κράτους και την κατάληψιν των Ιονίων νήσων υπό των Γάλλων, υπήρξαν οι πιστεύοντες, ότι διά τούτων, των Γάλλων, θέλουσιν εκπληρωθή οι παλαιοί χρησμοί. Τότε επλάσθη το πλάσμα, ότι 345 έτη μετά την Άλωσιν, ήτοι ακριβώς τω 1798, η ανάστασις του Γένους θέλει κατά θείαν πρόνοιαν, συντελεσθή, αλλά δεν συνετελέσθη. Εν τούτοις κατά το έτος τούτο εμαρτύρησεν, ως γνωστόν, ο Ρήγας Βελεστινλής ή Φεραίος, ο οποίος –ως φαίνεται– προς εκπλήρωσιν των μεγάλων αυτού σχεδίων και τους παλαιούς χρησμούς καταλλήλως μετεχειρίζετο. Απαντώμεν μάλιστα παρά τω λεγομένω “Ζηλοπροφήτη”, εκδότη διαφόρων χρησμών εν Ερμουπόλει τω 1838, και την είδησιν, ότι ο Ρήγας προέβη εν Βιέννη και εις έκδοσιν χρησμών, παραχαράξας μάλιστα τα κείμενα τούτων. Αλλά κατά πόσον η είδησις αύτη ανταποκρίνεται προς τα πράγματα πρέπει να εξελεγχθή.» (σ. 32μδ’).

Φαίνεται ότι, χωρίς να έχουν μπει στην ουσία αυτού του θέματος και θεωρώντας το ως δεδομένο, οι μελετητές της ζωής και του έργου του Ρήγα (Λέανδρος Βρανούσης, Κ.Θ. Δημαράς, Πασχάλης Κιτρομιλήδης κ.ά.) δέχονται ότι ο Ρήγας ήταν εκδότης των Χρησμών του Αγαθαγγέλου. Μάλλον όχι άδικα… και ας μην επεκτάθηκαν στην έρευνά τους.

Αλέξης Πολίτης (Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης)

Το 1969, ο Αλέξης Πολίτης (γ. 1945), σε άρθρο του: «Η προσγραφόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου. Το μόνο γνωστό αντίτυπο». Ο Ερανιστής, Έκδοση του «Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού», Έτος Ζ’, Τόμος 7, Τεύχος 42, Αθήνα 1969, σσ. 173-192, υποστηρίζει, με βάση αυτό το αντίτυπο, το οποίο μελέτησε, ότι πρόκειται για έκδοση του Ρήγα. Μάλιστα, στις σ. 179-190, δημοσιεύει σε φωτοτυπία ολόκληρο το κείμενο του Αγαθάγγελου, από το αντίτυπο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σε προηγούμενες δε σελίδες αναφέρει τα εξής:

«Στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Λαογραφικό Μουσείο και Αρχείο, βρίσκεται (με τον αριθμό Σπ. Λ. 837) η προσγραφόμενη στον Ρήγα Βελεστινλή πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου, γνωστή ως σήμερα από πληροφορίες.[18] Το αντίτυπο προέρχεται από τη βιβλιοθήκης του Ν.Γ. Πολίτη, καθώς δείχνει η σφραγίδα στην προμετωπίδα, και πρόκειται προφανώς για το αντίτυπο εκείνο του Αγαθάγγελου το οποίο αναφέρει ο Ν.Γ. Πολίτης, χωρίς όμως να δηλώνη ρητά πως βρισκόταν στην κατοχή του.[19]

Το έντυπο λοιπόν ελάνθανε. Την ταυτότητά του με την λεγομένη έκδοση του Ρήγα την πιστοποίησε ο κ. Κ.Θ. Δημαράς, ο οποίος και με καθοδήγησε στην παραπέρα έρευνα.

Πρόκειται για ένα μικρό φυλλάδιο σε 8ο μικρό με προμετωπίδα και 44 αριθμημένες σελίδες. Για χρόνος της έκδοσης σημειώνεται το 1279 και για τόπος η εξίσου φανταστική Αγαθούπολη. Εντύπωση κάνει η κομψότητα του βιβλίου, στο τύπωμα χρησιμοποιείται και κόκκινο μελάνι και το κείμενο στολίζεται με περίτεχνες βινιέττες. Επειδή το αντίτυπο είναι μοναδικό, το αναδημοσιεύουμε σε φωτοτυπία.

Η μόνη μας πληροφορία πως εκδότης αυτού του βιβλιαριδίου είναι ο Ρήγας προέρχεται από έναν μεταγενέστερο εκδότη του Αγαθαγγέλου, τον επονομαζόμενο Ζηλοπροφήτη. Η επικριτική διάθεση του τελευταίου απέναντι στην εκδοτική προσπάθεια του Ρήγα και το ότι η είδηση αυτή δεν ξέρουμε να διαψεύστηκε ποτέ (στα 1838 που τυπώθηκε η έκδοση θα ζούσαν ακόμη πολλοί γνώριμοι του Ρήγα), συνηγορούν για την αλήθεια της πληροφορίας. Η εύρεση του αντιτύπου δείχνει εξάλλου την ευσυνειδησία και την ακρίβεια του Ζηλοπροφήτη, όλα όσα αναφέρει για την έκδοση του Ρήγα δίχως να ερευνήσουμε περισσότερο για την αλήθεια της πληροφορίας.

Στην έκδοση του Ρήγα υπάρχει ένα κενό (πρβλ. έκδοση Ζηλοπροφήτη, Ερμούπολη 1838 σελ. 59 και 72). Λείπει το τέλος του κεφαλαίου Ζ’ και το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου Η’.[20] Ότι το κενό αυτό οφείλεται σε παραδρομή κι όχι σε σκόπιμη επέμβαση στο κείμενο, το πιστοποιεί η έλλειψη του τίτλου του κεφαλαίου Η’· από το κεφάλαιο Ζ’ περνάμε κατευθείαν στο κεφάλαιο Θ’. Ώστε, είτε η έκδοση έγινε από λειψό χειρόγραφο, είτε κάποια φύλλα παράπεσαν στο τύπωμα. Το κομμάτι που λείπει το δημοσιεύουμε σε επίμετρο· το παίρνουμε από την έκδοση του Ζηλοπροφήτη.

Αν η έκδοση οφείλεται στον Ρήγα, πιθανότερο είναι να έγινε κατά την πρώτη παραμονή του στην Βιέννη (1790-91). Τότε παρατηρούμε μια έντονη εκδοτική του δραστηριότητα· τυπώνει σ’ ένα χρόνο δυο ακόμη βιβλία. Ο λίγος καιρός που θα είχε στην διάθεσή του δικαιολογεί και το λάθος στο τύπωμα. Αντίθετα, την δεύτερη φορά που βρέθηκε στην Βιέννη (1796-1797) ήταν πια συνεπαρμένος από την Γαλλική Επανάσταση και την πίστη στην ένοπλη εξέγερση. Λίγο ταιριάζει να εκδίδη προφητικό κείμενο την ίδια εποχή που συνθέτει και διαδίδει τον Θούριο – αλλά ας μην αποκλείσουμε και μια διμέτωπη προσπάθεια. Και ένοπλη επανάσταση και αγαθαγγελισμός. Ίσως πάλι αργότερα να απoκήρυξε σιωπηρά την έκδοση του Αγαθαγγέλου και γι’ αυτό οι βιογράφοι του δεν ήξεραν –ή δεν θέλησαν να πουν– τίποτε.

Μνεία για την έκδοση του Ρήγα, χωρίς όμως να αναφέρεται ποιος είναι ο εκδότης, μας παρέχουν και οι ιδιόγραφες σημειώσεις του Κωνσταντίνου Οικονόμου, που τις προτάσσει σ’ ένα δικό του χειρόγραφο του Αγαθάγγελου, γραμμένες το 1832. Το χειρόγραφο αυτό[21] το παρέβαλε ο ίδιος ο Οικονόμος με ένα χειρόγραφο, αντίγραφο “του εκδομένου βιβλιαριδίου του Αγαθαγγέλου” και σημείωσε στο περιθώριο τις διαφορετικές γραφές. Και μας πληροφορεί ο ίδιος πως: “το δ’ ουν  τυπωθέν βιβλιάριον του Αγαθαγγέλου και αυτός εγώ μέμνημαι ιδών, και αναγνούς έτι παις ων (περί το 1792-95), πεμφθέν δώρον παρά τινος εκ της Ευρώπης τω αοιδίμω πατρί… και ην το τεύχος εν τη ημετέρα βιβλιοθήκη μέχρι της εκ της πατρίδος εις Σμύρνην μετοικεσίας ημών… Τούτο δ’ ουν το έκτυπον του Αγαθαγγέλου μέμνημαι: ότι και ο αείμνηστος πατήρ ο ημέτερος παραβάλλων προς άλλον παλαιόν του Αγαθαγγέλου χειρόγραφον… (ην δε γεγραμμένον περί το 1760 έτος ως έτι μέμνημαι), εύρισκε το τετυπωμένον εν πολλοίς διαφέρον του ημετέρου χειρογράφου, και πολλαχού ελλειπές και συγκεκομμένον, και την έκδοσιν ουκ επήνει…”

Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ

Οι χρησμοί του Αγαθαγγέλου, γραμμένοι από τον Θεόκλητο Πολυειδή γύρω στα 1750[22] γνώρισαν μεγάλη δημοτικότητα. Ο ίδιος ο Πολυειδής δεν γνωρίζουμε να τους τύπωσε, η έκδοση του Ρήγα πρέπει λοιπόν να θεωρηθή η πρώτη, καμωμένη γύρω στα 1791-96. Φαίνεται πως ακολούθησε μια άλλη στο Μεσολόγγι, το 1824, καθώς μαρτυρει ο Ι. Φιλήμων[23] και ο Ζηλοπροφήτης.[24] Αλλά από την έκδοση αυτή δεν έχουμε κανένα αντίτυπο.

Η παλαιότερη γνωστή ως σήμερα ήταν τυπωμένη στην Αθήνα το 1837  (Γκ. Μ. 2915) με τη σημείωση “β’ έκδοσις” και τα αρχικά Ο.Ι.Κ Ακολουθεί η έκδοση Στεφανίτζη, Αθήναι 1838 (Γκ. Μ. 3049) και του Ζηλοπροφήτη, Ερμούπολις 1838 (Γκ. Μ. 2968). Η τελευταία είναι σημαντική και για τις πληροφορίες που δίνει στον πρόλογό της και γιατί ο λόγιος, και πιθανότατα κληρικός, εκδότης παραθέτει σε είδος κριτικού υπομνήματος τις διαφορετικές γραφές των άλλων χειρογράφων που είχε υπόψη του, καθώς και τις γραφές του Ρήγα.» (σ. 173-176).

«Σημειώνουμε, τέλος, πως με την δημιουργία του ελεύθερου βασιλείου και την στροφή προς την συντήρηση, πληθαίνουν οι Αγαθαγγελιστές. Το 1837 έχουμε μια επανέκδοση, το 1838 δύο ακόμη, το 1849 και το 1853 καινούριες πάλι εκδόσεις.

Είναι χαρακτηριστικό, πως ο εκδότης του 1849 είναι ο Κοσμάς Φλαμιάτος, ο οποίος συνδέεται στενά και με τον περίφημο μοναχό Χριστόφορο Παπουλάκη[25] και ανήκει στους κύκλους της αυστηρής ορθοδοξίας. Την εποχή που ένα μέρος του ελληνισμού πάλευε για να ανδρωθή, με όπλο τον δυτικοφερμένο ορθό λόγο, όσοι διδάσκουν ε ξ  α π ο κ α λ ύ ψ ε ω ς  γνώση οπλίζονται με τις προφητείες του Αγαθάγγελου. Ένα κείμενο που γράφτηκε για θρησκευτικούς σκοπούς χρησιμοποιείται τώρα για διαφορετικούς αγώνες.  Αλέξης Πολίτης» (σ. 177).

Βιβλιοθήκη Πανεπ. Θεσ/νικης ΣΠ. Π. Χ 82 / Βιβλ. Εισ. 47026 / Έτους 1832/33
Βιβλιοθήκη Πανεπ. Θεσ/νικης ΣΠ. Π. Χ 10 / Βιβλ. Εισ. 29391 / Έτους 1810
Βιβλιοθήκη Πανεπ. Θεσ/νικης ΣΠ. Π. Χ 9 / Έτους 1750, Θεόκλητου Πολυείδη
Βιβλιοθήκη Πανεπ. Θεσ/νικης ΣΠ. Π. Χ 9 / Έτους 1750, Θεόκλητου Πολυείδη
(Φωτογραφία): Το «Τέλος» του «Αγαθαγγέλου του Ρήγα»
 

 

 

Τελικά: Έγινε η όχι έκδοση των «Χρησμών του Αγαθάγγελου» από τον Ρήγα Βελεστινλή;

 Πέρα από τους ανωτέρω συγγραφείς, οι οποίοι, άλλοι «αβασάνιστα» και άλλοι με συλλογισμούς και επιχειρήματα, δέχονται ότι ο Ρήγας ήταν εκδότης των Χρησμών του Αγαθάγγελου, υπάρχουν και οι νεότεροι «ρηγολόγοι» που με συλλογισμούς –τις περισσότερες φορές– αφελείς ή και με μηρυκαμό άσχετων προς το θέμα επιχειρημάτων, προσπαθούν να τεκμηριώσουν το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν ήταν ο Ρήγας εκδότης των Χρησμών του Αγαθάγγελου. Να βάλουμε, όμως, τα πράγματα σε τάξη και σειρά, ξεκινώντας από τα μη αμφισβητήσιμα:

  1. Ότι στην περίοδο της ηγεμονίας στη Βλαχία του Νικολάου Μαυρογενη (1786-1790), ο Ρήγας ήταν γραμματέας και διηρμηνέας αυτού του ηγεμόνα, κατά Χρ. Περραιβό και «ρουμάνικες» (Βλαχομπογδανίας) πηγές, από τους πρώτους βιογράφους του, και από τον Th. Blancard (Θεόδωρο Μπλανκάρ) βιογράφο των Μαυρογένηδων.

  2. Ότι σε αυτή τη χρονική περίοδο (1786-1790), κατά την οποία οι σχέσεις του Ρήγα με τον Μαυρογένη είχαν όχι σταθερή πορεία, αλλά κυμαινόμενη, ιδρύθηκε «μυστική εταιρεία» (με σκοπό να οργανώσει επανάσταση των Ελλήνων), από τους: Ρήγα, Νικόλαο Μαυρογένη και Ιωάννη Μαυρογένη (γαμπρό του Ρήγα στην αδελφή του Ειρήνη, κατά τον Ιωάννη Ζαμπέλιο), γνωστή από τις πηγές ως «εταιρεία του Ρήγα», «εταιρεία των φίλων», «εταιρεία του Ρήγα και των Μαυρογένηδων» ή απλά «εταιρεία».

  3. Ότι πλην του Ιωάννη Μαυρογένη, ο οποίος έκανε συχνά ταξίδια στην «Ευρώπη» (Αυστροουγγαρία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία κι αλλού), ταξίδια έκανε «μυστικά» και ο Ρήγας, για στράτευση μελών στην «εταιρεία» – όσοι γνωρίζουν από «μυστικές» ή «παράνομες» δράσεις κατά αυταρχικών καθεστώτων, δεν καταθέτουν «ραπόρτα» ενημέρωσης για τις κινήσεις τους στις «επίσημες Αρχές». Υπ’ αυτή την έννοια, ο Ρήγας ταξίδεψε κατ’ επανάληψιν από τη Βλαχομπογδανία στην «Ευρώπη», χωρίς να το πάρει κάποιος χαμπάρι, και χωρίς ο ίδιος να το ανακοινώνει ή να το γνωστοποιεί ευρέως.

  4. Ότι γνώριζε ο ίδιος πως κυκλοφορούσαν χειρόγραφα Οι Χρησμοί του Αγαθαγγέλου, με βάση το πρωτότυπο χειρόγραφο του 1750, του Θεόκλητου Πολυειδή (βλ. Βιβλιοθήκη Πανεπ. Θεσ/νικης ΣΠ. Π. Χ 9 / Έτους 1750, Θεόκλητου Πολυειδή). Τόλμησε, λοιπόν, ο Ρήγας και εξέδωσε τους Χρησμούς του Αγαθαγγέλου «εν Λειψία το τεύχος τετυπώσθαι περί το 1789 έτος», κατά πως με μεγάλη σαφήνεια ξεκαθαρίζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος το 1832 (Βιβλιοθήκη Πανεπ. Θεσ/νικης ΣΠ. Π. Χ 82 / Βιβλ. Εισ. 47026 / Έτους 1832/33), αφήνοντας απέξω την εκτενή εισαγωγή του Πολυειδή, διορθώνοντας τα πολλά ορθογραφικά λάθη του χειρογράφου, συμπτύσσοντας τα κεφάλαια Ζ’ και Η’ (ξεχνώντας δε να διορθώσει την αρίθμηση των κεφαλαίων, κάτι που οφείλεται στο «παράνομον» και «επείγον» της έκδοσης), αφήνοντας απέξω το λεξιλόγιο με ερμηνείες πολλών λέξεων, με το οποίο τέλειωνε-έκλεινε το χειρόγραφο, κι επιλέγοντας σε πολλές περιπτώσεις εύκολες «συνώνυμες» λέξεις στη θέση κάποιων –κατά την άποψή του– δύσκολων ιστορικών ή αγιολογικών όρων. Αυτά προκύπτουν από τη συγκριτική ανάγνωση της «Έκδοσης του Ρήγα» με τα κείμενα των δύο προαναφερόμενων χειρογράφων.

  5. Ότι ο Ρήγας, ως γνήσιος επαναστάτης, θα «συμμαχούσε και με τον διάβολο» προς επίτευξη των επαναστατικών σκοπών του, και για την προώθηση των επαναστατικών ιδεών του, που απέβλεπαν στην πραγμάτωση του οράματός του για μια κοινωνία πολύ πιο προωθημένη κι από εκείνη που διακήρυσσαν οι Γάλλοι Δημοκράτες, μετά τις 14 Ιούλη 1789, και που δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που οι μετέπειτα «ρηγολόγοι» ονόμασαν «Βαλκανική Ομοσπονδία». Ο Ρήγας ήθελε οικουμενική κοινωνία, που να ξεδιψάει με τα νάματα της αρχαιοελληνικής σκέψης του κλασικού ελληνικού κόσμου – που καμία σχέση δεν είχε –ούτε έχει– με το κυρίαρχο πνεύμα των Γραικύλων που παριστάνουν τους Έλληνες. Διότι ο ελληνισμός του Ρήγα δεν περιοριζόταν σε γεωγραφικά, φυλετικά, γλωσσικά, θρησκευτικά κ.λπ. όρια, καθότι ήταν εσαεί οικουμενικός.

Αυτή, λοιπόν, η ιδεολογική αρχή, τον οδήγησε στο να συμπτύξει τα Ζ’ και Η’ κεφάλαια σε ένα, επιτυγχάνοντας έτσι:

  • Να εξαφανίσει τις παραγράφους των οποίων η διατύπωσή ασκεί στους αναγνώστες ή στους πιστούς θεοκρατική τρομοκρατία, κάτι που συμβαίνει με τα περισσότερα λεγόμενα «προφητικά κείμενα».

  • Να εξαφανίσει το πιο δυσερμήνευτο τμήμα από το σύνολο των Χρησμών, το οποίο για το ευρύ κοινό θα ήταν ακατανόητο, τη στιγμή που απαιτεί βαθιές θεολογικές και ιστορικές γνώσεις.

  • Το τμήμα αυτό –πλην των ανωτέρω– κάνει αναφορά σε μελλοντικά «τεκταινόμενα» στις χώρες Γερμανία και Ρωσσία, τα οποία δεν θα ήταν καθόλου αρεστά για τους γηγενείς λαούς, ανάμεσα στους οποίους ζούσαν πάμπολλες δεκάδες χιλιάδες απόδημοι Έλληνες έμποροι, διανοούμενοι κ.ά. Περί τις 80.000 Έλληνες έμποροι, ξενοδόχοι, τραπεζίτες, καθηγητές και δάσκαλοι, βιοτέχνες κ.λπ., ζούσαν σε μικρές και μεγάλες πόλεις που βρίσκονταν μεταξύ του τριγώνου Βουδαπέστη – Βιέννη – Τεργέστη, και ήταν οι πιο πλούσιοι αστοί κάτοικοι αυτών των χωρών.

  • Το τμήμα αυτό –που αφαίρεσε– εξαίρει τον καταλυτικό ρόλο που θα παίξουν οι Ρώσοι στις μελλοντικές εξελίξεις των λαών, και ήταν ριζωμένο και στις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων, για «το ξανθό γένος», που θα βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, «Πότε θα ρθει ο Μόσκοβος / να φέρει το σεφέρι», και αυτό φρόντισε ο Ρήγας να ξεχαστεί, αφού πλέον είχε στραφεί προς τους Γάλλους. Γι’ αυτό έβαλε ότι οι Χρησμοί μεταφράστηκαν από τη Γαλλική (άλλαξε το Ιταλική του πρωτότυπου χειρόγραφου), γι’ αυτό έβαλε ότι οι Χρησμοί εκδόθηκαν στην Αγαθούπολη (πόλη ανύπαρχτη!), γι’ αυτό και έβαλε ότι εκδόθηκαν το 1279 (ενώ οι Χρησμοί εκδόθηκαν στη Λειψία, το 1769)!

Όλα αυτά στο πλαίσιο της «μυστικής» και της «παράνομης» δράσης του Ρήγα, την οποία ασφαλώς λίγοι γνώριζαν, και την οποία –αναμφίβολα– δεν γνώριζαν οι βιογράφοι του αφού κανείς από τους στενούς συνεργάτες, που έζησαν επί πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του δεν έγραψαν κάτι, πλην της εξαίρεσης του Χρ. Περραιβού. Τη «μυστική» και «παράνομη» δράση του Ρήγα, βέβαια, δεν τη γνώριζαν ούτε οι επικριτές του, γιατί αλλιώς θα είχαν λυσσάξει να τον κατηγορούν με λιβελογραφήματα. Εξάλλου, αν το γνώριζαν και αυτοί, τότε τι σόι «μυστική» ή «παράνομη» οργάνωση και δράση του Ρήγα θα ήταν αυτή!;…

  1. Με 40 χρόνια καθυστέρηση από τον θάνατο του Ρήγα (1798), δημοσιοποείται σε βιβλίο του 1838[26] ότι στη Βιέννη εκδόθηκε κολοβή η «… αποκάλυψις, και προφητεία του μακαρίου Ιερωνύμου Αγαθαγέλου, και ακρωτηριασθεία πολλαχού υπό Ρήγα του Θετταλού…», και ότι πρόκειται για την πρώτη «έντυπη έκδοση» των Χρησμών του Αγαθαγγέλου. Εν συνεχεία καταχωρίζονται στο βιβλίο (στις σελίδες ιβ’, κα’, κβ’, κγ’ και αλλού), όλα τα «σημεία» στα οποία, κατά τον συγγραφέα Ζηλοπροφήτη, ο Ρήγας έβαλε το χεράκι του ως «μηδαμώς ων ερμηνευτής, στρεβλός δ’ εκδότης της παρά Θεοκλήτου ερμηνευθείσης προφητείας», και «ούτως ο ανήρ λαμπρώς ψεύδεται», οπότε είναι ένας «παραχαράκτης», και που «ούτω φθορεύς της ακαταλήπτου προφητείας ο κλεινός Ρήγας εκ των έργων απεφάνθη».[27]

Κατά το Λεξικό του Κων/νου Κούμα, «Κλεινός, ή, όν (κλέω, κλείω), γνωστός, περίφημος· 2) εις τους Κρήτας ο ερώμενος νέος, Στραβ. 10, σ. 302· κ. Ησύχ. Ως εις τους Αθην. καλός, εις τους Δωριείς, αΐτης [εις τους Θετταλ. ερώμενος, αγαπητικός], Ζ. κ. κείνος.» (Λεξικόν διά τους μελετώντας τα των παλαιών Ελλήνων συγγράμματα, Τόμος πρώτος Α–Λ, Κωνσταντίνου Μιχαήλ Κούμα, Εν Βιέννη της Αυστρίας, 1826, σ. 592).

Με την χρήση του επιθέτου «κλεινός» («κλεινός Ρήγας»), ο συγγραφέας δείχνει ότι δεν είναι πολέμιος ή εχθρός του Ρήγα, ούτε ότι με το να αποδώσει το συγκεκριμένο έργο στον Ρήγα αποσκοπούσε στο να προσδώσει εγκυρότητα στην έκδοσή του (πράγμα που πράττουν κατά κόρον στην εποχή μας διάφοροι κισσοί και περικοκλάδες «ρηγολόγοι», αναρριχώμενοι στον Ρήγα και στο έργο του). Αντιθέτως, φαίνεται να είναι θαυμαστής του, και ότι τον εκτιμάει και τον υπολήπτεται, και ας τον κατηγορεί σαν ψεύτη και παραχαράκτη εκδότη των Χρησμών του Αγαθάγγελου. Αν ο Ζηλοπροφήτης ήθελε να προσδώσει εγκυρότητα στην έκδοσή του ή «να κλέψει δόξα» από τη δόξα του Ρήγα, θα έγραφε με κανονικό όνομα και επώνυμο, και όχι με το ψευδώνυμο Ζηλοπροφήτης.

Αλλά ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό το ψευδώνυμο;

Σαφώς, κάποιος παλαιός σύντροφος του Ρήγα, μέλος της «μυστικής εταιρείας» του, και που μετά 40 έτη τήρησε τους κανόνες της «μυστικότητας» και της «συνομωσίας». Θα είχε, ασφαλώς, και καλή «θεολογική παιδεία», όπως μπορεί να καταδειχτεί από το πλήθος των πολλών αγιολογικών και θεολογικών υποσημειώσεων, και ίσως ήταν πικραμένος από την τροπή που πήραν τα πράγματα με τους Γάλλους κατά την Επανάσταση του 1821 και στη συνέχεια, αφού οι Γάλλοι εκπαίδευαν τους Τούρκους, τόσο στο Μεσολόγγι κατά την Β’ πολιορκία (1825-1826), όσο και αργότερα σε άλλες πολεμικές συγκρούσεις Ελλήνων και Οθωμανών.

Η όλη συλλογιστική του «βοά» για το προϊόν της συνομωτικής πράξης του Ρήγα, που εξέδωσε «θρησκευτικό κείμενο», το οποίο θα δρούσε καταλυτικά στην ψυχική ανόρθωση των Ελλήνων, για να οδηγηθούν στην ένοπλη εξέγερσή τους κατά των τυράννων τους. Κατ’ ουσίαν ο «ΧΡΗΣΜΟΣ | ήτοι | Προφητεία του μακαρίου Ιερομονάχου | Αγαθαγγελου | …» αποτελεί την πρώτη έκδοση του Ρήγα, το 1789, στη Λειψία (το πιο πιθανό) ή ενδεχομένως και στη Βιέννη (όμως θαρρώ ότι ισχύει η ρητή διατύπωση του Κων/νου Οικονόμου για τη Λειψία), μια έκδοση που έγινε με συνωμοτικούς κανόνες, μυστικά, ανώνυμα, με λήψη όλων των μέτρων που θα διασφάλιζαν την ανωνυμία του εκδότη, και το «μυστικό» αυτό αποκάλυψε μετά από 40 έτη από τον θάνατο του Ρήγα, με το ψευδόμενο Ζηλοπροφήτης, κάποιος πικραμένος παλαιός σύντροφος, σεβόμενος και τιμώντας τον Ρήγα, τηρώντας δε τους κανόνες συνομωσίας και μυστικότητας.

Αυτό, ακριβώς, περιγράφει με τη δική του οπτική και γλώσσα ο Ευλόγιος Κουρίλας, και δέχεται ότι η πρώτη έντυπη έκδοση του Αγαθάγγελου, που αποδίδεται το 1838 από τον Ζηλοπροφήτη στον Ρήγα, είναι όντως του Ρήγα Βελεστινλή. Και επειδή τούτη η επιχειρηματολογία εδράζεται στα «ιστορικά δεδομένα» της ζωής και της δράσης του Ρήγα, και ως εκ τούτου είναι ακλόνητη, γι’ αυτό οι σύγχρονοι «ρηγολόγοι» την αποσιωπούν παντελώς, και ποιούν την νύσσαν, μηρυκάζοντας τις πιο αφελείς δοξασίες, με δήθεν «διαπιστώσεις», που σχετίζονται: είτε με έλλειψη προλόγου και υποσημειώσεων, είτε με χαρακτηριστικές λέξεις του λεξιλογίου του και άλλα συναφή που συναντάει κανείς στα άλλα έργα του Ρήγα, είτε με έλλειψη αναφορών σε αυτό το έργο από βιογράφους του ή κατήγορούς του, και άλλα παρόμοια δήθεν περισπούδαστα, για να οδηγηθεί κάποιος στο συμπέρασμα ότι ο Ρήγας δεν ήταν εκδότης του Αγαθάγγελου, του οποίου μοναδικό αντίτυπο διαφυλάσσεται στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Μελέτησα όλα τα τυπωμένα κείμενα του Αγαθάγγελου, ως και τρία ανέκδοτα χειρόγραφα του «Χρησμού του Αγαθάγγελου», καθώς και την Έκδοση του Ρήγα (έτους 1869), και συνάγεται από αυτή τη μελέτη ότι η «παραχάραξη» ορισμένων λέξεων, και η «περικοπή εδαφίων» από τα κεφάλαια Ζ’ και Η’, και συνάμα η εξαιρετική ενοποίηση αυτών των δύο κεφαλαίων, και η αποφυγή δημοσίευσης του «κολοβού» προλόγου του χειρογράφου του 1750, αποτελούν ουσιώδη παρέμβαση στο «προφητικό κείμενο», για να λάβει τη μορφή την οποία έχει στο τυπωμένο και γνωστό ως «έκδοση του Ρήγα», και είναι προϊόν ενός συνωμότη επαναστάτη, που δρά μυστικά, και έχει την παιδεία και τα οράματα του Ρήγα, ο οποίος ως αληθινός επαναστάτης, γνωρίζοντας τη δύναμη που έχουν τα θρησκευτικά πιστεύω και οι δοξασίες στους λαούς, θέλησε να αξιοποιήσει και αυτήν την παράμετρο, για να πραγματώσει το οικουμενικό επαναστατικό του όραμα.

Ας σταματήσουν οι σύγχρονοι «ρηγολόγοι» να φέρνουν στο ανάστημά τους τον μέγιστο των ποιητών και επαναστατών. Τα τεκμήρια των αφελών συλλογισμών τους δεν έχουν θέση στην επιστήμη της Ιστορίας. Οι δε στρεβλώσεις έχουν κι αυτές τα όριά τους…

Κ.Θ. Δημαράς (1904-1992)

[1] {Ευσεβούς τινός συντάκτου, Κατά χάριν μεν του Ιησού, του Δόντος τοις δυσί μάρτυσιν αυτού το Πνεύμα της Προφητείας, κατ’ Αποστολικόν δε του Παύλου Ζήλον, Τον δε τον τρόπον ελαχίστου Ζηλοπροφήτου, Σύνταγμα Πνευματικόν, Διχή διηρημένον, εις θεωρητικόν τε, και Πρακτικόν. Εν Ερμουπόλει, Εκ της Τυπογραφίας Γ. Μελισταγούς. 1838.}

[2] [Υποσημείωση 6 (σ. 68-69):] Και ου μόνον τα από του 17 εδαφίου μέχρι τούδε του 66 εσχάτου, εδάφια του ζ’ κεφαλαίου, κείμενα εν χειρί παλαιοίς, ταύτα πάντα ουχ εύρηται όλως εν τη παρά του Ρήγα εκδόσει τήσδε της παγκοσμίου Προφητείας· αλλά και τα μετά το ζ’ του προσεχούς η’ κεφαλαίου ταύτης εδάφια, κείμενα και αυτά εν τοις αυτοίς χειρογράφοις, και ταύτα ουχ εύρηται εν τη υπ’ εκείνου εκδόσει της αυτής ταύτης Προφητείας.

[3] [Υποσημείωση 5 (σ. 71-72):] Και τα εν χειρογράφεις Κείμενα τούδε του Κεφαλαίου δυσερμήνευτα Πνευματικά εδάφια, και ταύτα ουχ εύρηται, εν τύποις τοις ειρημένοις. Τα γαρ εν πάσι Κείμενα χειρογράφοις ο Ρήγας αφελών, ουκ οίδ’ ανθ’ ότου, το,τε ζ’, και το η’, εις έν συνάψας τα δύο έβδομον Κεφάλαιον, και ούτω, τύποις εκδούς, και εξειπών τοις φίλοις αυτού, τούτο μη ειδόσιν, από των εν τω ζ’. Προρρηθέντων ούτω Κεφαλαίω· Ι 7. Αλλ’ ω δυστυχείς, τι μέλλει γενέσθαι; από τούτων εκείνων, μηδέν τι άλλο παρενθείς, μηδέ μην τα υπ’ όψιν κείμενα εν χειρογράφοις, ευθύς μετέβη ως περ τις γίγας μεταπηδήσας, επί τα εν τώδε τω η’ Κεφαλαίω κείμενα ακόλουθα ταύτα· και καταβαλείς αυτόν. Ούτω φθορεύς της αυτώ ακαταλήπτου Προφητείας ο Κλεινός Ρήγας εκ των έργων απεφάνθη.

[4] {Έως το 12, δεν υπάρχουν στην έκδοση του Ρήγα. Συνεχίζω όμως την αντιγραφή, για να μπορεί ο αναγνώστης να κάνει «αντιπαραβολές».}

[5] Απόσπασμα του άρθρου Αγαθάγγελος εν Εγκυκλοπαιδ. λεξικώ, 1890 Α’, σ. 34.

[6] Ο Γρηγόριος Γκίκας Α’ ηγεμόνευσε εν Βλαχία μέχρι του 1752.

[7] Τας βιβλιογρ. σημειώσεις λαμβάνω εκ των προλεγομένων του Ζηλοπροφήτου, ήτοι της μετά χείρας εκδόσεως, σ. κα’, και εξής.

[8] «Εαυτήν ούτως αξιόπιστον συνιστώσα (η έκδοσις, λέγει ο Ζηλ.)  τ ο ν   δ ε   μ ε τ α φ ρ α σ τ ή ν   Θ ε ό κ λ η τ ο ν   α ρ ν ο υ μ έ ν η  και ως μη ες δεύρο διαβιούντα εξουθενούσα, και τα εξ εκείνου άχρι των καθ’ ημάς ημερών σωζόμενα χειρόγραφαι αντίγραφα ακυρούσα και εις το παντελές, καίπερ όντα και μετά χείρας φερόμενα και ημίν αναγινωσκόμενα ασυνειδήτως καταργούσα».

[9] Όθεν ο Ζηλοπρ. γράφει εν σ. 71-72: «τα γαρ πάσι κείμενα χειρογράφοις ο  Ρ ή γ α ς  αφελών… το τε ζ’ και το η’ εις έν συνάψας τα δύο εις το έβδομον κεφάλαιον, και ούτω τύποις εκδούς και εξειπών τοις φίλοις αυτού, τούτο μη ειδόσιν, από των εν τω Ζ’ κεφ. 17 προρρηθέντων, Αλλ’ ω δυστυχείς, τι μέλλει γενέσθαι; από του των εκείνων μηδέν τι άλλο παρενθείς, μηδέ μην τα υπ’ όψιν κείμενα εν χειρογράφοις, ευθύς μετέβη ώσπερ τις γίγας μεταπηδήσας επί τα εν τώδε τω η’ κεφαλαίω κείμενα ακόλουθα ταύτα: και καταβαλείς αυτόν…».

[10] Μετά ταύτα υπηρέτησε και υπό τον Σούτσον, μεθ’ ο κατά την βεβαίωσιν του Γάλλου προξένου εγένετο διερμηνεύς του γαλλ. Προξενείου. Ο κ. Ά μ α ν τ ο ς  εδημοσίευσεν το αντίθετον. Ο τελευταίος γράψας κ. Φ.  Μ ι χ α λ ό π ο υ λ ο ς  προσπαθεί να συμβιβάση το πράγμα  (Θεσσαλ. Χρονικά Α’ 1930, σ. 12).  Ο   Κ ο ρ α ή ς  εις το «Υ π ό μ ν η μ α   π ε ρ ί  τ η ς   π α ρ ο ύ σ η ς   κ α τ α σ τ ά σ ε ω ς   τ ο υ   π ο λ ι τ ι σ μ ο ύ   ε ν   Ε λ λ ά δ ι» ομολογών ότι η γαλλική επανάστασις «απέδειξε τους Έλληνας θιασώτας των Γάλλων και έως την σήμερον καθιστά ζηλωτάς αυτών», παρέχει ημίν την εξής σπουδαιοτάτην διά την σημασίαν άμα και παραχάραξιν των Χρησμών πληροφορίαν· «Ουδέποτε οι Έλληνες εξήλαυνον τας στρατιάς αυτών άνευ μάντεως. των δε Σουλιωτών Κάλχας ανομολογείται νυν ο πατήρ  Σ α μ ο υ ή λ,  τούτω μόνον διαφέρει των πάλαι θεοπρόπων, ότι οι μεν ανεζήτουν τας προρρήσεις εν τοις σπλάγχνοις των ιερείων, ο δε αρύεται τους χρησμούς εκ των  Ιερών  Γραφών, έρμην ύων τοις ιδίοις συμπολίταις  Η σ α ΐ α ν και Ι ε ζ ε κ ι ή λ,  Δ α ν ι ή λ   και  Ι ε ρ ε μ ί α ν. Τα ασαφή των προφητών χωρία διασαφηνίζει ο πατήρ και υποφήτης  Σ α μ ο υ ή λ  μετ’ ευχερείας πολλής, προσαρμόττων αυτά εις τα συμβάντα, άτινα από τινων ενιαυτών επιβλέπομεν,  α π α ν τ α χ ο ύ   δ ε   α ν ε υ ρ ί σ κ ω ν  τ ο υ ς   Γ ά λ λ ο υ ς.  Επειδή δε αυτός μεν τυγχάνει εξόχου τιμής εν τη πατρίδι, αι δε προφητείαι αυτού εκ της νέας Δωδώνης αντηχούσιν απανταχού της Ελλάδος   ο ι   Γ ά λ λ ο ι    υ π ο λ α μ β ά ν ο ν τ α ι    ν υ ν   ο   Μ ε σ σ ί α ς   τ η ς   μ ε γ ί σ τ η ς   μ ε ρ ί δ ο ς   τ ο υ   ε λ λ.  λ α ο ύ»   (Αδαμ. Κοραής υπό  Δ. Θ ε ρ ε ι α ν ο ύ  Παράρτ. οδ’).

[11] Τούτη η «Έκδοση του Αγαθαγγέλου στο Μεσολόγγι» προκύπτει από μόνη την αναφορά του Φιλήμονος. Αμφισβητώ όμως την ύπαρξη μιας τέτοιας έκδοσης για δύο λόγους: α) Αν υπήρχε, θα την ανέφερε στα «Ενθυμήματά» του ο Νικ. Κασομούλης, ο οποίος για τον Δεκέμβρη του 1825 γράφει: «Εμβήκεν ο Δεκέμβριος μήνας {1825}, και το παν ευρίσκετο εις τον αγώνα της προπαρασκευής […] | Πολλοί φιλογενείς Έλληνες, φίλοι των Οπλαρχηγών, δεν έλειπον να μας ενθαρρύνουν με εξωτερικάς ειδήσεις μάλιστα ο Κος <Γεώργ.> Τουρτούρης τετράδια ολόκληρα <επιστολών> έστελνεν κατ’ ευθείαν εις τον Στορνάρην, πλήρεις από προφητείας <εκ> της Αποκαλύψεως και του Αγαθαγγέλου, τα οποία έκαμναν μεγάλην εντύπωσιν και έδιδον μέγα θάρρος εις πολλούς των Οπλαρχηγών.» Αν υπήρχε Αγαθάγγελος έκδοσης Μεσολογγίου, θα την είχαν όλοι οι έγκλειστοι της Φρουράς, και δεν θα χρειαζόταν τα «τετράδια» του Γ. Τουρτούρη, που εντυπωσίαζαν τους Κλεφταρματολούς καπεταναίους. β) Στους εγκλείστους στο πολιορκημένο Μεσολόγγι συγκαταλέγεται και ο Λευκαδίτης γιατρός Π.Δ. Στεφανίτζης, ο οποίος εξέδωσε το Χρησμολόγιο το 1838, με κείμενα προφητικά και αγαθαγγελικά, στηριγμένο σε έναν μεγάλο χειρόγραφο κώδικα, που του χάρισε το 1822 ο ηγούμενος της Μονής του Αγίου Δημητρίου Παλαίρου, Ιάκωβος Γαζής, Λευκαδίτης. Το βιβλίο γνώρισε καλή υποδοχή αλλά και συνδέθηκε με τις πολιτικές επιδιώξεις ανθρώπων του ρωσικού κόμματος και τους συνωμοτικούς σκοπούς της Φιλορθοδόξου Εταιρείας του 1839, που προκάλεσε τις επεμβάσεις των αστυνομικών και των δικαστικών αρχών.  Ούτε ο Π.Δ. Στεφανίτζης κάνει αναφορά σε Αγαθάγγελο έκδοσης Μεσολογγίου, γεγονός που πιστοποιεί την ανυπαρξία μιας τέτοιας έκδοσης, και την λάθος πληροφορία του Ιω. Φιλήμονος, που ως σήμερα «αναπόδεικτα» αναπαράγουν σχεδόν όλοι και γράφουν γι’ αυτήν!…

[12] Ώστε εισαγωγή θεωρείται το 1-43, και όντως ούτως επ’ αληθείας έχει το ορθόν (Εις το μέρος τούτο είναι εκτεθειμένον το ιστορικόν της υποθέσεως), εντεύθεν και εις ουκ ευαρίθμους κώδικας συναντάται η διαίρεσις, ην ο Ζηλοπρ. Καταδικάζει ως «τ η ν  τ ε τ ρ α μ ε ρ ή  τ ο υ   π ρ ο φ ή τ ο υ   ά ρ σ ι ν   τ ρ ι μ ε ρ ή   τ ε   κ α ι  δ ι μ ε ρ ή  α ν υ π ο φ α ί ν ο υ σ α ν  κ α ι  τ α ύ τ η ν  κ α τ α κ ρ ύ ν ο υ σ α ι,  κ α ι  ο ύ τ ω  α ν τ ι β α ί ν ο υ σ α ν… τοις πλείστοις των χειρογράφων… ακριβεστέροις των ετέρως εχόντων» σ. κε’. Τοιαύτην διαίρεσιν παρεμφερή προς την ούτω κατακρινομένην έχει και η του Στεφανίτση έκδοσις. – {Πάντως, η έκδοση του 1837 τιτλοφορείται: Χρησμοί του Αγαθαγγέλου, Εν Αθήναις, Εκ της Τυπογραφίας Ανδρέου Κορομηλά, Οδός Ερμού, Αριθ, 215. 1837. Ση σ. 3, το κείμενο αρχίζει ως εξής: ΧΡΗΣΜΟΙ. | Του Μακαρίου Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου | της μοναδικής πολιτείας του Μεγάλου | Βασιλείου, ήτοι Αποκάλυψις γεννηθείσα | εν Μεσσίνη της Σικελίας εν έτει της | απολυτρώσεως ημών ,ΑΣΟΘ’ (1279) | καθώς αυτώ εκ Θεού απεκαλύφθη, | ήτις μετά ταύτα εν Μεδιολάνω | εν τω ,ΑΦΝΕ’ (1555) εδόθη | εις φως παρά του αιδεσιμωτάτου | πατρός και Ιερομονάχου της του | Αγίου Βενεδίκτου τάσεως | Ιακώβου του Παλαιώτου. Ερ- | μηνευθείσα δε εκ της Ιτα- | λικής διαλέκτου εις την πεζήν | ημών φράσιν παρά του | Πανοσιωτάτου ταπεινού | Αρχιμανδρίτου, ήτοι χωρο- | επισκόπου Πολυανής και | της εν Λειψία Ορθοδό- | ξων Εκκλησίας επόπτου | και συνηγό-ρου Θεοκλήτου | του και Πολυείδου. | Νυν δε εκδοθείσα το δεύτερον παρά του Ο. Ι. Κ. | Εν Αθήναις τω 1837. – Υπ’ αυτήν την έννοιαν δεν είναι «άγνωστος» ή «άδηλος» ο εκδότης, έκδοσης του Αγαθάγγελου έτους 1837, εφόσον αναγράφεται ως «Ο. Ι. Κ.», όμως δεν είναι της παρούσας μελέτης θέμα η ανεύρεση του ακριβούς ονόματος αυτού, και θαρρώ ότι δεν είναι δύσκολο έργο.}

[13] Αλλ’ αι προσκορείς και ατελεύτητοι, ως είπομεν, παραπομπαί ουδέν ανύττουσι προς κατανόησιν του κειμένου, αποδεικνύουσι δε μόνον την σχολαστικότητα και την πλάνην του εκδότου, θεωρήσαντος τούτ’ αυτό θεόπνευστον και προφητικόν το βιβλίον.

[14] Δύο εκδόσεις φαίνεται έχων υπ’ όψιν, την του  Ρ ή γ α  και την των Αθηνών του 1837.

[15] {Σύγχρονοι «ρηγολόγοι», από τα όσα έχει στη μελέτη του αναπτύξει ο έξοχος ιεράρχης και ακαδημαϊκός δάσκαλος Ευλόγιος Κουρίλας, αρκούνται με αναφορά τους σε υποσημείωση: «Ενδιαφέρον έχει να τονίσουμε ότι ο Ευλόγιος Κουρίλας παρατηρεί για τον Ζηλοπροφήτη πως “πελαγοδρομεί δε εις το αχανές των μεταφορών και αλληγοριών, και διά παρερμηνειών και διαστρεβλώσεων της πραγματικής εννοίας προσπαθεί νε εξαγάγη τα δοκούντα αυτώ και όλως αυθαίρετα συμπεράσματα”. Κι ακολουθούν παραπομπές σε «αγιογραφικά κείμενα» τα οποία “αποδεικνύουσι δε μόνον την σχολαστικότητα και την πλάνην του εκδότου, θεωρήσαντος τούτ’ αυτό θεόπνευστον και προφητικόν το βιβλίον [του Αγαθαγγέλου]”. Βλ. Ευλογίου Κουρίλα Λαυριώτου, “Θεόκλητος ο Πολυειδής και το Λεύκωμα αυτού εν Γερμανία (εξ ανεκδότου Κώδικος). Ο φιλελληνισμός των Γερμανών, Θρακικά τόμ. 5, 1934, σσ. 69-162, και εδώ στη σ. 149». – Έτσι, θεωρούν, ότι … αποκαλύπτεται η ιστορική αλήθεια!…}

[16] Δηλ. αύτη κείται εν τέλει των του  Λ έ ο ν τ ο ς  χρησμών.

[17] Ταύτην παρέλιπεν ο  Ζ η λ ο π ρ ο φ ή τ η ς.

[18] Ευσεβούς τινος συντάκτου . . . Ζηλοπροφήτου, Σύνταγμα πνευματικόν. Ερμούπολις 1838 σελ. ιβ’, κα’, κβ’, κγ’ και αλλού. Πρβλ. Λ. Βρανούση, Ρήγας (Β. Β. 10) Αθήνα 1953, σελ. 80-81.

[19] Δημώδεις δοξασίαι περί της αποκαταστάσεως του Ελλ. Έθνους, Λαογρ. Σύμμεικτα τ. Α’ σελ. 25 «… Το έργον εξεδόθη ανωνύμως εν Λιψία, πιθανώς κατά το 1751, ή μικρόν ύστερον, της σπανιωτάτης εκδόσεως ταύτης έν μόνον αντίτυπον είναι γνωστόν…».

[20] {Λαθεύει ο Αλέξης Πολίτης ως προς το μέγεθος των περικοπών. Το ακριβές μέγεθος των περικοπών δίνεται από τον Ευλόγιο Κουρίλα (δες παραπάνω): «Το σπουδαιότερον είναι η ένωσις του Ζ’ και Η’ κεφαλαίου. Και εκ μεν του Ζ’ αφαιρούνται περί τους 50 στίχοι, ήτοι από 17-66 (τέλους), δηλ. τα περί ελεεινολογίας των Γάλλων, περί Παννονίας, Ισπανίας κ.τ.λ. και δη το θαύμα του αγίου Σπυρίδωνος και ο ύμνος των Γερμανών και ο θριαμβος εν τη Ανατολή. εκ του Η’ αφηρέθη ωσαύτως ο ύμνος προς τους Ρώσσους, ήτοι από 1-12».}

[21] Βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με τον αριθμό Αποθήκη 30231. Δεν περιέχεται στον κατάλογο των χειρογράφων του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης του Α. Σιγάλα. Την υπόδειξή του την οφείλω στον καθηγητή μου Λίνο Πο-λίτη.

[22] Βλ. το περιεκτικότατο άρθρο «Αγαθάγγελος» του Ν.Γ. Πολίτη περασμένο στα Λαογραφικά Σύμμεικτα, σελ. 26. Επίσης του ίδιου Δημώδεις δοξασίαι, ό. π. σελ. 23, 24. Ακόμα το εκτενές άρθρο του Ευλόγιου Κουρίλα για τον Πολυειδή στα Θρακικά, τόμ. ΙΓ’, ΙΔ’, ΙΕ’. – {Στους τόμους ΙΓ’, ΙΔ’, ΙΕ’ των Θρακικών δεν υπάρχει κανένα δημοσίευμα του Ευλ. Κουρίλα. Του Ευλ. Κουρίλα υπάρχει εκτενής μελέτη για τον Πολυειδή στον τόμο Ε’ (1934) των Θρακικών, από την οποία αντέγραψα ανωτέρω καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν το κεφάλαιο στο οποίο δέχεται και αποδεικνύει το πώς και το γιατί υπήρξε η έκδοση του Αγαθάγγελου του Ρήγα, για την οποία έχει γράψει ο Ζηλοπροφήτης.}

[23] Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, 1834, σελ. 68 σημ. α’: επιτήδειοι τινές γνωρίζοντες την τοιαύτην υπόληψιν του Λαού περί των Ευαγγελισμών του Αγαθάγγελου ενήργησαν την εν Μεσολόγγιον μετατύπωσίν του, 1824. – (Δεν έχει υπάρξει έκδοση του Αγαθάγγελου στο Μεσολόγγι. Αν υπήρχε τέτοια έκδοση, θα έγραφε γι’ αυτήν η εφημερίδα του Μεσολογγιού «Ελληνικά Χρονικά» που διεύθυνε ο Ελβετός φιλέλληνας Μάγιερ, θα έγραφε ο Νικ. Κασομούλης, ο Σπυρομήλιος και ο Π.Δ. Στεφανίτζης, ο Αρτέμης Μίχου, οι οποίοι μας άφησαν σπουδαία απομνημονεύματα και ενθυμήματα, όπως είδαμε παραπάνω, και οι οποίοι ασχολήθηκαν λίγο ή καθόλου με το «θέμα» του Αγαθαγγέλου, χωρίς να αναφέρουν ή να μιλούν για έκδοσή στο Μεσολόγγι την οποία ασφαλώς θα γνώριζαν αν είχε εκεί τυπωθεί τότε εκεί, το 1824.}

[24] Ό.π. σελ. κγ’. {Γράφει ο Ζηλοπροφήτης: «Κατ’ εκείνην δε και ετέρα τοιαύτη γέγονεν έκδοσις εν Μεσολογγίω, μικρώ πρότερον προ της εκείνου σήμερον αλώσεως, και καταστροφής δι’ ένδειαν των επιτηδείων. Αλλ’ αύτη, κακείνη εκλιπούσα, εκατέρα απώλετο η έκδοσις.» – Ο Ζηλοπροφήτης αντλεί την πληροφορία από τον Ιω. Φιλήμονα, χωρίς να το αναφέρει, και είναι βέβαιο ότι …δεν την είχε ιδεί, διότι αν την έβλεπε, σίγουρα θα τη σχολίαζε, όπως σχολίασε τις άλλες εκδόσεις του Αγαθάγγελου.}

[25] Για τον Κοσμά Φλαμάτιο και τον Παπουλάκη βλέπε: Μπάμπη Άννινου, Ιστο-ρικά σημειώματα, Αθήναι 1925, σελ. 377-481.

[26] Ευσεβούς τινος συντάκτου… Ζηλοπροφήτου, Σύνταγμα πνευματικόν. Ερμούπολις 1838, σ. ιβ’, κα’, κβ’, κγ’ και αλλού.

[27] Βλ. σε προηγούμενο σχετικό κεφάλαιο την έκδοση του Αγαθαγγέλου από τον Ζηλοπροφήτη, και λεπτομέρειες της γραφής του για τον Ρήγα.