Λογοτεχνία

Γλυκερία Γκρέκου “Η επανάσταση”

……………..

Γλυκερία Γκρέκου

Βάδιζε πάντα τοίχο τοίχο με το βλέμμα κάτω. Όταν τη συναντούσα στο σοκάκι-  μέναμε στην ίδια γειτονιά- εκείνη λες και φοβόταν τον ίσκιο της κι εγώ τον δικό της .

Δεν δικαιολογείτο ο φόβος από μεριάς της. Εγώ ήμουν ένα ήσυχο κορίτσι, με γνώριζε από τη μέρα της γέννησής μου. Ερχόταν συχνά στο σπίτι μας για να ζητήσει λίγο πελτέ, ένα ματσάκι δυόσμο. Χτυπούσε την εξώπορτα διακριτικά. Φώναζε τη μάνα μου με φωνή ξέπνοη, παλλόμενη, έτοιμη να θρυμματιστεί.  Κάτι σαν : ‘’Να μιλήσω, να μη μιλήσω.’’

Ήταν μια γυναίκα καστανή, ψιλόλιγνη, απροσδιορίστου ηλικίας, με κάτι αμυγδαλωτά μάτια μεγάλα, λες και απορούσαν με αυτά που έβλεπαν. Λες και έβλεπαν τον κόσμο για πρώτη φορά.  Σχεδόν πάντα κοιτούσε τα παπούτσια της, μιλούσε και έπλεκε τα δάχτυλά της.

Ζούσε με τον ηλικιωμένο πατέρα της. Τα αδέρφια είχαν φύγει, τη μάνα την είχε χάσει μικρή. Σαραντάχρονη περίπου, ήταν τελειωμένη υπόθεση ο γάμος για εκείνη. Μαράζωνε μέρα τη μέρα. Το στόμα σούφρωνε, τα φρύδια έσμιγαν, η ανάσα της μύριζε ναφθαλίνη. Η ζωή της όλη ήταν πρωινό ξύπνημα, σκούπισμα, μαγείρεμα, βελονάκι, ύπνο νωρίς και πάλι απ’ την αρχή.

Έλεγαν πως όσα προξενιά της είχαν κάμει, όταν ήταν νέα, πήγαν στο βρόντο. Κανένας δεν άρεσε στον γονιό της. Ό,τι έλεγε εκείνος ήταν νόμος. Κι εκείνη κατέβαζε τα μάτια, έκλεινε το στόμα σε  ευθεία γραμμή και υπάκουε.

Μια μέρα μας επισκέφτηκε φίλος του πατέρα μου από μια γειτονική πόλη. Μαζί του και ένας κυρ Γιάννης.  Έφτιαξε η μάνα ένα μεζέ για τσίπουρο. Κουβέντα στην κουβέντα το θέμα τέθηκε καθαρά: «Ξέρετε καμιά μεγαλοκοπέλα για γάμο; Ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του, έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει, έχει γελάδια, πρόβατα, βρίσκεται καλά οικονομικά».

Εγώ καθόμουν στην άκρη, όταν άκουσα μια φωνή παλλόμενη να καλεί τη μάνα μου. Πετάχτηκα, άνοιξα την εξώπορτα και εκείνη μπήκε μέσα. Σαν είδε κόσμο, κοκκίνισε, έχασε τη φωνή της. Η μάνα την πήρε στην άκρη, κάτι ήθελε, σήκωσε το βλέμμα της, στιγμιαία και έφυγε σαν κυνηγημένη.

« Να μια γυναίκα ανύπαντρη, αλλά ούτε να μιλήσει καλά καλά δεν μπορεί, δεν ξέρει τίποτα από κόσμο»,  είπε ο πατέρας.

« Ε, και σαν δεν το έκλεινε η συγχωρεμένη, τι κατάλαβε; Έφυγε από συμφόρεση»  Ακούστηκε ο κυρ Γιάννης.

Έπεσε σκέψη. Λες κι όλοι να σκέφτηκαν το ίδιο.

« Μπα, είναι σαν αγρίμι, πού να βρεις άκρη Γιάννη. Εσύ είσαι άνθρωπος βγαλμένος στη ζωή. Άσε που δεν τη δίνει ο πατέρας της. Θα κάνει σαματά, τα έχει και λίγο χαμένα»

Δεν ξέρω ποια ήταν η αιτία.  Τα τσίπουρα, η ανάγκη για μια νοικοκυρά, η μοναξιά; Πάντως ο κυρ Γιάννης έδειξε άμεσο ενδιαφέρον. Τα παιδιά περίμεναν, τα κοπάδια περίμεναν, εκείνος δεν περίμενε!

« Την παίρνω, άντε μιλήστε κι αν θέλει, πάρτε με τηλέφωνο να έρθω από βδομάδα με το αγροτικό να φορτώσουμε και πράγματα».

Λίγες μέρες μετά τη φώναξε η μάνα μου « Το και το» της λέει, « Αυτός ο άντρας θέλει να παντρευτεί, ζει σε ένα χωριό έξω από την Κοζάνη».  Η Μαρίκα δεν μίλησε, δε σήκωσε το βλέμμα, έπλεξε τα χέρια της και, φεύγοντας, είπε ένα γρήγορο καληνύχτα.

Πρωί πρωί χτύπησε το κουδούνι. Σηκωθήκαμε αλαφιασμένοι, ίσα που είχε χαράξει. Ήταν τέλη Νοέμβρη, όταν η ψιλόλιγνη γυναίκα μπήκε στη σάλα. Κρατούσε ένα μικρό σάκο στα χέρια της, ήταν ντυμένη με τα καλά της ρούχα.

«Θέλω το τηλέφωνό του, θα φύγω, έχω λίγα λεφτά, θέλω να φύγω, το αποφάσισα» είπε με τρεμάμενη οργή.

« Μα, άκου, δεν ξέρουμε πολλά για αυτόν, περίμενε να ξανάρθει» ακούστηκε ανήσυχη η φωνή του πατέρα μου.

« Στις εφτά θα φύγω με το λεωφορείο για Ελασσόνα, θέλω το τηλέφωνο».

Πήρε την ατζέντα η μάνα μου, έκοψε ένα φύλλο χαρτί από το πρόχειρό μου, αντέγραψε το τηλέφωνο του κυρ Γιάννη και της το έδωσε.

Σαν άνεμος έφυγε . Ανέβηκε στο λεωφορείο, ταξίδεψε μετά από πολύ καιρό μόνη της. Παντρεύτηκε λίγο μετά. Ο κυρ Γιάννης την έντυσε, τη φρόντισε, χόρτασε ψωμί και συντροφιά πλάι του. Οι δικοί της δεν της το συγχώρεσαν που έφυγε σαν κλέφτρα σε τέτοια ηλικία. Όταν μιλούσε –  γιατί μιλούσε πια-  με τη μάνα μου στο τηλέφωνο, της έλεγε πόσο καλά περνάει, πόσο δεν θέλει να ξανανέβει στο χωριό.

Αν κρίνω από τον τόνο της φωνής της, που δεν παλλόταν, είμαι σίγουρη πως και τα μάτια της τα σήκωνε συχνά πια.

—————–

Σημείωση Φαρέτρας: Οι ζωγραφικοί πίνακες είναι της Φωτεινής Χαμιδιελή

banner-article

Δημοφιλή άρθρα

  • Εβδομάδας