Απόψεις

“Μίκης Θεοδωράκης: Το πρώτο μεγάλο βήμα ενός μεγάλου” γράφει ο Δημήτρης Αθανασιάδης

ΣΥΝΤΟΜΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Πάντα, είχα τον προβληματισμό, ενίοτε και την αντίθεση, για το μουσικό τίμημα μετά τη στροφή του Μίκη Θεοδωράκη από τη λεγόμενη σοβαρή και μάλιστα τη συμφωνική μουσική στο τραγούδι, με το οποίο, κυρίως, τον γνώρισε η χώρα μας.

Ο Μίκης Θεοδωράκης έδωσε τα πρώτα και αναμφισβήτητα δείγματα ενός μεγάλου δημιουργού με την 1η Συμφωνία του, η στροφή του, όμως, στο τραγούδι και τους λαϊκούς αγώνες του άνοιξε τον δρόμο ως έναν μεγάλο και μυθικό ήρωα, τέτοιους που, μόνο, ο Κομμουνισμός απέδειξε ότι μπορεί να προσφέρει στην ανθρωπότητα.

Μια γνωριμία, λοιπόν, με τη λεγόμενη σοβαρή μουσική του Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσε να γίνει μέσα από τις συμφωνίες του, από τις οποίες θεωρώ ως ένα έργο πηγαίας έμπνευσης την 1η, χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζω τη 2η, την 4η και την 7η, διαφωνώντας με πολλούς, αλλά και τον ίδιο τον συνθέτη, που θεωρούν ως εμβληματικό έργο την 3η Συμφωνία.

Η διαφοροποίησή μου γι’ αυτή βρίσκεται στη γενικότερη επιφύλαξή μου για την αποδοχή έκδηλων τακτικών και τεχνικών των Εθνικών Σχολών που, αισθητικά, αφαιρούν ένα μεγάλο μέρος από την παγκοσμιότητα της τέχνης, προσδίδοντάς τη τοπικιστικό χαρακτήρα, άποψη που είχε και ο Γαλλικός Εμπρεσιονισμός και την οποία επιφύλαξη διατηρώ και για πολλά από τα έργα και άλλων συνθετών, όπως πχ του Bela Bartok, και για την οποία επιφύλαξη είχα διατυπώσει, παλιά, μια ακραία άποψη, ότι δε θα έπρεπε οι νέοι μουσικοί δημιουργοί που πηγαίνουν για σπουδές στο Παρίσι να επιστρέφουν στην πατρίδα τους, γιατί από την άποψη του μουσικού λογιωτατισμού ο επαναπατρισμός αποτελεί έναν πειρασμό αισθητικής αλλοτρίωσης στον εθνικό πολιτισμό με σπατάλη λαϊκών πόρων, ενώ ο νόστος οδηγεί σε πιο διακριτική αξιοποίηση των εθνικών λαϊκών παραδόσεων.

Η 1η Συμφωνία γράφτηκε ανάμεσα στο 1948 – 1953, όταν ο Θεοδωράκης ήταν 23-28 χρόνων, ακόμα, σχεδόν μουσικά αυτοδίδακτος, με λίγες ακαδημαικές μουσικές γνώσεις, αυτές που Ρομαντισμού της Ελληνικής Εθνικής Μουσικής Σχολής και της κλασικής αρμονίας που προσέφερε η αθηναϊκή ωδειακή παιδεία εκείνη την εποχή και πριν την παρισινή παιδεία και πορεία του.

Για τη συμφωνία αυτή, που τη θεωρώ ως ένα έργο υπέρτερο ενός μετά μεταρομαντισμού και μετά μετακλασικισμού, ικανό να κατατάξω τον Μίκη πάνω από τον Anton Bruckner, ίσως και τον Richard Wagner και δίπλα στον Igor Stravinsky, θα μπορούσα επιγραμματικά να σημειώσω τα παρακάτω, που η συνεκτίμησή τους απογειώνει τον δημιουργό στο Πάνθεο των μεγάλων:

1. Γράφτηκε μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, στις εξοντωτικές συνθήκες της εξορίας (Ικαρία, Μακρόνησο), γεγονός που σημαίνει ότι, αισθητικά, μεταφέρει ολόκληρο το βαρύ, αλλά όχι ασήκωτο για τον ίδιο, φορτίο του εθνικού και προσωπικού του δράματος.

2. Άρχισε ως ένα αφιέρωμα ύστερα από την πληροφορία, που είχε ο συνθέτης στην εξορία, του θανάτου δύο φίλων του από αντίθετα ο καθένας στρατόπεδα (από το πρώτο μεγάλο έργο του ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν εθνικά συμφιλιωτικός), γι’ αυτό και αρχικά γράφτηκε η δεύτερη κίνηση ως «Ελεγείο και Θρήνος για τον Βασίλη Ζάννο».

3. Χάθηκαν στα στρατόπεδα οι δύο πρώτες ανολοκλήρωτες εκδοχές και η τελική και ολοκληρωμένη εκδοχή αποτελεί την τρίτη.

4. Είναι έργο με παραδοσιακά μοντέλα φόρμας, εκτός από την τελευταία κίνηση που έχει ελεύθερο χαρακτήρα, αφού στην πρώτη κίνηση μέσα σε μια ανεπανάληπτη αισθητική και βιωματική ένταση διατηρεί τη φόρμα της πρώτης κίνησης ή φόρμα της σονάτας, ενώ στη δεύτερη την τμηματική τριμερή φόρμα ή φόρμα του τραγουδιού.

5. Η αρμονική γλώσσα (υπερχρωματισμός, διαφωνίες) έχει μια ανεξάντλητη ευρηματικότητα σε έναν αισθητικό λαβύρινθο ως συνέπεια του λαβύρινθου των κατοχικών και εμφυλιοπολεμικών τραυμάτων.

Αναρωτιέμαι ποιός ήταν ικανός εκείνη την εποχή στην άρχουσα ωδειακή εκπαίδευση της Αθήνας, πολύ περισσότερο στην εξορία να διδάξει στον νεαρό, τότε, Θεοδωράκη αυτή την αρμονία που χρησιμοποιεί στην 1η Συμφωνία και ειδικότερα την ενσωμάτωσή της στη φόρμα και την αισθητική ολοκλήρωση, πέρα από την πηγαία έμπνευση κάτω το βάρος των δραματικών εμπειριών του;

Κάποτε, είχα πει ότι, αν ο Maurice Ravel είχε γράψει μόνο τα πρώτα μέτρα, το αρχικό, δηλαδή, ορχηστρικό crescendo, από το Κοντσέρτο για αριστερό χέρι πιάνο και ορχήστρα, θα ήταν αρκετό να τον κατατάξει κάποιος στους μεγάλους δημιουργούς.
Σήμερα, μπορώ να πω ανεπιφύλακτα το ίδιο για τον Μίκη Θεοδωράκη, αν είχε γράψει, μόνο, την 1η Συμφωνια.

Πολλές φορές, στα παρισινά χρόνια της μουσικής πρωτοπορίας (σειραϊσμός, μετασειραϊσμός), αναρωτήθηκα για το σχίσμα του Θεοδωράκη από αυτή την πρωτοπορία που βγήκε από τη μουσική μήτρα του μεγάλου δασκάλου, του Olivier Messiaen.

Σήμερα, οφείλω να ομολογήσω ότι ο τακτικός στρατός του σειραίσμού του αγαπητού δασκάλου μας και αρχηστρατήγου του ολοκληρωτικού σειραϊσμού, Pierre Boulez, μπορεί να έχασε μερικά τάγματα πειθαρχημένων στις αναγκαιότητες της σειράς φθόγγων – στρατιωτών που θα του προσέφερε ένας, ακόμα, δημιουργός, η χώρα μας, όμως, αλλά και η ανθρωπότητα, κέρδισαν έναν μυθικό ήρωα, που χρησιμοποίησε τα όπλα της τέχνης στη μάχη και όχι τον τεχνικό τακτικισμό στην παρέλαση του μουσικού στρατού, ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός.

Επικαλούμενος το Ευαγγελικό (Κατά Ματθαίον Ιερόν Ευαγγέλιον, ΙΣΤ’ 26) «Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ;», θα κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα, λέγοντας ότι ο Μίκης Θεοδωράκης κέρδισε όλο τον κόσμο χωρίς να ζημιώσει την ψυχή και την ιδεολογία του.

Βρείτε, λοιπόν, και ακούστε την 1η Συμφωνία του Μίκη Θεοδωράκη ή, αν την έχετε, ήδη, ακούσει, ακούστε τη ξανά κάτω από το πρίσμα αυτών που προαναφέρω, κατά προτίμηση σε κάποια εκτέλεσή της από ρωσική ορχήστρα, πχ της Αγίας Πετρούπολης.

Δημήτρης Αθανασιάδης

………………….

Η Φαρέτρα βρήκε το 1ο και 2ο μέρος της 1ης Συμφωνίας από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Τα βίντεο συνοδεύονται από τα χαρακτικά του Γιώργου Σικελιώτη “Θρήνος’ και “Επιτάφιος” αντίστοιχα.