"Έθιμα και τραγούδια αρραβώνα και γάμου στα βλαχοχώρια του Αν. Βερμίου" (ολόκληρο) γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος

Βλάχικος γάμος - Αφοι Μανάκια

ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ

 Προξενιό, Αρραβώνες (ισουσίρεα)

Όπως συνέβαινε σε όλους τις πληθυσμιακές ομάδες τον παλιό καιρό, έτσι και στους βλαχόφωνους του Βερμίου ήταν δύσκολη η επαφή ανάμεσα στους νέους γιατί τα ήθη ήταν αυστηρά και οι ‘έξοδοι’ των νέων περιορισμένες. Περιπτώσεις να συναντηθούν οι νέοι, έστω και με φευγαλέες ματιές ήταν κάποια σημαντικά γεγονότα, όπως γιορτές, γάμοι  και πανηγύρια.

Ακόμα επειδή εκείνο τον καιρό οι  κοινωνικές τάξεις π.χ. κτηνοτρόφοι-εμποροβιοτέχνες ήταν κλειστές, ήταν πολύ δύσκολο να γίνει αρραβώνας ανάμεσα  σε διαφορετικές τέτοιες τάξεις.  Ωστόσο,  τα  κύρια κριτήρια επιλογής ήταν το καλό σόι, η ομορφιά, η τιμιότητα, η εργατικότητα, η νοικοκυροσύνη και γενικά η καλή ηθική και πνευματική κατάσταση των νέων και των οικογενειών τους.

Οι γάμοι συνήθως  δεν γινότανε με έρωτα  και η δουλειά ξεκίναγε από το σόι του γαμπρού με προξενήτρα. Η γειτονιά   έβλεπε το ερχομό της προξενήτρας  κι έλεγε: Ούϊ!! Τρι ιού βα κάφτ.  φιάτα = πωπω!! Για ποιόν θα ζητήσουν το κορίτσι! Η προξενήτρα είχε στο χέρι ή ένα χτένι του αργαλειού  ή κάτι από το τσικρίκι, δήθεν να ζητήσει κάτι για να μην καταλάβει ο περίγυρος τον πραγματικό σκοπό της επίσκεψης της. Αυτό γίνονταν γιατί καμιά φορά χαλούσανε τα προξενιά. Γιαυτό  τα προξενιά γινότανε στα κρυφά. Όταν η προξενήτρα έφτανε στο σπίτι, συνήθως το βράδυ μετά τη δύση του ηλίου, κάθονταν στο τζάκι και ανακάτευε τα κάρβουνα. Αυτός ήταν ο συνηθισμένος τρόπος του σκοπού της επίσκεψής της για να ανοίξει η συζήτηση. Στο Ξηρολίβαδο, το καλοκαίρι  στη γιορτή του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου)  ‘κοίταζαν’ τις νύφες και από τον 15Αυγουστο άρχιζαν τις προξενιές.

Ζευγάρι αρραβωνιασμένων βλάχων με στολή αρραβώνα,

Μετά το προξενιό, στον ‘λόγο’, οι δύο συμπέθεροι  κανόνιζαν τι θα δώσει  το σόι της νύφης στον γαμπρό (χρήματα ή πρόβατα ή κατσίκια ή χωράφια κλπ). Αν δεν γινότανε προξενιό οι δύο συμπέθεροι το κανονίζανε στο καφενείο μεταξύ τους. Στην συμφωνία αλλάζανε τα κομπολόγια τους ως σημάδι του ‘λόγου’. Αυτό γίνονταν περισσότερο για σιγουριά γιατί με το προξενιό μπορούσε να προκύψει άλλο  δυσάρεστο αποτέλεσμα.

Βέβαια ο λόγος, πιο επίσημα,  δίνονταν στο σπίτι της νύφης ημέρα Σάββατο, όπου βρίσκονταν μόνο οι πιο στενοί συγγενείς του ζευγαριού. Το σόι της νύφης ετοίμαζε το ‘ρεβιθένιο’, ‘φτασμίτικο’ ψωμί (είδος ψωμιού με βάση το ρεβίθι) για να το προσφέρει στους συγγενείς του γαμπρού. Σε αυτή την συνάντηση δεν βρίσκονταν κανένας από το μελλοντικό ζευγάρι. Τα δώρα που συνήθως το συμπεθεριό αντάλλασε ήταν χρυσαφικά ή ασημικά. Οι γονείς του μέλλοντος γαμπρού έδιναν το μικρό σημάδι (σέμνουλου νίκλου) ότι θα κρατήσουν το λόγο τους.  Στο λόγο επίσης ορίζονταν η ημερομηνία των επίσημων αρραβώνων (σε μια μεγάλη γιορτή ή πανηγύρι).

Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων  οι νέοι δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, όλα γινότανε με πρωτοβουλία των συγγενών τους και πριν από τους αρραβώνες οι νέοι δεν έπρεπε να δει καθόλου ο ένας τον άλλο. Συνέβαιναν  μάλιστα  και κωμικοτραγικές περιπτώσεις, όπου  άλλον/η  προξένευαν και άλλον/η αρραβώνιαζαν.

Την ημέρα των αρραβώνων οι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρούς ξεκινούσαν να πάνε  με δώρα που συνήθως τα κρατούσαν κοπέλες από το σόι του γαμπρού. Απαραίτητη ήταν  και η κουλούρα (κουλάκλου). Η κουλούρα ήταν τυλιγμένη σε άσπρο κεντημένο ή σε  σατέν  (μεταξωτό  γυαλιστερό) ανοιχτόχρωμο ύφασμα  και αργότερα  σε μια διαφανή ζελατίνα, δεμένη με κόκκινη κλωστή.

Καθώς πλησίαζαν στο σπίτι της νύφης έλεγαν το  τραγούδι:

«Κίνησα το δρόμο δρόμο…»

Σημειώνουμε ότι   τα τραγούδια του αρραβώνα και του γάμου, που συλλέξαμε, θα αναφερθούν σε ξεχωριστό κεφάλαιο.

Το  καλό δωμάτιο του σπιτιού της νύφης ήταν στρωμένο με τα καλύτερα στρωσίδια. Εδώ οι γονείς του γαμπρού έφερναν το μεγάλο σημάδι (σέμνουλου μάρι), βέρες (δακτυλίδια), κοσμήματα κλπ, που ήταν η τελική επιβεβαίωση του αρραβώνα. Στην ιεροτελεστία των αρραβώνων τα δαχτυλίδια τ’άλλαζε ένας νέος, που έπρεπε να έχει και τους δυο γονείς του (δεν υπήρχε κουμπάρος). Στο τραπέζι, που βρίσκονταν τα δαχτυλίδια, τοποθετούσαν μια εικόνα και ένα πιάτο με κουφέτα. Σταυρώνανε τις βέρες, περνούσαν μερικά κουφέτα μέσα από αυτές και οι ελεύθεροι τα μοιράζονταν για να τα βάλουν μετά κάτω από το μαξιλάρι τους για να ‘ονειρευτούν τον καλό ή την καλή τους’.

Κατόπιν γινότανε η ανταλλαγή δώρων. Το σόι του γαμπρού δώριζε στη νύφη  χρυσό σταυρό με αλυσίδα, λίρες κλπ και το σόι της νύφης στον γαμπρό περίπου τα ίδια. Οι συμπέθεροι  αντάλλασαν μεταξύ τους διάφορα δώρα καθημερινής χρήσης (ρούχα κλπ). Γινότανε τα απαραίτητα κεράσματα και άρχιζε το φαγοπότι. Πάντως  σε αρκετούς  αρραβώνες  δεν υπήρχε φαγοπότι (εξαρτώνταν από την απόφαση που θα έπαιρναν). Στον επίσημο αρραβώνα  λέγονταν πολλά τραγούδια μεταξύ των οποίων τα παρακάτω:

- «Σ’όλο τον κόσμο  πήγα μωρε μάνα και σε όλο τον ντουνιά...»

- «Σαν κίνησαν οι έμορφες με τα παλικαράκια…»

- «Χίλια φλουράκια ξόδιασα οσού να σιαγαπήσω…»

- «Πέντι μήνες σεργιανούσα κάτω στο γιαλό, Διαμαντούλαμ’…»

- «Τρεις φραγκοπούλες μας κερνούν και τρεις χρυσές λαμπάδις» κλπ

Μετά το γλέντι αποχωρούσε το σόι του γαμπρού χωρίς βέβαια να πάρει τη νύφη και μετά δυο τρεις μήνες ο γαμπρός ειδοποιούσε (ντιντιά χ.μπάρι) το σόι της νύφης  με έναν συγγενή πότε θα γινόταν ο γάμος (συνήθως γινόταν 6 μήνες ή ένα χρόνο μετά τα επίσημα) πάντοτε στο βουνό το καλοκαίρι. Η μητέρα  της νύφης,  όπως είναι φυσικό, ετοίμαζε τη προίκα, όχι βέβαια σπουδαία πράγματα όπως τώρα έπιπλα κ.ά., αλλά  περισσότερο ρουχισμός, φούστες κλπ  σκεπάσματα,  φλοκάτες  και ότι γίνονταν στον αργαλειό.

Η αρραβωνιασμένη κοπέλα  δεν έβγαινε με τις φίλες της στις βρύσες, που τότε αυτό αποτελούσε μια μορφή εξόδου για τις κοπέλες και φυσικά ο γαμπρός θα την έβλεπε μετά το γάμο.

Πηγαίνοντας τη νύφη από το Σέλι στο Ξηρολίβαδο το 1936 . Η Σελιώτισσα νύφη είναι η Ευδοξία κολιού.

Γάμος (λούμτα)

Παλιά όλοι σχεδόν οι γάμοι γινότανε το καλοκαίρι στα πανηγύρια των βλαχοχωριών του Βερμίου. Υπάρχουν μαρτυρίες για τέλεση μέχρι και 25 γάμων στο πανηγύρι του χωριού. Οι βλάχοι θεωρούσαν το βουνό σαν το σπίτι τους και τα χειμαδιά τους προκαλούσαν αποστροφή. Γνωστό είναι το ρητό: «πάρε με στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος». Ο γάμος θεωρείτο το πιο σημαντικό γεγονός της οικογενειακής ζωής και όλοι οι συγγενείς, οι φίλοι, κοντινοί και μακρινοί (παλιότερα όλο το χωριό), ήταν οπωσδήποτε παρόντες σε αυτό το ύψιστο για αυτούς  κοινωνικό γεγονός.

Την Δευτέρα της εβδομάδας του γάμου (σιπτ.μούνα ντι λούμτα) νέοι άντρες και νέες γυναίκες, με ξύλινες μπούκλες με  τσίπουρο,  στέλνονται να καλέσουν τον κόσμο στον γάμο. Την Τρίτη και την Τετάρτη γίνονται όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες του σπιτιού (φαγώσιμα, σιγύρισμα κλπ).

Μάλιστα την Τετάρτη το απόγευμα προς το βράδυ, μια κοπέλα της οποίας και οι δυο γονείς είναι  εν ζωή, με γιορτινή φορεσιά καλεί στο σπίτι της μέλλουσας νύφης  όλες τις φίλες της (σουράτιλι) για να πάρουν μέρος στο ζύμωμα. Το ζυμάρι το τυλίγουν σε άσπρα μαντήλια και οι καλεσμένοι ρίχνουν  χρήματα που τα μοιράζονται οι φίλες.

Νεόνυμφοι στο Ξηρολίβαδο 1937

Την Πέμπτη μουσκεύουν το ρεβίθι για να φτιάξουν το ‘φτασμίτικο  ψωμί’ (επτάζυμο, ‘σ(φ)τασμίτκουλου’ στα βλάχικα). Επίσης το απόγευμα της Πέμπτης η νύφη δοκιμάζει το νυφικό της με την βοήθεια των φιλενάδων της.

Την Παρασκευή φτιάχνουν  αυτά τα ψωμιά (απαραίτητα για κάθε γιορτή), δηλαδή τις κεντημένες κουλούρες του γάμου (κουλάτσι κιντισίτι). Τα κορίτσια τα ζυμώνουν πρωί πρωί και έχουν μεγάλη χαρά στο σπίτι με τραγούδια  και χορό.

Το  ίδιο απόγευμα ο κόσμος  έρχεται να δει την προίκα (ασπουνά πιρτσία = δείχνανε την προίκα) στο σπίτι της νύφης, αφού πρώτα το πρωί μια νιόπαντρη συγγενής της νύφης έχει κάνει την απαραίτητη πρόσκληση σε όλους.  Περιττό να πούμε ότι η προίκα είναι  γεμάτη  επιδεξιότητα,  γούστο και  εργατικότητα,  με τα στρωσίδια, όλων των ειδών τις φλοκάτες, τα χαλιά, τα μαξιλάρια κλπ, με μεγάλη ποικιλία χρωμάτων,  όλα υφαντά, που ακόμα και σήμερα, εάν τα δει κανείς,  προκαλούν θαυμασμό για τη τέχνη τους.

Οι κουλούρες του γάμου γίνονται και από τα δύο συμπεθέρια, ανάλογα με την χρήση  τους π.χ. από το σόι του γαμπρού φτιάχνουν ‘κουλούρα’ για να πάρουν τον ‘Νούνο’ (Κουμπάρο).

Το Σάββατο  ετοιμάζονται τα φαγητά για το βράδυ και το βράδυ γίνεται γλέντι στο σπίτι της νύφης, Το βράδυ αυτό  όλοι ξεφαντώνουν, κάνουν μια ολιγόωρη παύση και ξεκινούν το γλέντι πάλι την άλλη μέρα (Κυριακή). Στο σπίτι του γαμπρού   συνήθως μόνο οι ‘σπιτικοί’ γλεντούν και μετά  αυτοί έρχονται στο σπίτι της νύφης για  να γλεντήσουν όλοι μαζί. Οι συγγενείς του γαμπρού γλεντούν περισσότερο το βράδυ της Κυριακής.

Το Σάββατο επίσης τα πολύ παλιά χρόνια τα μπρατίμια-φίλοι (φουρτάτσλι) του γαμπρού έφτιαχναν και στόλιζαν το φλάμπουρο (φλάμπουρα) και το στήριζαν στα κεραμίδια του σπιτιού, ως  ένδειξη και σύμβολο  γάμου. Το φλάμπουρο ήταν  ένας σταυρός στην άκρη μιας ράβδου με μεγάλα κόκκινα μαντήλια, ενώ στις άκρες του έμπαιναν μικρά κουδουνάκια  και τρία κόκκινα μήλα. Στο μεσοπόλεμο  δεν είχαμε φλάμπουρο. Πάντως, από ότι ρώτησα, στα χωριά του Βερμίου υπήρχε παλιότερα το φλάμπουρο στο γάμο.

Την Κυριακή το πρωί μαζεύονται όλοι οι συγγενείς στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης αντίστοιχα. Μου έχουν πει παλιότεροι, αλλά το έχω δει και σε φωτογραφίες, να έρχονται ολόκληρα καραβάνια (σαν τις σημερινές κούρσες) στα βλαχοχώρια του Βερμίου με καλεσμένους από άλλα μέρη, καβάλα στα άλογα. Όλοι έρχονταν με δώρα  και σφαχτά  για να βοηθήσουν τους νιόγαμπρους στο ξεκίνημα της ζωής τους.

Μετά την απόλυση της εκκλησίας το σόι του γαμπρού επίσημα πηγαίνει να πάρει τον Μπράτιμο (Φουρτάτ.), τον πιστό φίλο του γαμπρού που θα έχει όλο το κουμάντο του γάμου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ‘Φουρτάτος’ φοράει μια χαρακτηριστική ποδιά που του την είχε δωρίσει ο γαμπρός και αυτός μετά θα βάλει τα παπούτσια στη νύφη. Μια κοπέλα από το σόι του γαμπρού παραδίνει στη μάνα του Φουρτάτου την κουλούρα, λουκούμια και τσίπουρο και μετά, αφού ανταλλάσσουν δώρα, χορεύουν στην αυλή του σπιτιού, παίρνουν τον Φουρτάτο και επιστρέφουν στο σπίτι του γαμπρού.

Βλάχικος-γάμος του Σελιώτη Μητρούλα. Αρχές του μεσοπολέμου

Όλοι μαζί μετά πηγαίνουν να πάρουν  τον ‘Νούνο’. Ο Φουρτάτος είναι καβάλα σε  ένα ψαρί, συνήθως, άλογο, σκεπασμένο με  τανκό (κίτρινη) φλοκάτα  και από πάνω άσπρα σεντόνια με δαντέλα, ενώ στα αυτιά του αλόγου υπάρχουν δεμένα μαντήλια. Μπροστά περπατούν χορεύοντας τρία  παιδιά,  που λέγονται Σιχ.ριάρλι  (να πάνε τα ‘συχαρίκια’-μήνυμα στη νύφη), με μαντήλια στο λαιμό και ξύλινες  κεντημένες ‘κόφες’(στρογγυλές  μικρές μπούκλες) και ακολουθούν όλοι μαζί με τα ‘νταούλια’ (όργανα) μπροστά.

Έτσι  όλη η πομπή φτάνει στο σπίτι του Νούνου. Εκεί  κερνιούνται, τα κορίτσια δίνουν πάλι κουλούρα στην οικογένεια του Νούνου, τον παίρνουν, γυρίζουν στο σπίτι του γαμπρού και ετοιμάζονται όλοι για  να πάνε να πάρουν τη νύφη. Εν τω μεταξύ, σε όλη την διάρκεια της πομπής τα όργανα παίζουν και όλοι τραγουδούν Επισημαίνεται ότι, για κάθε συγκεκριμένη στιγμή, υπάρχει ξεχωριστό τραγούδι και όλα τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.

Στο σπίτι του γαμπρού, η μάνα δίνει στο γιό της να πιει νερό μέσα από τη χούφτα της. Αυτό είναι μια ένδειξη της επιθυμίας της να αλληλοσυγχωρεθούν για τα τυχόν σφάλματα στο παρελθόν. Τα μπρατίμια  ξυρίζουν και ντύνουν τον γαμπρό και μετά ξεκινούν να πάρουν τη νύφη.

Όλοι μαζί τότε, όργανα μπροστά, ο Νούνος, ο Φουρτάτος  ο Γαμπρός  καβάλα σε άλογο, τα υπόλοιπα μπρατίμια, τα κορίτσια με τις κουλούρες και οι συγγενείς κατευθύνονται με πομπή προς το σπίτι της νύφης.  Στο τέλος ακολουθούν τρία  στολισμένα άσπρα άλογα που θα μεταφέρουν την προίκα της νύφης.

Βέβαια, τα τρία παιδιά (σιχ.ριάρλι), που είπαμε προηγουμένως, έχουν ήδη πάει στο σπίτι της νύφης, έχουν αναγγείλει τον ερχομό του γαμπρού, έχουν κεραστεί, τους έχουν δοθεί και άλλα μαντήλια  και τώρα βρίσκονται  πάλι στην πομπή.

Μόλις φθάνουν στο σπίτι  της νύφης, όλοι ξεσπούν σε παραλήρημα ενθουσιασμού και χαλάει ο κόσμος από κέφι, καθώς συνενώνονται οι οργανοπαίχτες των δυο οικογενειών του γάμου (συμπέθεροι). Ο γαμπρός με τον φουρτάτο μπαίνουν πρώτοι στο σπίτι και μετά ακολουθούν οι υπόλοιποι.  Ένα νέο κορίτσι από το σόι την νύφης τους κερνάει και αυτοί το εύχονται: Να μας ζήσουν και  στα δικά σου και στα μικρότερα, με το καλό! (σν.μπ.νιάτζ., σλα τάλι, σκάμα νίτς, κου μπούν.). Επίσης  ένα κορίτσι από το σόι του γαμπρού  φέρνει  μέσα σε  ένα καλάθι τα παπούτσια και το πέπλο, ως δώρο του γαμπρού στην νύφη.

Εν τω μεταξύ, σ’ένα ξεχωριστό δωμάτιο οι μπρατίμισσες (σουράτιλι) έχουν στολίσει και τραγουδήσει  την νύφη. Έρχεται τότε ο Φουρτάτος να βάλει τα παπούτσια στα πόδια της νύφης και το πέπλο στο κεφάλι. Τότε η νύφη προσποιείται ότι  το παπούτσι  δεν  ‘χωράει’, προφανώς γιατί θέλει ‘τάξιμο’. Ο Φουρτάτος ρίχνει χρήματα, η νύφη ξαναλέει ότι  δεν ‘μπαίνει’ και αυτός αναγκάζεται να ρίξει κι άλλα λεφτά. Ταυτόχρονα και οι φίλες της νύφης προσπαθούν να κλέψουν τα παπούτσια με την σκέψη να τις ‘τάξει’ και αυτές χρήματα. Κάτω από το παπούτσι στην σόλα, διάφορα ονόματα των ελεύθερων κοριτσιών είναι γραμμένα. (Λέγανε ότι, όποιο όνομα  κοριτσιού σβηστεί από το περπάτημα,  θα αρραβωνιαστεί πρώτο). Ο Φουρτάτος πρέπει να βάλει τα παπούτσια στο πόδι  και να  προσπαθήσει να φύγει γρήγορα γιατί το έθιμο-αντέτι  θέλει  τα παιδιά  και  τα κορίτσια από  το σόι της νύφης να τον χτυπήσουν. Προσπαθεί επίσης να βάλει το πέπλο στο κεφάλι της νύφης,  η νύφη, όμως, το πετάει τρεις φορές, αλλά στο τέλος το δέχεται, φιλώντας το χέρι του.

Ενώ αυτά γίνονται μέσα στο σπίτι, η προίκα αρχίζει έξω να φορτώνεται. Τα ωραία κεντήματα, οι φλοκάτες, τα  κιλίμια, τα μαξιλάρια, τα σκεπάσματα κλπ, όλα στα ομορφότερα και ζωηρότερα χρώματα ανοίγονται και επιδεικνύονται, ενώ οι παρευρισκόμενες γυναίκες του χωριού σχολιάζουν την ποιότητα και την ποσότητα των προικιών. Μετά το φόρτωμα,  αγόρια μικρά από το σόι της νύφης τα βάζουν πάνω στα προικιά ‘για να γεννήσει η νύφη  αρσενικά’. Τα δίνουν  χρήματα και μετά αυτά κατεβαίνουν από τα άλογα. Καθώς η προίκα πηγαίνει στο σπίτι του γαμπρού, όλοι παίρνουν τις θέσεις τους, περιμένοντας να εμφανιστεί η νύφη.

Η πόρτα του σπιτιού της νύφης είναι κλειστή  και για να ανοίξει, ο Νούνος (κουμπάρος) πρέπει να ‘τάξει’ χρήματα. Μόλις εμφανίζεται η νύφη, μπροστά στην πόρτα η μητέρα της έχει ένα κουλάκ. (μικρή  κουλούρα)   με ένα κεντημένο άσπρο μαντήλι και  μια κανάτα στο χέρι με κρασί. Η νύφη κάνει  το σταυρό της και βγαίνει από την πόρτα. Τότε η μητέρα της κόβει  την κουλούρα σε ψίχουλα που τα ρίχνει   κάτω, χύνει  το κρασί από την κανάτα και  η νύφη περνάει  από επάνω (ξεπροβόδισμα). Πιο μπροστά, βέβαια, η νύφη έχει αποχαιρετίσει τους γονείς της,  φιλώντας το χέρι τους και κάνοντας μετάνοια τρεις φορές. Οι γονείς λένε  τις κατάλληλες ευχές: Να ζήσεις, να προκόψεις και σαν τον Όλυμπο να ασπρίσεις (σμπ.νιάτζ., σι πρ.κοπσιάσκ., σι κα Ολιμπλου σ’αλγκιάστι).

Γάμος του Ξηρολιβαδιώτη Γιώργη Μιχαηλίδη - Κουτόβα 10ετία 50

Αφού στήσουν έναν χορό στην αυλή του σπιτικού, όπου συμμετέχει και η νύφη, μετά όλοι μαζί κατευθύνονται με πομπή προς την εκκλησία, οι νέοι μπροστά, μετά οι οργανοπαίχτες και των δυο οικογενειών, κατόπιν  η νύφη αγκαζέ με τον Νούνο και  με ένα άμεσα συγγενικό της πρόσωπο και πίσω ο γαμπρός με τους δικούς του. Καθώς γίνεται  η στέψη, ο κόσμος, που δεν χωράει, χορεύει έξω από την εκκλησία.

Ύστερα όλοι μαζί πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί στην πόρτα η πεθερά έχει ένα πιάτο ή ποτήρι με βούτυρο, η νύφη αφού βουτάει το δάκτυλο της στο πιάτο,   υποχρεώνεται από την πεθερά της να  αλείψει τη πόρτα σταυρώνοντάς την τρεις φορές. Εκείνη την στιγμή η πεθερά βάζει στο κεφάλι της νύφης μια κουλούρα και μπούκλες άσπρο μαλλί στα κεφάλια των νιόπαντρων, σημάδι μακρόχρονης ζωής  (να ασπρίσουν, να γεράσουν). Μετά γίνεται ο ασπασμός των δυο γυναικών (φίλημα το χέρι) και η νύφη προχωράει στο καλύτερο δωμάτιο, πατώντας  πάνω σε ένα άσπρο υφαντό (κατασάρκο), στρωμένο σαν διάδρομο. Τότε οι συγγενείς του γαμπρού προσφέρουν  τα δώρα και  ο Φουρτάτος αναγγέλλει με επισημότητα το δώρο του κάθε δωρητή: «γκίνι βίνι κ.νίσκου ντι λα….= καλώς ήλθε το καλάθι (δώρο) από τον….». Εκεί ξεκουράζονται για λίγο, ενώ συγχρόνως οι νιόπαντροι δέχονται τα συγχαρητήρια των συγγενών και φίλων.

Για λίγο όμως κρατάει  η ξεκούραση. Κατόπιν  όλοι μαζί βγαίνουν στο μεσοχώρι για να στήσουν μεγάλο χορό. Στο Ξηρολίβαδο  ο γαμήλιος χορός  γινότανε στην Πάντια (τσαΐρι) ή στο ‘Μεσοχώρι.  Το τελετουργικό του χορού έχει ως εξής: Πρώτα  χορεύει  ο Νούνος (το πιο τιμώμενο πρόσωπο), μετά οι γονείς των νεόνυμφων, η νύφη, ο γαμπρός και κατόπιν οι πιο κοντινοί συγγενείς.  Όλους η νύφη τους συνοδεύει  στο χορό.

Νεόνυμφοι στο Ξηρολίβαδο. Αρχές μεσοπόλεμου

Τα όργανα κερνιούνταν με χρήματα και ταυτόχρονα λέγονταν πολλά τραγούδια με το στόμα. Μετά αυτόν τον μεγάλο γαμήλιο χορό,  το γλέντι συνεχίζεται το βράδυ στο σπίτι του γαμπρού με επιλεγμένους καλεσμένους. Από τους συγγενείς της νύφης  παραβρίσκονται λίγα άτομα, οι πιο κοντινοί συγγενείς, οι λεγόμενοι ‘μπουγκτζιάδες’, που τους βάζανε σε ξεχωριστό δωμάτιο. Το γλέντι συνεχίζεται μέχρι το πρωί. Όταν πια έρχεται η κούραση, ο νούνος ανακοινώνει  τραγουδιστά  την αναχώρηση του  και γενικά λέγονται αποχαιρετιστήρια  τραγούδια εκατέρωθεν από τους γονείς των νιόπαντρων.

Το πρωί της Δευτέρας συνεχίζεται ο χορός και το τραγούδι στο σπίτι του γαμπρού, η νύφη βγάζει το νυφικό και φοράει το Δευτεριάτικο φόρεμα που συνήθως ήταν μεταξωτό μαύρου χρώματος. Το μεσημεριανό φαγητό είναι η  γνωστή βλάχικη πίτα, που έχει φτιαχτεί με μεράκι και τέχνη από τις  βλάχες γυναίκες.

Την  Δευτέρα το απόγευμα στο σπίτι της νύφης το σόι της συγκεντρώνονται με τα δώρα για το σπιτικό της, αφού έχουν φέρει την Παπάρα. Αυτή είναι ένα πολύ νόστιμο γλύκισμα του γάμου που φτιάχνονταν  με φτασμίτικο ψωμί, κατσικίσιο βούτυρο, ζάχαρη και λίγη κανέλα. Ταυτόχρονα φέρνουν και τα δώρα για το νέο σπιτικό που τα επιδίδουν επιδεικτικά και ξεχωριστά  ένα-ένα. και μοιράζουν την  Παπάρα. Μετά ακολουθεί  πάλι χορός και τραγούδι.

Η εβδομάδα που ακολουθεί είναι  μια εβδομάδα  δοκιμασίας για την νύφη. Αυτή είναι υποχρεωμένη να ξυπνήσει πρωί πρωί για να φτιάξει πίτα. Οφείλει  να  δείξει όλη της την τέχνη και τις γνώσεις της για να ευχαριστήσει τον άντρα της και τα πεθερικά της.

Στο τέλος της εβδομάδας έχουμε τα ‘πιστρόφια’ (μπ.ργίτσια). Είναι η  βραδινή επίσκεψη των νιόπαντρων και των γονιών του γαμπρού στο πατρικό της νύφης. Και εκεί έχουμε ξανά χορούς και τραγούδια με πλούσιο τραπέζι. Το βράδυ οι νιόπαντροι κοιμούνται στο πατρικό της νύφης, επιστρέφουν στο σπίτι τους την άλλη μέρα και με αυτόν τον τρόπο  τελειώνει η  όλη διαδικασία  της γαμήλιας τελετουργίας.

Βέροια 1920

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε το επίκαιρο άρθρο του Γιάννη Τσιαμήτρου "Καπεταναραίοι, Βοσκοπούλες, Μάγκες – Παλιό αποκριάτικο έθιμο στη Βέροια" ΕΔΩ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΒΛΑΧΙΚΟΥ ΓΑΜΟΥ (Βέροιας)

Τα παρακάτω τραγούδια είναι παρμένα από το βιβλίο της  Κατσουγιαννοπούλου-Ψωμά Ελένης, με τίτλο  ‘Λαογραφικά Βέροιας και Περιοχής’, έκδοση του Τουριστικού Ομίλου Βέροιας, 1982. Θεωρούμε ότι αυτή η συλλογή παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί η έρευνα έγινε στα τέλη του μεσοπολέμου και οι πληροφοριοδότες ήταν αυθεντικοί και γνήσιοι. Σημαντικό είναι, επίσης, το γεγονός ότι όλα τα τραγούδια είναι καταγραμμένα αυθεντικά σε ελληνικό στίχο. Όσες ηλικιωμένες γυναίκες σήμερα γνωρίζουν τραγούδια του γάμου (τα ίδια με τα παρακάτω), μου τα έχουν, επίσης, τραγουδήσει σε ελληνικό στίχο, παρά το γεγονός ότι ομιλούν βλάχικα ως μητρική γλώσσα. Σε ερώτησή μου γιατί σε ελληνικό στίχο μου απαντούσαν: ‘Έτσι τα βρήκαμε’. Πάντως, το τραγούδι  ‘Νουν τα ρ΄.ντι φιάτ. νίκ.’ =Μη γελιέσαι μικρή κόρη’, μου έχει αναφερθεί από αυτές τις γυναίκες ως τραγούδι του γάμου. Ωστόσο ο Ν. Κατσάνης στην έρευνά του ‘Κουτσοβλάχικα Τραγούδια Θεσσαλίας’  αυτό το τραγούδι (ως θέμα) το θεωρεί παμβλαχικό  και για όλες τις περιστάσεις.

 

1.ΒΑΛΙ ΜΑΝΑ ΚΙ ΖΥΜΟΥΣΙ (Μαρία Ζήση, ετών 83, 1938).

Το τραγούδι αυτό λέγονταν τα μεσάνυχτα της Πέμπτης προ τον γάμο, όταν κοπέλες, φίλες της νύφης έπιαναν τα προζύμια. Το ίδιο γίνονταν και στο σπίτι του γαμπρού.

Βάλι μάναμ κι ζύμουσι τ’αφράτου παξιμάδι,  μι δάκρ’α βάλι του θιρμό.

κι μι τ’αναστινάγματα βάλι για να ζυμώσεις.

Κύργη μ’ ιά βρέξι μια βρουχή κι βρέξει ένα χιόνι

κύργημ μ’  ν’ αργήσει του ψουμί, να διάβ’ η συντρουφιά μου,

κύργη μ’ ιά  βρέξει μια βρουχή, να μην καεί η φούρνους,

Οσού να φυγ’ η συντρουφιά κι ιμένα να μ’αφήσουν.

 

Την Κυριακή το μεσημέρι στο σπίτι της νύφης, λέγονταν στο στόλισμα της τα παρακάτω τραγούδια:

2.ΣΑΝ ΜΙΑ ΚΥΡΑ ‘ΠΟ ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ (Γκόσκινου, ετών 26, 1938).

Σαν μια κυρά ‘πο τα Γιάννινα, τη λιέν κυρα Φρουσύνα,

αν έβανιν να στουλιστεί, απ’τα  ταχιά ως του γιόμα.

Βάζει τσιμπέργια τέσσιρα κι του μπου’ιούμι πέντι.

Κι η μάνα της την ίλιγιν κι η μάνα της την λιέγει:

-Φρουσύνα  μ’ τι στουλίζισι  κι τι  βαργειαντιριέσι;

Μήνα σι γάμουν κίνησις, μήνα σι πανηγύρι;

-Κι ούδι σι  γάμουν κίνησα κι ούδι σι πανηγύρι,

Συμπιθιροί μας έρχουντι.…

 

3.ΣΑΝ ΜΙΑ ΚΟΡΗ ΞΑΝΘΗ (Σουλτάνα Καραγεωργίου, ετών 68, 1938).

Σαν μια κόρη ξανθή, ξανθή κι μαυρουμάτα,

σ’του παλαθύρι κάθητι,  τουν ουρανό αγναντεύει.

Ανάμεσα σε δυο-ϊ-βουνά αργαλειό θέλει να στήσει.

Παρασκευή   του ίδιαζει, Σαββάτου του υφαίνει.

την Κυριακή του φόρισιν στην ικκλησιά παένει,

σαν τ’ν είδαν τ’αρχοντόπουλα, στραβά βάνουν τα φέσια,

κι ένα μικρό αρχουντόϊπουλου πουλύ το χαμπηλώνει,

στη μάνα του ιπάϊνι στην μάνα του παένει.

-Σύρι μάναμ  μεσ’ τουν ουντά, στρώσι στου τζιαμακιάνι,

…..να πέσου να πιθάνου.

σαν μια κόρη, ξανθή κόρη στην ικκλησιά που είδα,

στείλι μανούλαμ’ προυξινίτ’, τι θέλου να την πάρου.

 

Τα παρακάτω τρία τραγούδια τα έλεγε το συμπεθεριό την Κυριακή το απόγευμα που πήγαινε να παραλάβει την νύφη για να την οδηγήσει στην εκκλησία:

4.ΤΙ ΣΤΕΞ’ ΟΥΡΘΗ ΚΥΡΑ ΝΥΦΗ (Αικατ. Ψωμά, ετών 58, 1938).

Τι στεξ’ ουρθή  κυρά νύφη τι στέκεις μαραμένη;

Μήνα μακριά παντρεύισι, μήνα ‘πο τη χώρα βγαίνεις;

-Μήνα μακριά παντρεύουμι, μήνα ‘πο τη χώρα βγαίνου,

μουν τώχου πως χουρίζουμι απ΄την γλυκιά μου μάνα,

μουν τώχου πως χουρίζουμι απ΄το γλυκόμ’ αφέντη,

μουν τόχου πως χουρίζουμι απ’τα γλυκά μου αδέλφια

μουν τόχου  πως χουρίζουμι απ’τα γλυκάμ’ ξαδέλφια

 

5.ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΩΡΕ ΝΥΦΗ (Γκόσκινου, ετών 26, 1938).

Για τη σένα  μωρέ νύφη, στέκουν τ’άλουγα στρουμένα,

παλικάργια αρματουμένα,τα α ντουφέκια ακουμπισμένα

 

6.ΤΟΥ ΚΥΡΗ ΓΑΜΠΡΕ Η ΜΑΝΑ (Μαρία Ζήση, ετών 83, 1938).

Του κυρή γαμπρέ η μάνα, τι βαργιά ανασκουμπωμένη

Ανιβαίνει γκατιβαίνει, κι τουν ήλιου παραγγέλνει,

νύφη θέλει να  γκαρτιρέσου κι γαμπρό να προυβουδήσου.

 

7.ΑΜΠΟΔΙΣΕ ΜΙ ΜΠΡΑΤΙΜΙ (Μαρία Ζήση, ετών 83, 1938 όταν ο μπράτιμος φορούσε τα παπούτσια της νύφης)

Αμπόδισε μι μπράτιμι ένα ζιβγάρ παπούτσια,

κι του δαχ’λιδ’ σ’του χέρι.

 

8.ΡΙΞΙ ΝΟΥΝΙ ΤΟΥ ΚΡΙΘΑΡΙ (Μαρία Ζήση, ετών 83, 1938 όταν παράνυμφος ρίχνει  κριθάρι  και την διάρκεια της στέψης).

Ρίξι νούνι  του κριθάρι, να φυτρώσ’ μαργαριτάρι,

να φυτρώσει φούντις-φούντις, σαν του νιόγαμπρου τα ρούχα.

 

Μετά την στέψη, στο σπίτι του γαμπρού, έλεγαν τα εξής τραγούδια:

9.ΕΒΓΑ ΜΑΝΑ ΕΒΓ’ΑΦΕΝΤΗ (Μαρία  Ζήση ετών 83, 1938) (συνέχεια του προηγούμενου τραγουδιού)

Έβγα μάνα, έβγ’αφέντη, να διχτείς (ή  για να ιδείς) του  γιός’  τι φέρνει,

πάει μουνός κ’ήρθι ζιβγάρι, φέρνει πέρδικα απ’ του χέρι (ή με τη πέρδικα απ’το χέρι)

μι την πέρδικα απού του χέρι.

και συνεχίζουν ταυτόχρονα με το επόμενο:

 

10.ΣΕΒΑ ΣΕΒΑ ΠΙΡΔΙΚΟΥΛΑΜ’ (Μαρία Ζήση, ετών 83, 1938)

Σέβα σέβα πιρδικούλαμ, μες του σταυραϊτού το σπίτι,

παν αυτού φουλιά δα στήσεις (ή να ξεφωλιάσεις), δικαουχτώϊ πουλιά να κάνεις (ή να βγάλεις), κι όλα  σιρνικά να είναι.

 

11.ΑΪΤΟΣ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΆΔΡΑΞΙ (Μαρία Ζήση, ετών 83, 1938)

Αϊτός την κόρη άδραξιν απ’ τ’ς μάνας την αγκάλη,

(γειά σ’ Γιαννούλα μ’ γειά σ’)

ικεί που κόνιψιν κι πάει  στα πράσινα λιβάδια,

γιόμα καλό μας έφκιασαν, κάτσι να γιοματίσεις.

 

12.Σ‘ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥΡΘΑΜΙ (Μαρία  Ζήση, ετών 83, 1938).

Σ’αυτό το σπίτι πούρθαμαν  πέτρα να μη ραΐσει,

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει,

να ζήσει χρόνους εκατό και εξάμηνα διακόσια,

να ζήσει  να ξενιτιφτεί και πίσω να γυρίσει,

να φέρει ν τ’άσπρα στ’άλογο και τα φλουργιά στις μούλις,

να φέρει κι ένα γοργό άλογο, να περπατάει καβάλα,

να ντιβριντάει τα χουργιά, να ντιβριντάει τα βιλαέτια.

Όταν είχαν την νύφη στην κώχη τραγουδούσαν τα παρακάτω τραγούδια:

 

13.ΑΠΟΨΕ ΣΤΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΑΣ (Μαρ. Καραγεώργη, ετών 35, 1938).

Απόψι στου σπιτάκι μας είχα χαρά μιγάλη,

τουν άγγιλουν ιφίλβα κι του χριστό κιρνούσα,

κι την κυρά την Αγιά, την Πανα’ιά πολύ την προσκυνούσα,

να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του παραδείσου (ή απ’το μαναστήρι),

ν’ανοίξω τον παράδεισο, να ιδώ τους κουλασμένους.

 

14.ΙΨΕΣ ΠΕΡΔΙΚΑ Μ’ΟΠΙΑΣΙΝ (Μαρ. Καραγεώργη, ετών 35, 1938)

Ιψές πιρδίκα μ’όπιασιν κι σήμιρα τρυγώνα,

κι έκατσα κι μαγείρεψα σ’αρχοντικό τραπέζι,

κι αγκάλιασα τις έμουρφις κι αυτές τις μαυρουμάτις.

Ολις πα’αίνουν κι έρχουντι κι όλις μι την αράδα,

κι μια ψιλή μιλαχροινή δεν φάνηκιν να έρθει,

μας είπαν πως αρρώστησιν κι αρρουστικό γυρεύει,

γυρεύει μήλου κόκκινου, μήλου καθαρισμένου,

γυρεύ’ απού λαγόν τυρί κι απ’άγρου γίδα γάλα,

γυρεύει κι ψηλόϊ βουνό σ’αυτές τις κρύις βρύσις.

 

15.ΠΑΛΙΚΑΡΓΙΑ ΤΡΩΝ’ ΚΙ ΠΙΝΟΥΝ (Μαρ. Καραγεώργη, ετών 35, 1938)

Παλικάργια τρων’ κι πίνουν μες’ του γκασαπλειό,

κι έμουρφις καλές διβαίνουν τις καλημιρνούν.

-Σαν τ’Αντώνη τη γυναίκα δεν είνι στου ντουνιά.

- πού την είδις, που την ξέρεις μπρε Ρηγόϊπουλου;

- Μες τον γκιούλ-μπακτσέ την είδα, στα τριαντάφυλλα.

- σαν την είδις κι την ξέρεις μπρε Ρηγόϊπουλου,

τι φορούσιν, τι βαστούσιν, μπρέ αρχοντόϊπουλου;

-Άσπρου ντουλαμά φουρούσιν, κόκκινη πουδιά.

Σ’κώθ’κι Αντώνης μιθυσμένους κι την έκουψιν,

του ταχύ όντας σηκώθ΄κιν κι την έκλιγιν.

-Σήκου πάπια μ’, σήκου χήνα μ’, σήκου νιρατζιά μ΄,

σήκου βαλ’ του ντουλαμά σου κι έβγα στου χουρό,

να σι δουν τα παλικάργια να μαραίνουντι,

να σι δω κι ιγώ καημένους να σι χαίρουμι.

 

Όταν οι προσκαλεσμένοι (συμπέθεροι) από την μεριά της νύφης  επρόκειτο να φύγουν, έλεγαν το παρακάτω τραγούδι (στο οποίο οι συμπέθεροι από την πλευρά του γαμπρού απαντούσαν):

16.ΝΑ ΜΗ ΜΑΣ ΤΟΥ ΜΑΛΩΣΙΤΙ (Μαρ. Καραγιώργη, ετών 35, 1938)

-Ν’εμείς τώρα (ή πάντα) θα φύβγουμι, μωρ συμπέθεροι,

να μη μας το μαλώσιτι τόϊ πουλάκι μας.

-Ν’εμείς δα του μαλώσουμι τόϊ πουλάκι σας.

-Να μη μας το μαλώσιτι τόϊ πουλάκι μας,

ν’οσού να μάθ’ τα χούγια σας μωρ συμπέθεροι.

-Ν’εμείς δα το μαλώσουμε τόϊ πουλάκι σας.

-Να μη μας το μαλώσιτι τόϊ πουλάκι μας,

είναι μικρό κι αντρέπιτι (ή τόχουμι κανακιάρικου), μωρ συμπέθεροι,

-Ν’εμείς δα το μαλώσουμε τόϊ πουλάκι σας,

κι δα σας του διώξουμι τόϊ πουλάκι σας

κι ώρα σας καλή.

 

Το απόγευμα της Δευτέρας όταν έβγαζαν την νύφη στο χορό τραγουδούσαν τα παρακάτω:

  1. ΜΟΥ ΠΗΡΑΝ ΚΙ ΜΙ ΜΑΛΟΥΣΑΝ (Βερ. Γκόσκινου, ετών 26, 1939).

Μου πήραν κι μι μάλουσαν κι μώκαμαν τυμπίχη,

σ’αυτή τη ρούγα μη διαβαίν’ς, όσου να γένεις νύφη,

(άϊ) γιατί λιβέντη μου,

στην σκάλα παραπάτησα κι στου μπακτσέ να σέβου,

ιμένα η μάναμ’ μ’έστειλιν τρ’αντάφυλλα να μάσου,

…… μόσκου κι καρουφύλι.

 

  1. ΛΕ ΠΙΡΙΣΤΙΡΟΥΛΑ  ΕΙΝ  Η  ΝΥΦΗ ΜΑΣ (Αικ. Κουτόβα, ετών 32, 1939)

Λε πιριστιρούλα είν’ η νύφη μας, κάθητι  στουν πύργου κι μουν τραγουδεί,

κι ούϊδι  νιούς φουβάτι  κι ούϊδι πιθιρόν, μούγκι τ΄ν  αντραδέρφη τ’ς την πύρινη.

-σήκου νύφημ’ σήκου πουλί ταχιά, σήκου να ζυμώσεις τα ιννιά ψουμιά,

να τα προυβουδήσεις στα ιννιά μαντριά.

  1. ΣΤΟΥ ΣΙΡΓΙΟΤΙΚΟΥ ΤΟΥΝ ΚΑΜΠΟΥ (Αικ, Κουτόβα, ετών 32, Βέροια 1939)

Στο Σιργιότικου του κάμπου, πιρδικούλις γκιζιρούσαν,

έπιασιν λιανή βρουχίτσα, ιά,  μια κόρη γαλαζόνα.

-Μάσι κόρημ του σαϊά σου, του χρυσό του ντουλαμά σου,

κι λιρώνεις την πουδιά σου.

Γιάννης Τσιαμήτρος

Συντάκτης

Γιάννης Τσιαμήτρος
Γιάννης Τσιαμήτρος 78 posts

Φιλοσοφική ΑΠΘ – Χοροδιδάσκαλος - Συγγραφέας

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια