Απόψεις

“Λογοτεχνικές όψεις του μεγαλοαστισμού στη μεσοπολεμική Αθήνα” (5) γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

 

Τo κομπλιμάν του κυρίου Γιούγκερμαν

στη μαντάμ Σουσού…

Λογοτεχνικές όψεις του μεγαλοαστισμού στη μεσοπολεμική Αθήνα

[5ο Μέρος]

Στη «Villa Dinah» δόθηκε στο Βάσια Γιούγκερμαν η ευκαιρία να συναντήσει για πρώτη φορά τις τρεις εξαδέλφες, τις μοναχοκόρες δηλαδή των τριών αδελφών Σκλαβογιάννη. Ο Καραγάτσης ακολουθώντας εδώ το περιγραφικό σχήμα της ring composition υιοθετεί το ρεαλισμό και την ακρίβεια της φωτογραφικής απεικόνισης. Αποτυπώνοντας τη θηλυκή ομορφιά και τη νεανική χάρη είναι εντυπωσιακά γλαφυρός: «Είχε [η Ελενίτσα – Πελαγία του Αριστοτέλη] ένα όμορφο μελαχρινό κεφαλάκι, επίμονο και πεισματάρικο· δυο χειλάκια κατακόκκινα, πεταχτά, μα σφιγμένα θεληματικά. Αυτήν πρώτη φορά την έβλεπε.

   Οι άλλες δύο ήσαν γνωστές προφέσιοναλ – μπιούτυ των Αθηνών. Τριγυρνούσαν σ’ όλες τις κοσμικές συγκεντρώσεις· τις ήξερε όλος ο κόσμος. Οι «ωραίες δεσποινίδες Σκλαβογιάννη» με τ’ όνομα. Κι όμως ούτε κόντευαν ακόμα τα είκοσι χρόνια. Οι ξιπασμένες μανάδες τους τις είχαν βγάλει άγουρες στο κλαρί.

   Η Ελέν [του Σάββα] είχε πραγματικά άμεμπτη ομορφιά. Ψηλόλιγνο κορίτσι, με κορμί χυμένο σε κλασικές αναλογίες, κεφάλι θαυμαστό, δέρμα γαλατένιο, γραμμές λεπτότατες, μυτίτσα ανασηκωμένη, στόμα μικρό κατακόκκινο, μάτια γαλανά, μεγάλα, αγγελικότατα. Το σύνολο στεφανωμένο από μαλλιά ξανθά προς το σταχτί, που συμπλήρωναν σα φωτοστέφανος την παρθενική, την εξιδανικευμένη μορφή της.

   Η ομορφιά της Ντίνας (ή Ντάινας) [της θυγατέρας του Ντίνου] ήταν διαμετρικά αντίθετη. Σώμα το ίδιο όμορφο, μα κάπως βαρύτερο, πιο γήινο, πιο γυναικείο. Οι εξαϋλωμένες γραμμές της ξαδέλφης παίρναν εδώ συγκεκριμένη υλοποίηση, μοναδική σε έλξη. Αρμοί γεροί, καμπύλες θετικές, στήθος αναμφισβήτητο, λίγο βαρύ, χαμηλά βαλμένο· κορμί που ξέχυνε άκρατη γυναικότητα, που τραβούσε ακαταμάχητα το κάθε αρσενικό. Το κεφάλι, κάπως ογκωδέστερο έδειχνε πελεκημένο από πρωτόγονο τεχνίτη: τριγωνικό, με σαγώνι δυνατό, στόμα μακρύ και άχειλο, μύτη ίσια με ρουθούνια λεπτά, λίγο ανοιχτά. Το πετσί, κάτασπρο με ρόδινες αποχρώσεις, είχε φρεσκάδα βορεινή. Όπως στην Ελέν, το χαραχτηριστικό σημάδι της ομορφιάς ήταν τα μάτια. Γαλανά κι αυτά, μα κάπως σκουρότερα, μ’ ελαφρή πράσινη απόχρωση, τραβηγμένα προς τους κροτάφους λοξά, μ’ έκφραση διαβολική. Τα μαλλιά, καστανά προς το χαλκοκόκκινο – σπανιότατο χρώμα – σκέπαζαν το στενό μέτωπο, το πίεζαν από παντού με κυματιστές τούφες, και κατέβαιναν θεληματικά προς τη σμίξη των φρυδιών. Η ομορφιά της είχε μιαν αλλιώτική έλξη, κάτι σαν χάος μυστηριακό.

   Πλάι σ’ αυτές τις παταγώδεις ξαδέλφες, η καημένη η Ελενίτσα – Πελαγία δε φάνταζε καθόλου. Ένα τοσοδούλι κορμάκι, ένα χαριτωμένο νοστιμούτσικο μουτράκι. Ούτε πούντρες, ούτε ρουζ, ούτε ανσάμπλ φανταχτερά. Επέμενε με πείσμα να μένει στο μισόφωτο· να ζει κλεισμένη στο σπίτι της, στον εαυτό της, στο στενό κύκλο δυο τριών φιλενάδων της ίδιας νοοτροπίας. Κεντούσε, έπαιζε στο πιάνο λίγο Σοπέν,

ανακατευόταν στην κουζίνα και διάβαζε μόνο τα βιβλία που της έδινε η δασκάλα της. Μέσα στο περιβάλλον της «Βίλα Ντάινα» ένιωθε τον εαυτό της παραστρατημένο. Σιχαινόταν τις ξαδέλφες της, κι αυτές τής το ανταπόδιναν με τόκο. Μα ήταν υποχρεωμένη να περάσει το καλοκαίρι με τους γονείς της. Τέσσερις ατέλειωτους μήνες. Και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στην Καλαμάτα, να κλειστεί στο σπίτι με τις επαρχιώτισσες φιλενάδες». 

            Η Ντάινα θα είναι μοιραία γυναίκα στη ζωή του Βάσια. Θα την ποθήσει ανεξάντλητα. Κάποια στιγμή θα φτάσει πολύ κοντά στο γάμο. Θα υποχωρήσει, όταν αντιληφθεί πως πρόκειται για υποβολιμαίο σχέδιο των Σκλαβογιάννηδων. Η ίδια θα του φερθεί ύπουλα και χυδαία[1]. Ποτέ ωστόσο δε θα την ξεπεράσει. Σε κάποιο στιγμιότυπο ο Βάσιας παρακολουθεί την Ντάινα να συμμετέχει σε έναν αγώνα τένις στη Θεσσαλονίκη. Εδώ αποκαλύπτεται πλέον ο ερωτικός Καραγάτσης. Η περιγραφή του γυναικείου κάλλους είναι ανυπέρβλητη. Η γραφή του είναι σωματική, απολύτως αρσενική, στα όρια της ερωτικής φαντασίωσης: «Εκείνη τη στιγμή, με μια γοργή κλίση του κορμιού της δεξιά, η Ντίνα άρπαξε την μπάλα και την ξανάστειλε στον αντίπαλό της. Κάτι το γοργό, το στιγμιαίο, υπόθεση μισού δευτερολέπτου. Μα η στάση της είχε κάτι το θαυμαστό. Καθώς έγειρε, το δεξί της μπράτσο, λευκορόδινο και μεστό, τινάχτηκε με ζωικό σπασμό, δείχνοντας τη μασχάλη, με την υποβλητική, την τρυφερή κι ισκιερή σάρκα της. Η δεξιά γραμμή του λυγισμένου κορμιού είχε την άμεμπτη τοξική καμπύλη γεωμετρικού σχήματος. Τα πλευρά, η μέση, οι αρμονικοί γοφοί, ο πλούσιος μηρός, η γυμνή, κρεατωμένη και απαλή κνήμη, τα ανάγλυφα σφυρά με το αρμονικό σάρκινό τους περίβλημα[2]· και το πόδι μέσα στο ίσιο λευκό παπούτσι, μικρό και παχουλό, θεληματικό ακουμπισμένο στη γης, ενώ το άλλο – το αριστερό – κρατιόταν μετέωρο, για τη δημιουργία αντίβαρου. Σ’ αυτό το πόδι η προσπάθεια ήταν ανακλαστική, δευτερεύουσα, με αισθητικά αποτελέσματα κλασικώς πληρέστερα, από το μηρό που τέντωνε τη λινή φούστα κι έδινε ανάγλυφη τη λαμπρή καμπύλη του, τη ρόδινη γάμπα, ψηλά γυμνωμένη, ως την πτυχή του γονάτου· και το πόδι, μετέωρο, κυρτό, αψεγάδιαστο. Εκείνο όμως που μέσα στη γιορτή της αρμονίας – ίσως και του αισθησιασμού – έδινε τον πρώτο τόνο, ήταν η κοιλάδα των ισχίων, που ξεπετάγονταν με πρανείς κατηφοριές στους δύο εύφορους κι ελαστικούς γλουτούς, που αντιβάριζαν αρμονικά τις κινήσεις του σώματος. […]

   Ο Βάσιας κατάλαβε κάποια εσωτερική θερμότητα να κυλάει στις αρτηρίες του, να ζεσταίνει το λάρυγγά του. Όλες οι δυναμικότητες υποχώρησαν στο βάθος του οργανισμού του, συσπειρώθηκαν ασαφείς κι ύπουλες, για να ξεχυθούν πάλι σε νέα μοναδική μορφή: μια τεράστια επιθυμία. Οι χτύποι της καρδιάς του γίνηκαν γοργότεροι και αμυδρότεροι· οι παλάμες του χλίαναν· βαριές σταγόνες ιδρώτα κύλησαν από το μέτωπό του.

            Έχει εύστοχα υποστηριχθεί από το Μιχάλη Μερακλή[3] ότι ο Καραγάτσης εισήγαγε το σεξ στη νεοελληνική πεζογραφία του μεσοπολέμου. Ο Γιούγκερμαν στην ερωτική του ζωή υπήρξε αχαλίνωτος. Τις σχέσεις του με το άλλο φύλο τις καθόριζε αποκλειστικά το γενετήσιο ένστικτο. Κυριαρχούσε ο πόθος, μάλλον κτηνώδης, και όχι το ερωτικό συναίσθημα. Ο συγγραφέας αποθεώνει τη θηλυκότητα και ο λόγος του είναι τολμηρός, εκθαμβωτικά αισθησιακός: «[Η Ντάινα] είχε ρίξει το κορμί της με νωχέλεια στην καμπύλη της πάνινης πολυθρόνας. […] Το λεπτό λινό φόρεμα, ανοιχτό κι ελάχιστο, καλά εφαρμοσμένο και φορεμένο κατάσαρκα, αντί να κρύβει, ανάδειχνε πιότερο το κορμί της. […] Ποτέ στη ζωή του αυτός ο κυνικός χαροκόπος [ο Γιούγκερμαν] δε νοιάστηκε για τέτοιες λεπτομέρειες. Κοιτούσε τις γενικές γραμμές της γυναίκας ή το γενικό γενετήσιο κάλεσμά της. Μα το πόδι της Ντίνας ήταν άλλο πράμα. Είχε ηδονική προσωπικότητα, και μάλιστα πρωτόγονη, σαν αυτό το ίδιο να ήταν όργανο ηδονής. Μα και το άλλο κορμί. Ίσως όχι μοναδικό σ’ αισθητικές αναλογίες. Μα δεν ήταν καλλιτέχνης αυτός. Ήταν άντρας αρσενικό, που νιώθει ορμές κι ορέγεται. Σε τούτο το στάδιο θα έμενε η έλξη του για την Ντίνα, αν δεν υπήρχε το κεφάλι. […]

   Ο Βάσιας απόμειν’ εκεί άβουλος, δεμένος πλάι στη γυναίκα με αόρατες μα βαρύτατες αλυσίδες· με το στέρνο του σ’ επανάσταση επιθυμίας, οργής, απορίας».

Πολλές από τις νεαρές γυναίκες αυτών των «καλών» οικογενειών είναι ερωτικά ατρόμητες και σεξουαλικά απελευθερωμένες. Κάτι τέτοιο για τα χρηστά ήθη στην Ελλάδα του ’30 φαίνεται απαράδεκτο. Κυρίως προέχει η διακριτικότητα και η τήρηση των προσχημάτων. Είναι αναγκαία για το θεαθήναι. Η Ελέν αφήνει τολμηρούς, αν και άστοχους, υπαινιγμούς για την ερωτική λογοτεχνία που διαβάζει[4]. Η Ντάινα, ακόμη και ακούσια, εξακολουθεί να προκαλεί το Βάσια, να τον οδηγεί σε βρασμό ψυχής, να τον εξαντλεί σωματικά και θυμικά. Η γλώσσα του Καραγάτση σε αυτό το απόσπασμα είναι τόσο αιχμηρή, που μοιάζει αγοραία: «Η έκφραση, η στάση, οι κινήσεις της ήσαν έξω από τον καλό τόνο, καθαρά πρόστυχες. Καθώς ήταν αχτένιστη, [το πρωινό που επισκέφτηκε ο Βάσιας την οικογένεια του Ντίνου στην έπαυλή τους στο Ντεπώ], ανέκφραστη, με στραβοπατημένες παντόφλες, θύμιζε τρόφιμο παλιόσπιτου των εκατό δραχμών, που περιποιόταν κακοπληρωτή πελάτη, χαυνωμένη ακόμα από τα χάδια του νταβατζή της. Το μάτι του Βάσια παρακολουθούσε τη σκηνή με θυμό και πείσμα. Έτσι όπως ήταν κτηνώδης κι εχθρική, είχε γι’ αυτόν τεράστια έλξη: το μαγνήτη που γεννούσε το ανακάτεμα της κυρίαρχης επιθυμίας με το παθιασμένο πείσμα της ερωτικής επιβολής. Ένιωθε να του φεύγει απ’ τα χέρια, ατίθαση κι αδιάφορη στο κάλεσμα της αρσενικότητάς του. Και σκύλιασε από κακό».

            Κάποια στιγμή η Έφη Μαρκοπούλου, φίλη επιστήθια της Ντάινας από τη Θεσσαλονίκη, σε μία κρίση αυτογνωσίας, θα είναι κυνικά εξομολογητική προς το Βάσια: «Οι άλλοι ήταν μαζεμένοι στην πρύμη και χαζολογούσαν με την κ. Παπαγιάννη [γνωστή κοσμική δέσποινα των Αθηνών και ιδιαζόντως διεφθαρμένη, προσκεκλημένη και αυτή των Σκλαβογιάννη στη Βίλα Ντάινα], που κοτσομπόλευε την Ελενίτσα – Πελαγία (που βρήκε κάποια αφορμή να μην έρθει στην εκδρομή). Έλεγε για τα επαρχιώτικα φουστάνια, το δειλό φέρσιμο και την υποκρισία της. Οι δύο ξαδέλφες πλειοδοτούσαν, κι οι νεαροί έβγαζαν περιφρονητικά αποφθέγματα για τη «χωριάτα». Μονάχα η Έφη άκουγε αμίλητη· και σα να βαρέθηκε, πήγε και ξάπλωσε στην πλώρη.

   Ο Βάσιας την κιαλάρησε· και με τρόπο κάθισε δίπλα της.

   –  Δε σου αρέσει το κοτσομπολιό;

    – Πολύ. Μα είναι αηδία ν’ ακούς αυτή τη διαπρεπή Υβόν [Παπαγιάννη] να κοροϊδεύει ένα καλό κοριτσάκι, γιατί επέμενε να μην πάρει τον αρκετά σιχαμερό «μοντέρνο» αέρα.

    Ο Βάσιας ξαφνιάστηκε.

     –  Δεν περίμεν’ από σένα την υπεράσπιση της οπισθοδρομικότητας. Έχεις αλλιώτικο ύφος…

    –  Ακριβώς γι’ αυτό· εμένα με πήρε πια το ποτάμι. Μα έχω συναίσθηση της ανοησίας μου. Ήμουν τότε μικρή, μου γυάλιζε η λάμψη του κόσμου. Νόμιζα πως κάτι έκανα βάφοντας τα χείλια και δείχνοντας τις γάμπες μου. Θαρρούσα πως είναι très smart να πηγαίνω στις γκαρσονιέρες των νεαρών – ω, για αθώα μα και ύποπτα φλερτάκια. Τώρα άνοιξαν τα μάτια μου. Μα είναι αργά· έβγαλα τ’ όνομα. Θα ήταν χειρότερη ανοησία να μην επωφελούμαι από την καινούργια κατάστασή μου. Έχεις τσιγάρο;

    Της πρότεινε την ταμπακέρα του.

    –   Thank youLight? … Thanks… Τι λέγαμε; Α, για την Πελαγία. Κάνει πολύ καλά η Πελαγία. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος μες στο Σκλαβογιαννέικο, που κατάλαβε μια αλήθεια: «Ἓκαστος ἐφ’ ᾧτάχθη». Έχει στη ζωή της ένα σκοπό. Ενώ εμείς τι γυρεύουμε; Μήπως το ξέρουμε;

   –    Σε νόμιζα φιλενάδα της Ντάινας.

   –   Και είμαι. «Οι αχώριστες»: έτσι μας λεν στη Σαλονίκη. Μαζί κάνουμε τις αταξίες. Άλλοτε, πριν δώσει ο γερο – Σκλαβογιάννης το εργοστάσιο στους γιους του, ήταν Κωνσταντίνα. Κατόπι γίνηκε Ντίνα. Τώρα είναι Ντάινα…

   –     Και τι είδους αταξίες κάνετε;

   –  Μην είσαστε περίεργος. Η Ντίνα είναι μικρή – ούτε δεκαοχτώ χρονών. Εγώ πηγαίνω στα είκοσι τέσσερα. Είμαι γυναίκα.

   –    Με ποια έννοια να πάρω αυτή τη δήλωση;

   –   Με την πιο φυσιολογική, αν σας κάνει κέφι. Κι έπειτα;

   Η Σαλονικιά ήταν διαβολεμένη. Ο Βάσιας κανόνισε ανάλογα τις πυροβολαρχίες του, κι άλλαξε κουβέντα».

Αριστοτέλης  Αλ. Παπαγεωργίου

 Φιλόλογος – Θεατρολόγος           

Σημείωση Φαρέτρας: «Το 6ο από τα 7 μέρη της εργασίας θα αναρτηθεί το ερχόμενο Σάββατο 21  Ιανουαρίου»     

————————————————————-

[1]               Ο γερο–Στρατής είχε προειδοποιήσει το Βάσια, όταν διαισθάνθηκε την ακατανίκητη έλξη που του ασκούσε η Ντάινα: «Στις άλλες δυο [την Ελέν και την Ντάινα] δε θα δώσω τίποτα! Είναι σαχλές και άμυαλες σαν τις μανάδες τους. Έχουν φούμαρα στο κεφάλι, με περιφρονούν. Θαρρούν πως είναι πριγκιπέσσες· και ξεχνούν πως ο παππούς τους – που όλα τα χρωστάν σ’ αυτόν – ήταν ένας χωριάτης απ’ το Βελιμάχι. […] Και πρόσεχε μην μπλεχτείς με την εγγόνα μου, την Κωσταντιά. Δε σου κάνει, εσένα. Είναι μια παλιοβρώμα. Άκου, που σου μιλώ εγώ».

[2]               Εδώ η περιγραφή θυμίζει τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στο διήγημά του «Όνειρο στο κύμα». Πρόκειται για τη στιγμή που ο αφηγητής παρακολουθεί  έκθαμβος και σιωπηλός την έφηβη Μοσχούλα να κολυμπά στη θάλασσα κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο. Μόνο που στον Παπαδιαμάντη ο ερωτισμός που διαχέεται στην ατμόσφαιρα είναι πιο λυρικός. Στην περίπτωση του Καραγάτση υπερτερεί η σεξουαλικότητα.

[3]               Στο συλλογικό τόμο «Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση – Είκοσι χρόνια από το θάνατό του», (1981) Τετράδια Ευθύνης 14, Αθήνα. Πρβλ. και Παντελής Κρανιδιώτης (1991) «Το ερωτικό στοιχείο στο έργο του Καραγάτση», Περιοδικό «Διαβάζω», Τεύχος 258, Αθήνα.

[4]              Σε αυτό το πεδίο παρουσιάζει ενδιαφέρον να διαβάζεται ο «Γιούγκερμαν» και ως πόνημα φιλολογικής ερμηνευτικής. Ο Καραγάτσης μεταξύ άλλων κρίνει λογοτεχνικά έργα, που ήδη στο μεσοπόλεμο ήταν εξαιρετικά δημοφιλή. Καταφαίνεται δηλαδή η άποψη ενός λογοτέχνη για τη λογοτεχνία. Η Πελαγία διάβαζε μόνο τα αναγνώσματα – προφανώς ηθικοπλαστικά – που «της έδινε η δασκάλα της». Η Ελέν θα ισχυριστεί ότι το μυθιστόρημα «La porte étroite» που καθιέρωσε το 1907 τον André Gid ως πατριάρχη της ανηθικολογίας είναι σημειωτικός υπαινιγμός για τη γυναικεία ερωτογενή ζώνη. Ο Γιούγκερμαν – Καραγάτσης θα αποκαταστήσει την επιφανειακή αυτή παρερμηνεία: «Μα η «Στενή Πύλη» είναι ένα ρομάντσο ηθικοπλαστικότατο. Κι ότι το μυαλό της πρέπει να βρισκόταν σε κακή ζύμωση, για να βρει υπονοούμενα σε σελίδες πεντακάθαρες, με μοναδική βάση την απρόοπτη παρεξήγηση ενός ευαγγελικού τίτλου. […] Ήταν αδύνατο να συγκεντρώσει το μυαλό του στα λόγια της Ελέν. Τη βαριόταν, τη μικρή ανόητη, τη διεστραμμένη, με την ξαναμμένη φαντασία. Αν άξιζε τον κόπο να μιλά σοβαρά μαζί της». Στη Θεσσαλονίκη ο Βάσιας θα συναντηθεί με την Ντάινα στο δωμάτιό της. Και εκεί ο συγγραφέας θα εκφράσει την άποψή του για όλη τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, ιδίως για τα ερωτικά μυθιστορήματα: «Μικρή καμαρούλα, πολύ χαριτωμένη, επιπλωμένη στον κάπως ανόητο τόνο «jeune fille». Ένα μικρό σεκρεταίρ από ακαζού, μία βιβλιοθηκούλα, ένα ντιβάνι, δυο πολυθρόνες Louis XVI· στους τοίχους ανούσιες ακουαρέλες. Μ’ ένα λόγο, το γούστο της Ντίνας στο άπαντο [sic] της εκδήλωσής του. Ο Βάσιας περιεργάστηκε τα πάντα με κάποιο κέφι. Μια ματιά που’ ριξε στη βιβλιοθήκη τον κατατόπισε αρκετά. Τα έργα της Delly, της Baum κι όλα τα σορόπια της παρόμοιας παραγωγής. Και πλάι σ’ αυτά ο απαραίτητος Dekobra, ο «Gorydon» του Gide κι ο «Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ» του Lawrence. Μπήκε στο νόημα». Ο συγγραφέας συζητά για την αισθητική των best sellers της εποχής του. Η διάδοσή τους στο αναγνωστικό κοινό ήταν ευρύτατη. Το μυθιστόρημα «Grand Hôtel» της Vicky Baum, για παράδειγμα, που αναφέρεται εδώ, είχε γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε μεταφέρθηκε αργότερα και στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια την Γκρέτα Γκάρμπο. Το ίδιο συνέβη στην εποχή του Καραγάτση με το διάσημο μυθιστόρημα «Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ Μίτσελ. Όμως και ο ίδιος ο Γιούγκερμαν σε πιο ώριμη ηλικία διαβάζει επανειλημμένα το «Lacrimae rerum» του Λάμπρου Πορφύρα, επειδή ταυτίζεται συναισθηματικά με το ψυχικό κλίμα του ποιητή.

 

Ροη ειδήσεων