Λογοτεχνία

Γλυκερία Γκρέκου “Αγιοδημητριάτικο”

Του Αγίου Δημητρίου, τότε είχαν ορίσει τα αρραβωνιάσματα.

Τα ζωντανά είχαν κατέβει από τη Φτέρη, το αμπέλι στο δρόμο για την Ελασσόνα είχε τρυγηθεί, το καζάνι είχε βγάλει αρκετό τσίπουρο για τον βαρύ χειμώνα. Και κρασί,

αρκετό να συνοδεύει το κυριακάτικο φαγητό.

« Τον Άη Δημήτρη, παραμονή της γιορτής σου, εντάξει Τάκη;

Τότε θα΄ ρθούμε να ζητήσουμε το κορίτσι» Έτσι είχε πει ο πατέρας του υποψήφιου γαμπρού τέλη Αυγούστου.

Χάρηκε η Ασπασία σαν της το’ πε η μάνα της. Είχαν περάσει και τα χρόνια της, κόντευε τα τριάντα. Έπρεπε να πάρει μιαν απόφαση, περίμεναν άλλοι δύο από πίσω, μια αδερφή κι ο μικρότερος της φαμίλιας.

Να, λίγες μέρες πριν, καθώς χτένιζε τα μαύρα της μαλλιά, για να τα χωρίσει σε δυο πλεξούδες, τότε είδε να ασημίζουν μερικές τρίχες. Τις ξερίζωσε, έπλεξε τις κοτσίδες και σκέφτηκε πως η υπόθεση δεν παίρνει αναβολή.

Εξάλλου από τη μέρα που της το είχαν πει, τον έφερνε στο νου με μια γλύκα στη σκέψη.

Γλυκό σύκο και γλυκό καρύδι είχε φτιάξει η μάνα για τον αρραβώνα αλλά και λίγο κυδώνι για την οικογένεια. Μοσχομύριζε το κατώγι σαν άνοιγε τα καπάκια, για να κάνει τον έλεγχο η Ασπασία. Μη και ζαχαρώσουν, ποτέ δεν ξέρεις.

Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, και τη γιορτή του πατέρα και τα αρραβωνιάσματα, σκέφτονταν όλοι.

Τα κρύα είχαν κατέβει από τον Όλυμπο, τα τζάκια έκαιγαν ολημερίς.

Η μάνα της δανείστηκε και δύο μαγκάλια από τις γειτόνισσες.

« Περιμένουμε γαμπρό στη μεγάλη », εκμυστηρεύτηκε με χαρά.

Στρώθηκαν οι μάλλινες κουβέρτες στα κρεβάτια, το δαμάσκο τραπεζομάντιλο στο μεγάλο τραπέζι της σάλας, τα χαλιά με μάτια στα ξύλινα πατώματα.

Βγήκε και το γυαλικό από το ράφι. Μαζί και τα κουταλοπίρουνα τα καλά, της γιορτής.

Αρχές Σεπτέμβρη είχε περάσει ο γανωτής από τα Φάρσαλα, μύριζε η γειτονιά καλάι, καθώς τα βουτούσε στο μέταλλο και τα μεταμόρφωνε σε καινούργια..

Εικοσιπέντε Οκτωβρίου ήταν, το 1958, οι μεγαλύτεροι είχαν ακόμα νωπές τις μνήμες του πολέμου.

Αλβανία, Κατοχή, Εμφύλιος. Κάποιων οι πληγές ακόμα αιμορραγούσαν, αλλά η ζωή που πάντα κοιτάζει μπροστά έφερνε και χαρές.

Στο σπίτι της Ασπασίας άναψαν τις γκαζόλαμπες, έβαλαν και μία στον τοίχο της αυλής για τους προξενητάδες, μαζί άναψαν και τα πρόσωπα από την προσμονή. Βήματα ακούστηκαν στο σοκάκι, τα μηνίγγια της κόρης κάλπαζαν.

Εκεί στη σάλα κάθισαν, είπαν τα καλησπέρα και η δεύτερη θυγατέρα, λίγα χρόνια μικρότερη, πέρασε με τον δίσκο κερνώντας γλυκό.

«Λοιπόν, Τάκη, άκου, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και όσο είναι καιρός προλαβαίνουμε». Κόμπιασε για ένα λεπτό ο πατέρας του γαμπρού, σα να ντράπηκε λίγο, αλλά συνέχισε. «Τη δεύτερη θυγατέρα ήρθαμε να γυρέψουμε, τι λες, μας τη δίνεις;» Έπεσε σαν κεραυνός η φωνή του άντρα.

Ένα σούσουρο ξαφνικό γέμισε τη σάλα, τα μάτια ολονών άνοιξαν με αγωνία.

Η Ασπασία στην κουζίνα έμεινε με το βλέμμα στο γλυκό καρύδι.

« Άλλα είχαμε συμφωνήσει» αποκρίθηκε ο Τάκης κόκκινος σαν τη φωτιά..

«Εγώ τον θέλω, θα τον πάρω», πετάχτηκε η μικρότερη που στεκόταν στην πόρτα με τον δίσκο στα χέρια.

Με βαριά καρδιά η οικογένεια το δέχτηκε, τα αρραβωνιάσματα έγιναν είκοσι έξι Οκτωβρίου, η Ασπασία κατέβασε τα μάτια, δεν είπε τίποτα, εξάλλου ούτε κουβέντα δεν είχε ανταλλάξει με τον υποψήφιο.

Ένα χρόνο μετά πήρε των ομματιών της, καθώς την αρραβώνιασαν στην Καβάλα.

Το είχαν συνήθειο στο Βλαχοχώρι τότε, όποια δεν είχε την τύχη να παντρευτεί στον τόπο της να ξενιτεύεται.

Η Καβάλα ήταν μακριά από τον Όλυμπο, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, ήταν προορισμός για κάμποσα κορίτσια. Ίσως επειδή είχε κάνει την αρχή- λίγα χρόνια πριν- μια μεγαλοκοπέλα και είχε παντρευτεί εκεί.

Έκτοτε, η Ασπασία, από τους δυο καβαλάρηδες αγαπούσε τον Αη Γιώργη, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Παρόλα αυτά κάθε είκοσι έξι Οκτωβρίου, μα πάντα, εκείνη τη μέρα, όταν εκκλησιαζόταν στον Άγιο Δημήτριο στην Καβάλα, του τα έψελνε στη βλάχικη γλώσσα του Άγιου. Που την έστειλε στα ξένα.

«Μι αρουσουνάς, τσι μι πιτρικούς λάργκου» 1

Και ύστερα μετανοούσε, σαν σκεφτόταν τον δευτερότοκο Δημήτρη της.

Κι έλεγε, του Άη Δημήτρη, κοιτώντας τον στα μάτια :

« Σι μι σιμπ’τσέστι»2, αν και την είχε πικράνει πολύ..

——————————-

1«Με ντρόπιασες, που με έστειλες μακριά»

2« Σχώρα με»