Περιβάλλον

Όλυμπος: «Ποταμοδιάσχιση στο ‘‘Ρέμα Παπά’’ και βουτιές στα παγωμένα ορμητικά νερά του καταρράκτη.»

Περιγραφή – φωτογραφίες: Αλέξανδρος  Γραμματικόπουλος

«Κάθε ορειβατικό ‘‘ταξίδι’’ είναι και μία ξεχωριστή…εμπειρία. Κάθε ‘‘σταθμός’’ στη διαδρομή του θα μείνει, στη συνέχεια, μία όμορφη και αξέχαστη…ανάμνηση

Όλοι μας έχουμε, άλλοι πολλές και οι περισσότεροι από εμάς αρκετές, σπουδαίες ορειβατικές ή περιπατητικές στη Φύση εμπειρίες.

Το γεγονός αυτό μας κάνει όλους να έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως, για να γίνει ένα από τα πιο πάνω ‘‘ταξίδια’’-εμπειρίες πραγματικά ξεχωριστό και πάνω απ’ όλα αξέχαστο, χρειάζεται κάτι παραπάνω και πέρα από τα συνηθισμένα.

Αυτό το κάτι παραπάνω, αυτή η επιπλέον δόση αλησμόνητης ικανοποίησης, μπορεί να προέρχεται από οτιδήποτε, όπως : από μία επαφή με το μεγαλείο της Φύσης, από ένα πέρασμα από κάποιο ασύλληπτης ομορφιάς τοπίο,  από μία επαφή με τους απλούς ανθρώπους των διάφορων περιοχών ή από αυτήν ακόμη την ανακάλυψη ενός εντελώς νέου…τρόπου θεώρησης των πραγμάτων.

Ο Ιούλιος έφτανε προς το τέλος του.

Ο υδράργυρος, μέρα με τη μέρα, «σκαρφάλωνε» ένα ακόμη σκαλοπάτι της κλίμακας Κελσίου κάνοντας τη ζέστη της ατμόσφαιρας, των 35ο Κ και άνω, όλο και περισσότερο ανυπόφορη.

Η αναζήτηση της δροσιάς επιτακτική.

Εμείς, οι λάτρεις της Φύσης, της πεζοπορίας και  της ορειβασίας, την αποζητούμε στις διάφορες γωνιές των ορεινών όγκων.

Εκεί δηλαδή που…πέρα από τη δροσιά του υψόμετρου, του δάσους, των ρεματιών, των ποταμών, των καταρρακτών και των φυσικών λιμνών…ξεδιπλώνουμε τις δράσεις μας.

Ξεδιπλώνουμε τις δράσεις μας απαλλαγμένοι από τις «διαταγές» των ‘‘πρέπει’’ της άχαρης καθημερινότητας και ελεύθεροι πλέον από το βάρος των άχρηστων σκέψεων, που βαρύνουν κάθε μέρα το μυαλό μας, ικανοποιούμε τα ‘‘θέλω’’ μας.

Στο ημερολόγιο έγραφε: 31-07-2022.

Ξεκινούσε η τελευταία Κυριακή του Ιούλη.

Ξεκινούσε, από τη μια στιγμή στην άλλη, η άνοδος της θερμοκρασίας.

Ξεκινούσαμε και εμείς, φίλοι και ορειβάτες, για τη δική μας γωνίτσα..δροσιάς.

Μέρες πριν, μεσοβδόμαδα, «περπατώντας» στα ιντερνετικά μονοπάτια και «αναζητώντας» περιοχές δροσιάς η ματιά μου «σκόνταψε» σε μία ανακοίνωση του δραστήριου Ορειβατικού Συλλόγου Βροντούς Πιερίας.

Διαβάζοντάς την τήν βρήκα ενδιαφέρουσα.

Καλούσε τα μέλη καθώς και φίλους περιπατητές να συμμετάσχουν στην προγραμματισμένη κυριακάτικη ορειβατική δραστηριότητά του Συλλόγου, που προέβλεπε: την «Ποταμοδιάσχιση του ‘‘Ρέματος Αγ. Τριάδος’’ ( ή ‘‘Ρέμα Παπά’’), κάνοντας την χαλαρή διαδρομή: Άγιοι Απόστολοι – θέση Ίταμος – τοπωνύμιο ‘‘Βράχος Πάντα Στάζει’’» (φωτ. 1 και 2).

Φτάνοντας στη θέση με τον όλο υγρασία ‘‘Βράχο’’ το πρόγραμμα προέβλεπε και μπάνιο, για τους τολμηρούς, στα παγωμένα τρεχούμενα νερά κοντά στον καταρράκτη.

Αμέσως μετά την πιο πάνω…«ανακάλυψή» μου, το συζήτησα με τον Ηλία, τον συνοδοιπόρο και ορειβάτη, καθώς και με κάποιους φίλους μου.

Ενδιαφέρθηκαν και αποφασίσαμε να συμμετάσχουμε.

Εγώ με τον συνοδοιπόρο μου για κάτι το χαλαρό, μετά από τις προηγούμενες πολύωρες ορειβατικές μας δραστηριότητες.

Και οι φίλοι μου για κάτι το πρωτόγνωρο, για μία διαφορετική και ξεχωριστή εμπειρία ζωής.

Έτσι, συγκεντρωθήκαμε στο προκαθορισμένο σημείο έτοιμοι να αποδράσουμε στη δροσιά…της ρεματιάς και εκείνης των παγωμένων τρεχούμενων νερών της.

Ήμασταν όλοι συνεπείς στο ραντεβού μας.

Φορτώσαμε στα αυτοκίνητα τις…«αποσκευές» του κυριακάτικου «ταξιδιού» μας και ξεκινήσαμε.

Τα ρολόγια εκείνη τη στιγμή δείχνανε 07.15’ π.μ.

Αφήσαμε πίσω μας το πρωϊνό ξύπνημα της ‘‘Βασίλισσας του Βορά’’, της Βέροιας, και μπήκαμε στην Εγνατία Οδό.

Ο οδικός προορισμός μας ήταν η ημιορεινή κωμόπολη Βροντού Ν. Πιερίας και στη συνέχειά της το τοπωνύμιο ‘‘Άγιοι Απόστολοι’’ (φωτ. 3).

Το ταξίδι μας με το αυτοκίνητο ευχάριστο και σύντομο.

Χρειαστήκαμε κάτι λιγότερο από μία ώρα χαλαρής οδήγησης και να διανύσουμε 90 περίπου χλμ για να βρεθούμε από τη Βέροια στον πρώτο οδικό προορισμό μας, την ημιορεινή δηλαδή κωμόπολη του Νομού Πιερίας που διοικητικά υπάγεται στο Δήμο Δίον.

Είναι κτισμένη στα 120 μέτρα υψόμετρο, κοντά στο ‘‘Ρέμα Αγ. Τριάδος’’ και κάτω από τη σκιά του γιγάντιου ορεινού όγκου της Βορειοδυτικής πλευράς του μυθικού βουνού, του Ολύμπου.

Το όνομα ‘‘Βροντού’’ το πήρε, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, από τη δυνατή…βοή…των τρεχούμενων νερών της ρεματιάς που κατεβαίνουν με ορμή από τα ψηλότερα επίπεδα του βουνού των θεών.

Το πέρασμα μας μέσα από την κωμόπολη….σύντομο.

Συνεχίζαμε ακολουθώντας τις ενδείξεις των πινακίδων.

Κάποια στιγμή, φτάσαμε στην τοποθεσία με το ξυλόκτιστο οικίσκο, που χρησιμοποιείται από τον τοπικό Ορειβατικό Σύλλογο, και το μικρό πετρόχτιστο εκκλησάκι των ‘‘Αγίων Αποστόλων’’.

Ήταν το τοπωνύμιο του δεύτερου οδικού προορισμού μας στα 380 περίπου μέτρα υψόμετρο.

Φτάσαμε νωρίς.

Είχαμε αρκετά ακόμη λεπτά στη διάθεσή μας μέχρι την καθορισμένη, από το πρόγραμμα, ώρα συνάντησης.

Έτσι, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε και να επισκεφτούμε ένα ακόμη αξιόλογο σημείο της περιοχής.

Το εξωκλήσι της ‘‘Αγ. Κόρης’’.

Το καλά δηλαδή «κρυμμενο», μέσα στην οργιώδη βλάστηση και το «γαντζωμένο» στην δασωμένη πλαγιά του ομώνυμου μαγευτικού ρέματος με τρεχούμενα νερά, εκκλησάκι-προσκύνημα προς τιμήν της «Κόρης» που έγινε «Αγία» στη συνείδηση των ανθρώπων της γύρω περιοχής (φωτ. 4).

Δεν απείχε πολύ από τη θέση με τον χώρο αναψυχής και τα Γραφεία του Συλλόγου.

Χρειαστήκαμε λιγότερα από 5 λεπτά οδήγησης για να βρεθούμε στο σημείο με την πετρόχτιστη καμάρα και την εντοιχισμένη εικόνα της ‘‘Αγίας’’ στην αριστερή μεριά της εισόδου.

Οι κινήσεις μας γρήγορες. Δεν είχαμε χρόνο για καθυστερήσεις.

Ετοιμαστήκαμε και ξεκινήσαμε για την εξερευνητική και προσκυνηματική μας επίσκεψη.

Περάσαμε την πύλη εισόδου και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα 170 τσιμεντοκατασκευασμένα σκαλοπάτια που μάς οδήγησαν, εκεί, χαμηλά στη ρεματιά.

Τα σκαλιά τα μετρήσαμε, έτσι από εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον.

Η οργιώδης βλάστηση, άλλοτε στα δεξιά μας και άλλοτε στα αριστερά μας όπως κατηφορίζαμε, έκανε τη ματιά μας να αποζητά επίμονα «αυτό το κάτι».

Αποζητούσε το «μυστικό», που έκρυβε τόσο καλά «αυτό το κάτι» στις φυλλωσιές και τα πυκνά κλαδιά της.

Και νάτο!!

Το βλέμμα μας δεν άργησε να «καρφωθεί» στο λευκό που ξεχώρισε κάποια στιγμή, κάνοντας τη διαφορά στο καταπράσινο σκηνικό του τοπίου.

Ήταν το εκκλησάκι της ‘‘Κόρης’’ και από κάτω τα ορμητικά τρεχούμενα νερά της χαράδρας.

Κοντεύοντας είχαμε, στα δεξιά μας όπως κατεβαίναμε, την γκριζωπή βραχώδης απόκρημνη πλαγιά, που σε κάποια σημεία της ορθωνόταν δίπλα μας και σχεδόν κάθετα.

Κάποια στιγμή φτάσαμε στο ξεχωριστό αυτό κομμάτι του τοπίου.

Βρεθήκαμε δηλαδή στην «χαμένη κιβωτό των μυστικών».

Σταματήσαμε για λίγο πάνω στη τσιμεντένια γεφυρούλα, που ενώνει τις δύο πλαγιές της χαράδρας, για να απολαύσουμε τη μαγευτική εικόνα του σημείου ακούγοντας τον ήχο των ορμητικών νερών, που τρέχανε κάτω από τα πόδια μας.

Συνεχίσαμε.

Όσο πλησιάζαμε στο προσκύνημα, τόσο η «σιωπή του μυστηρίου» γινόταν πιο έντονη.

Φτάσαμε στο εκκλησάκι που είναι κτισμένο γύρω από τον κορμό ενός δένδρου.

Στο εσωτερικό της κουφάλας του δένδρου αυτού κατέφυγε για να κρυφτεί η όμορφη ‘‘Κόρη’’ στο άκουσμα των σκυλιών να πλησιάζουν μαζί με τους ανθρώπους του Πασά στη Σπηλιά Της -μία εσοχή στον κάθετο βράχο-, που η ‘‘Αγία’’ την χρησιμοποιούσε σαν κρησφύγετο και σαν χώρο προσευχής.

Έπειτα από χρόνια, σύμφωνα με την παράδοση, ένας υλοτόμος κόβοντας το δένδρο ανακάλυψε τον σκελετό Της, που ευωδίαζε.

Έτσι, στο σημείο εκείνο κτίστηκε το εξωκλήσι προς τιμήν Της, η οποία δεν αναγνωρίστηκε ως Αγία από την επίσημη Εκκλησία, έχει όμως αναγνωριστεί ‘‘Αγία’’ στη συνείδηση του λαού.

Αυτό εξ’ άλλου μαρτυρούν: α) το τελείως απομονωμένο από τον «έξω κόσμο» προσκύνημα, β) οι διάφορες τσιμεντοκατασκευές γύρω από αυτό και γ) τα αμέτρητα τάματα –ρούχα, μαντήλια, κορδόνια, κομποσκοίνια κ.α.- που οι ντόπιοι, σαν έθιμο, τα κρεμάνε στα κλαδιά των γύρω δένδρων!!!

Τα τάματα αυτά είναι ένα έθιμο που δεν αποτελεί πρακτική της επίσημης Εκκλησίας, αλλά είναι αποκλειτικά τοπικό (φωτ. από 5 έως και 12).

Από τη θέση του ασφαλτοστρωμένου parking, κοντά στην πετρόχτιστη πύλη, ξεκινούν κάποια από τα μονοπάτια του «Δικτύου Μονοπατιών Βορείου Ολύμπου» με διαφορετικές το καθένα διαδρομές και με τελικό προορισμό τις ψηλότερες κορυφές του βουνού των θεών (φωτ. 13).

Έπρεπε να επιστρέψουμε.

Θα έπρεπε να ήμασταν στο καθορισμένο σημείο συγκέντρωσης  10 λεπτά πριν την εκκίνηση για την περιπατητική δραστηριότητα της μέρας.

Δεν αργήσαμε. Ήμασταν συνεπείς στην ώρα του ραντεβού.

Φτάσαμε στον χώρο που τόσο όμορφα και με πολλή μεράκι διαμόρφωσαν τα μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Βροντούς με έτος ίδρυσης το 1993.

Μάς υποδέχτηκαν με χαμόγελα και μάς δέχτηκαν αμέσως στην φιλόξενη συντροφιά τους.

Μαζευτήκαμε πολλοί. Γίναμε ένα όμορφα δεμένο σύνολο ηλικιών και φύλων.

Η πολυχρωμία των ενδυμάτων «έβαζε» τη δική της πινελιά «χρωματίζοντας» το πράσινο του τοπίου.

Τα γέλια των μικρών και μεγάλων, καθώς και οι χαρούμενες μεταξύ τους συζητήσεις ακούγονταν παντού, κάνοντας όλο το γύρω τοπίο να σιωπά και να μάς «ακούει».

Συνάντησα τον διαδικτυακό μου φίλο, τον Giwrgos Spanos, και μίλησα μαζί του.

Ο δραστήριος ορειβάτης και μέλος του Συλλόγου με πληροφόρησε ότι δεν θα μάς ακολουθήσει, καθώς θα συμμετάσχει στο γκρουπ που έχει αναλάβει την σηματοδότηση ενός ακόμη μονοπατιού.

Η σήμανση γίνεται σύμφωνα με την σχετική ΚΥΑ και το Εθνικό Μητρώο Μονοπατιών του Πιερικού Ολύμπου.

Το μονοπάτι αυτό θα έχει τον αριθμό «11» και η διαδρομή του θα είναι: ‘‘Άγιοι Απόστολοι’’ – ‘‘Μαστορούλι’’ – ‘‘Έλατος’’ – ‘‘Κλεφτοβρυση’’,

Πληροφορήθηκα επίσης ότι, θα τοποθετήσουν, σταδιακά,  περισσότερες από 200 τετράγωνες μεταλλικές πινακιδούλες πορτοκαλί χρωματισμού, καλύπτοντας μια απόσταση 6,2 περίπου χλμ έχοντας σαν στόχο η  διαδικασία αυτή να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Αυγούστου.

Συγχαρητήρια στον Ορειβατικό Σύλλογο Βροντούς και πολλά μπράβο για τις δράσεις Του να αναδείξει μονοπάτια που κάποτε χρησίμευαν σαν περάσματα κτηνοτροφίας.

Μία όμορφη προσπάθεια με τελικό στόχο να αναδειχτούν –μετά από ήπια παρέμβαση στο βουνό των θεών και με σεβασμό πάντα στην ομορφιά του τοπίου-, τα γεμάτα από μυθικές ή πραγματικές ιστορίες καθώς και από θρύλους περάσματα, που με την πάροδο των χρόνων καλύφτηκαν από την πλούσια βλάστηση της περιοχής.

Έφτασε η στιγμή που έπρεπε να καθίσουμε στα τραπεζοκαθίσματα στον προαύλιο χώρο των Γραφείων του Συλλόγου και να ακούσουμε με προσοχή τις συμβουλές – οδηγίες του Περικλή.

Τις συμβουλές από τα χείλη ενός έμπειρου ορειβάτη που θα βοηθούσε τους δύο συντονιστές, που είχαν οριστεί αρχηγοί της κυριακάτικης προγραμματισμένης δραστηριότητας (φωτ. 14).

Μετά την πιο πάνω ενημέρωση, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την χαλαρή πορεία-ποταμοδιάσχιση.

Αφού ετοιμαστήκαμε, συγκεντρωθήκαμε για μία αναμνηστική φωτογραφία και στη συνέχεια περιμέναμε το νεύμα των συντονιστών για την εκκίνηση (φωτ. 15).

Το: ‘‘Πάμε !!’’, από τα χείλη των αρχηγών δεν άργησε.

Ξεκινήσαμε.

Μπροστά ο Περικλής, το «κομάντο».

Κάπου στην μέση της ορειβατικής ομάδας η Αθηνά Πανίδου, η μία αρχηγός-συντονίστρια.

Ακολούθησα και εγώ, αφού πρώτα διέγραψα από το μυαλό μου όλα εκείνα τα «άχρηστα» της άχαρης καθημερινότητας που μού βάρυναν το μυαλό και «δημιούργησα» ελεύθερο πλέον χώρο για να «δεχτεί» τις εικόνες που θα αντίκριζα στη διαδρομή και τις στιγμές που θα βίωνα στη διάρκεια της όλης πορείας.

Τελευταίος, «σκούπα» αποκαλούμε στην ορειβασία, ο δεύτερος αρχηγός-συντονιστής.

Ο Πάρης Μανουήλ, που ήταν φορτωμένος και με το σακίδιο-φαρμακείο.

Άρτια οργάνωση.

Αρχικά περπατήσαμε ασφάλτινο δρόμο.

Η διαδρομή αυτή ήταν σύντομη.

Στη διασταύρωση δρόμων ακολουθήσαμε αρχικά τον τσιμεντοστρωμένο στα δεξιά μας και αμέσως μετά τον δασικό στα αριστερά μας.

Στα σημεία υπάρχουν πινακίδες και βέλη (φωτ. 16 και 17).

Συνεχίζαμε την πορεία μας πατώντας χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στο ‘‘Ρέμα Παπά’’ ή ‘‘Ρέμα Αγ. Τριάδος’’.

Κάποια στιγμή φάνηκε το εκκλησάκι της ‘‘Αγ. Τριάδος’’, που είναι κτισμένο πάνω σε βράχο μιας απότομης πλαγιάς της απέναντι πλευράς της ρεματιάς.

Βλέπαμε δηλαδή, πέρα εκεί στα δεξιά μας, ένα γραφικό εξωκλήσι Βυζαντινής εποχής να ορθώνεται στα 500 μέτρα υψόμετρο (φωτ. 18).

Με την εικόνα αυτή προχωρήσαμε μέχρι το σημείο που έπρεπε να εγκαταλείψουμε το χωμάτινο δρόμο και να μπούμε πλέον σε μονοπάτι που το συναντήσαμε στα αριστερά μας.

Το μονοπάτι αυτό οδηγούσε σε 6 τοπωνύμια. Θέσεις δηλαδή ή σημεία από την αριστερή πλευρά του μακρύτερου ρέματος στην περιοχή.

Στο σημείο εκείνο που ο χωματόδρομος συναντιέται με το μονοπάτι υπάρχουν κατατοπιστικές, για τον επισκέπτη – τον περιπατητή – τον ορειβάτη, μεταλλικές πινακίδες κίτρινου χρωματισμού καθώς και πινακιδούλες με βέλη.

Οδηγούσε στις θέσεις: «‘‘Μεσονήσι’’ 4 ω.», «‘‘Κρυονέρια’’ 2,5 ω.», «‘‘Παπά Αλώνι’’ 2,5 ω.»,  «‘‘Παλαβος’’ 2 ω.», «‘‘Τέσσερα Πριόνια’’ 1,5 ω.» και «‘‘Σπηλιές’’ 45 λ.».

Το ακολουθήσαμε (φωτ. 19).

Πηγαίναμε ο ένας πλέον πίσω από τον άλλον.

Από μακριά φαινόμασταν σαν μετακινούμενες πολύχρωμες κουκίδες στο όλο πράσινο γύρω τοπίο.

Η πορεία μας γινόταν σε ένα μονοπάτι ανηφορικό, οφιοειδούς σχηματισμού, με εναλλασσόμενη γεωμορφολογία και με την βλαστική κάλυψη να διαφέρει βήμα με βήμα.

Ήταν ευδιάκριτο, καθαρό και με πολύ καλή σήμανση. Μπράβο στους εθελοντές συντηρητές του.

Ανηφορίζαμε.

Μπροστά ο «κομάντο» και λίγο πιο πίσω του οι…«συνοδοιπόροι κοπελιές» μας, η ‘‘Χαρούμενη Διάθεση’’ – η ‘‘Εξερεύνηση’’ – η ‘‘Δράση’’ και η ‘‘Εμπειρία ζωής ’’.

Ακολουθούσαμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι (φωτ. από 20 έως και 24).

Ανεβαίνοντας, συναντήσαμε το πρώτο μονοπάτι που κατηφόριζε στα δεξιά μας.

Στην πινακίδα, στο σημείο εκείνο, έγραφε: «Α΄ Κάθοδος ‘‘Δέση’’ (ρέμα) 100 μ

Το προσπεράσαμε.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στα 480 μέτρα υψόμετρο και στο τοπωνύμιο: ‘‘Ίταμος’’.

Χρειαστήκαμε 45 λεπτά χαλαρής ανηφορικής πορείας για να φτάσουμε από τη θέση ‘‘Αγ. Απόστολοι’’ στο σημείο με το δεύτερο μονοπάτι που κατηφόριζε στα δεξιά μας.

«Β΄ Κάθοδος ‘‘Ίταμος’’ (ρέμα) 50 μ.» έγραφε στην πινακίδα της διασταύρωσης.

Το ακολουθήσαμε και δεν αργήσαμε να φτάσουμε στην κοίτη του ρέματος.

Βρεθήκαμε δηλαδή κοντά στα νερά που ρέουν πολύ χαμηλά από τον ‘‘Θρόνο του Δία’’ και κάτω από τα…πόδια των θεών.

Βρεθήκαμε δηλαδή εκεί που «ζούσαν» οι…νύμφες των δασών και οι…νεράιδες των νερών.

Ολιγόλεπτη στάση για οδηγίες-συμβουλές από τον Περικλή (φωτ. 25).

Κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να βάλουν τα κατάλληλα παπούτσια πορείας μέσα στο νερό.

Μετά τις συμβουλές ξεκινήσαμε την προγραμματισμένη ποταμοδιάσχιση.

Προορισμός μας ο ‘‘Βράχος που στάζει’’ και η πορεία μας αντίθετη με τη ροή των νερών.

Περνούσαμε μέσα από τα κρύα νερά, πατούσαμε πάνω σε βυθισμένους βράχους διάφορων σχηματισμών και διαστάσεων ή περνούσαμε από δίπλα τούς.

Όσοι δεν θέλανε να βρέξουν τα πόδια τους περπατούσαν στα άνυδρα σημεία της κοίτης ή κάνανε αλματάκια, σαν τα αγριοκάτσικα του βουνού, από βράχο σε βράχο (φωτ. από 26 έως και 31).

Προχωρώντας αισθανόμασταν…εξερευνητές που θέλανε να ανακαλύψουν το «μυστικό» που κρύβεται στο βουνό των θεών και να νιώσουν λίγη από τη μαγεία του μυστικού αυτού.

Στη διαδρομή μας το ρέμα μάς «μιλούσε».

«Μιλούσε» με την μαγευτική γεωμορφολογία του, με το γύρω απερίγραπτης ομορφιάς τοπίο του, με τα λογής-λογής δάση που καλύπτουν και τις δύο πλευρές του, με τις μυτερές απολήξεις των κορυφών,  με το τρεχούμενο νερό του.

«Μιλούσε» για μύθους, για μυθικά πρόσωπα και για πραγματικούς ήρωες που έδρασαν στον ορεινό αυτόν όγκο.

«Μιλούσε» και για ανθρώπους του βουνού που ξαπόστασαν στη δροσιά του και ξεδίψασαν από τα νερά του.

Στη διαδρομή μας αντικρίζαμε εικόνες απερίγραπτες και αισθανόμασταν δεκάδες συναισθήματα.

Φτάσαμε στον υγρό βράχο που όλο έσταζε.

Βρεθήκαμε στη θέση με τον ‘‘Βράχο πάντα στάζει’’ (φωτ. 32 και 33).

Ήταν το σημείο τερματισμού της ποταμοδιάσχισης.

Εδώ, το πρόγραμμα προέβλεπε ένα 40λεπτο ξεκούρασης.

Τον διαθέσιμο αυτόν χρόνο είχαμε την ευκαιρία να τον διαχειριστούμε όπως θέλαμε.

Ήμασταν ελεύθεροι να ικανοποιήσουμε τα «θέλω» μας και να πραγματοποιήσουμε τον σκοπό που μάς έφερε μέχρι εδώ.

Έτσι, κάποιοι προχωρήσαμε ακόμη πιο μέσα.

Συνεχίσαμε δηλαδή μέχρι τον μικρό καταρράκτη και την σχηματισθείσα βάθρα που δημιουργήθηκε από την ορμή των νερών  που πέφτουν από ψηλά εδώ και χιλιετίες.

Θέλαμε, οι λίγο πιο τολμηροί, να βουτήξουμε στα αφρισμένα νερά της βάθρας ή να κολυμπήσουμε στα παγωμένα νερά του καταρράκτη.

Το τολμήσαμε.

Το σοκ από την αρχική επαφή του ιδρωμένου κορμιού μας με το παγωμένο νερό ήταν δυνατό.

Στη συνέχεια το συνηθίζαμε και το αισθανόμασταν πλέον ανακουφιστικά ευχάριστο (φωτ. από 34 έως και 37).

Κάποιοι άλλοι απλά βρέχανε τα πόδια τους και κάνανε χάζι.

Μετά το μπάνιο μας συγκεντρωθήκαμε όλοι μαζί και καθίσαμε, σαν μια μεγάλη οικογένεια, να κολατσίσουμε και να πιούμε το καφεδάκι που μάς πρόσφεραν τα μέλη του Συλλόγου (φωτ. 38).

Το «κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι» δεν κράτησε για πολύ.

Με το νεύμα των αρχηγών-συντονιστών αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη συνέχεια.

Από κάποιους έγινε μία πρόταση, να επισκεφτούμε και τις σπηλιές που βρίσκονται λίγο πιο πάνω από τη διασταύρωση των μονοπατιών που είχαμε συναντήσει στη θέση ‘‘Ίταμος’’.

Το σύνολο στο άκουσμά της την δέχτηκε και οι συντονιστές-αρχηγοί συμφώνησαν.

Με τη απόφαση αυτή, της προσθήκης μίας ακόμη δραστηριότητας, αρχίσαμε να συμμαζεύουμε τα πράγματά μας.

Καθαρίσαμε και τον γύρω χώρο, ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και αφού βγάλαμε την απαραίτητη αναμνηστική φωτογραφία, ξεκινήσαμε.

Η διαδρομή μάς ήταν γνώριμη, την κάναμε ανηφορίζοντας.

Οι εικόνες που αντικρίζαμε γνωστές, αλλά με διαφορετική αυτή τη φορά γωνία φωτισμού (φωτ. 39 και 40).

Κάποια στιγμή αρχίσαμε να ανηφορίζουμε την πλαγιά.

Βήμα με βήμα απομακρυνόμασταν από την κοίτη του ρέματος.

Φτάνοντας στα 480 μέτρα υψόμετρο, στο σημείο με την πινακίδα: «Θέση ‘‘Ίταμος’’» της διασταύρωσης μονοπατιών, συνεχίσαμε δεξιά (φωτ. 41).

Η πορεία μας ανηφορική και σύντομη.

Κάποια στιγμή, φτάσαμε στα 600 μέτρα υψόμετρο.

Η Φύση γενναιόδωρη.

Μάς αντάμειψε, για το σωστό της απόφασης να επισκεφτούμε το σημείο με τις βαθιές εσοχές στους βράχους, προσφέροντάς μας κατακόκκινα κράνα (φωτ. 42).

Χρειαστήκαμε 15 μόλις λεπτά ανηφορικής πορείας για να βρεθούμε από τη θέση ‘‘Ίταμος’’ στις ‘‘Σπηλιές’’.

Κοντά στις, όλο θαυμασμό, δημιουργίες της Φύσης συγκεντρωθήκαμε για να ακούσουμε τον Περικλή, που μάς μίλησε για την περιοχή και για το τοπωνύμιο της θέσης που βρεθήκαμε.

Εγώ, εκμεταλλεύτηκα τον χρόνο παραμονής μας στο σημείο και αποφάσισα να ικανοποιήσω το «εξερευνητικό» μου ενδιαφέρον.

Βρήκα την ευκαιρία να επισκεφτώ τις σπηλιές και να δω από κοντά τις δημιουργίες χιλιετιών της Φύσης.

Με ακολούθησαν ο Ηλίας και η μικρούλα της ομάδας με τη μαμά της.

Αυτά που είδαμε μάς αποζημίωσαν. Οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες μάς άφησαν…άφωνους στο αντίκρισμά τους.

Καλά κάναμε που εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία και μπήκαμε στη βαθύτερη σπηλιά.

Μετά την ολιγόλεπτη ξενάγηση από τον Περικλή και με το νεύμα των αρχηγών-συντονιστών μαζευτήκαμε για την αναμνηστική φωτογραφία (φωτ. από 43 έως και 48).

Στη συνέχει πήραμε το κατηφορικό μονοπάτι της επιστροφής.

Στη διαδρομή μας όλα μάς ήταν γνώριμα…εικόνες, περιοχές, σημεία, θέσεις.

Με την ικανοποίηση της εμπειρίας και με τις χαρούμενες μεταξύ μας συζητήσεις δεν καταλάβαμε για πότε φτάσαμε από τις ‘‘Σπηλιές’’ στη θέση ‘‘Αγ. Απόστολοι’’ και τα Γραφεία του Συλλόγου.

Πριν ετοιμαστούμε για την οδική επιστροφή μας, δεν χάσαμε την ευκαιρία να δροσίσουμε τα πόδια μας στα τρεχούμενα νερά της τσιμεντένιας πισινούλας που υπάρχει λίγο πιο πέρα από τον χώρο αναψυχής (φωτ. 49).

Μετά την ευχάριστη αυτή ανακούφιση, καθαρίσαμε τον χώρο, συμμαζέψαμε τα πράγματά μας και τα φορτώσαμε στα αυτοκίνητά μας.

Πριν αναχωρήσουμε για τη συνέχεια, κατευθυνθήκαμε προς τα Γραφεία.

Εκεί, ευχαριστήσαμε τα μέλη του Συλλόγου για τη φιλοξενία τους και τα συγχαρήκαμε για την άρτια διοργάνωση της ποταμοδιάσχισης της μέρας και για τις εθελοντικές δράσεις τους για την ανάδειξη μονοπατιών στη βορειοδυτική πλευρά του βουνού των θεών.

Τους δώσαμε την υπόσχεση για μελλοντική συμμετοχή μας μετά τον Σεπτέμβριο, που θα ξαναξεκινήσουν οι ορειβατικές τους εξορμήσεις – δραστηριότητες.

Επιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητά μας και ξεκινήσαμε οδικώς για ακόμη πιο πάνω, στα 500 μέτρα υψόμετρο.

Η διαδρομή μας στη δεξιά, όπως ανεβαίναμε, πλευρά του ρέματος ήταν σύντομη.

Φτάσαμε στο Βυζαντινό εξωκλήσι της ‘‘Αγ. Τριάδος’’ του 14ου αιώνα.

Από το γραφικό αυτό ξωκλήσι, που συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών, εντυπωσιαστήκαμε από την εξαιρετική θέα που αντικρίσαμε ταξιδεύοντας τη ματιά μας προς το ρέμα και κατευθύνοντας το βλέμμα μας προς τις απότομες βουνοκορφές του Ολύμπου.

Επισκεφτήκαμε το εσωτερικό του καθώς και την εσοχή στον απότομο βράχο, που υπάρχει λίγο χαμηλότερα του ναού και χρησίμευε σαν ‘‘Ασκηταριό Μοναχών’’ (φωτ. από 50 έως και 57).

Δεν καθυστερήσαμε πολύ.

Τα 20 λεπτά της ώρας ήταν αρκετά να προσκυνήσουμε και να «εξερευνήσουμε».

Κατευθυνθήκαμε προς το parking που υπάρχει πριν την πύλη εισόδου στον προαύλιο χώρο της εκκλησούλας.

Από τη θέση εκείνη ξεκινούν μονοπάτια, για όσους επιλέξουν το σημείο για ορειβατική δραστηριότητα τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω, όπως: ‘‘Κρεβάτια’’ (καταφύγιο) 2 ω., ‘‘Μπαρμπαλάς’’ 5 ω., ‘‘Παλιομονάστηρο’’ 6,5 ω., κορυφή ‘‘Μύτικας’’ 10 ω. και ‘‘Αγ. Απόστολοι’’ 15 λεπτά (φωτ. 58).

Επιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητά μας και συνεχίσαμε την οδική πορεία μας.

Προορισμός μας αυτή τη φορά το Δίον Ολύμπου.

Εκεί, σε μαγαζί εστίασης στον πεζόδρομο και δίπλα στο Μουσείο καθίσαμε για κρασοτσιπουρομεζεκλικοκατάσταση.

Όλα ήταν νοστιμότατα και η εξυπηρέτηση άψογη.

Η μέρες του καλοκαιριού έχουν μεγάλη διάρκεια φωτός. Έτσι, είχαμε αρκετές ώρες ακόμη στη διάθεσή μας για τη συνέχεια.

Αφού πέρασε το 2ωρο του επιβαλλόμενου χρόνου μετά το γεύμα, ξαναεπιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητά μας και ξεκινήσαμε για τις παραλίες της ‘‘Πλάκας Λιτοχώρου’’.

Εκεί, αφεθήκαμε στην αγκαλιά της θάλασσας και στη συνέχεια στο χάδι των αχτίνων του ήλιου, που εκείνη την ώρα δεν είχαν την ενοχλητική κάψα του μεσημεριού.

Έτσι, μετά την αίσθηση, στο κορμί μας, του παγωμένου νερού του καταρράκτη της ρεματιάς, «ντυθήκαμε» με το άλας του απέραντου γαλάζιου, που ήταν ήρεμο και χωρίς την παρουσία μεδουσών.

Η ώρα περνούσε, ο ήλιος άρχισε να κρύβεται πίσω από τον γιγάντιο ορεινό όγκο του Ολύμπου και το σκουρόχρωμο γκριζωπό της ατμόσφαιρας να σκεπάζει το γύρω τοπίο.

Αποφασίσαμε να πάρουμε τον οδικό δρόμο της επιστροφής μας στη Βέροια.

Στο σημείο αυτό έφτασε στο τέλος της η γεμάτη από ποικίλες δραστηριότητες μέρα μας.

Μέρα που τα είχε όλα: γνωριμία με τα φιλόξενα μέλη και τους φίλους του Ορειβατικού Συλλόγου Βροντούς,  επίσκεψη στο εξωκλήσι της ‘‘Αγ. Κόρης’’, ποταμοδιάσχιση του ‘‘Ρέματος Πάπά’’, μπάνιο στα παγωμένα ορμητικά νερά του καταρράκτη στο τοπωνύμιο: ‘‘Βράχος που στάζει’’, ανάβαση μέχρι τις ‘‘Σπηλιές’’, μπάνιο στην πισινούλα κοντά στα Γραφεία του Συλλόγου στη θέση ‘‘Αγ. Απόστολοι’’, επίσκεψη στο Βυζαντινό εξωκλήσι ‘‘Αγ. Τριάδα’’, κρασοτσιπουρομεζεκλικοκατάσταση στο Δίον Ολύμπου και τέλος, μπάνιο στη θάλασσα στο τοπωνύμιο ‘‘Πλάκα Λιτοχώρου’’.

Με αμέτρητες εικόνες που αντικρίσαμε και εκείνες των στιγμών που βιώσαμε να «φωλιάζουν» στο μυαλό μας, επιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητά μας και πήραμε το δρόμο της επιστροφής μας στη Βέροια.

«Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι ψάχνουν για το νόημα της ζωής περισσότερο από όσο ψάχνουν για την εμπειρία της ζωής.» (Joseph Campbell, Αμερικανός καθηγητής)