"Αλήτες! Αλήτες… Τη φάγανε με το εμβόλιο" / γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

......................

Ειρήνη Δασκιωτάκη

Είχε μία κουραστική μέρα στη δουλειά, στη συνέχεια εκνευρίστηκε και με τον σεισμό κι αφού μίλησε στα τηλέφωνα με φίλους, έπεσε να κοιμηθεί.

Στις 3:20 νομίζει πως βλέπει εφιάλτη… Όμως όχι!
Ξεκάθαρα ακούει φωνές από τον πάνω όροφο.
« Ελένη! Τι έγινε Ελένη;  Τι έγινε; Πέθανε η μαμά; Αυτό το εμβόλιο, αλήτες… Αυτό το εμβόλιο φταίει!»

Άκουγε: « Θεία μου, θεία μου… αυτό το εμβόλιο φταίει… αλήτες!»

Η φωνή ήταν γνώριμη ..Η νοσηλεύτρια, η γειτόνισσα και όχι ανιψιά της κ. Ελένης.

Ήταν από τον πάνω όροφο… Απλοί και καλοί άνθρωποι.

Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει… Σκέφτηκε ότι ίσως η κ. Ελένη θα έπεσε, καθώς πήγαινε στην τουαλέτα, επειδή γνώριζε ότι ήταν άρρωστη από καιρό, είχε ζάχαρο και διάφορα άλλα και μπορεί να ζαλίστηκε.

 

Λίγο μετά ακούει ξανά τη διαπεραστική φωνή:
Κυρία Ελένη,  κυρία Ελένη!
« Αχ  κυρία Ελένη σε σκότωσαν… Σε σκότωσαν αυτοί οι ηλίθιοι , αυτοί οι απαίσιοι που σου κάναν το εμβόλιο…»

Σαν τρελή!

Ανέβηκε έντρομη  επάνω να δει τι συμβαίνει..

 

«Τι συμβαίνει, Όλγα;» ρώτησε.
« Η μαμά πέθανε!»

«Είσαι σίγουρη;» της λέει

«Δεν μπορώ να πάω… δεν αντέχω!»

 

Μπήκε στο δωμάτιο που ήταν η άρρωστη… Στα πόδια της έκλαιγε ο άντρας της .

 

Η  νοσηλεύτρια  επαναλάμβανε διαρκώς και με έμφαση ότι τη σκότωσε το εμβόλιο.

«Πότε έγινε το εμβόλιο;»
Ο άντρας της κ. Ελένης της είπε ότι πριν ένα μήνα έκανε τη δεύτερη δόση.

Παρατήρησε ότι η γυναίκα κουνούσε το χέρι της.

Ακολούθησαν, εν μέσω ύβρεων κατά παντός που τολμά και κάνει το εμβόλιο για τον κόβιντ, μαλάξεις της νοσηλεύτριας στην ασθενή.

Πάει να πλησιάσει… και την εκτοπίζει βίαια!
Μα… ζει η γυναίκα!

 

«Θεία μου, θεία μου», ούρλιαζε η νοσηλεύτρια.

«Η μαμά σου Όλγα …η μαμά σου, κουνάει το χέρι της!  Ζει ακόμη!»
Η νοσοκόμα ενοχλήθηκε πολύ από την παρουσία της εκεί.
Στρέφεται προς αυτήν και της λέει επιτακτικά:
«Σήκω και φύγε τώρα! Το εμβόλιο φταίει… κατάλαβες!»
«Αφού ζει ακόμη, της είπε …Καλέστε ένα ασθενοφόρο.»

Η νοσηλεύτρια παίρνει το 166…

Συνεχίζει να είναι επιθετική μαζί της… Την έσπρωξε λέγοντας:
«Σήκω και φύγε, τώρα!»
«Θα καλέσω την αστυνομία, της είπε . Δεν είναι τρόπος αυτός!»

Συμμαζεύτηκε και οι τόνοι χαμήλωσαν…

Ενοχλημένη και κουρασμένη με τη συνείδησή της να την ελέγχει διαρκώς, κατέβηκε στο διαμέρισμά της.
Ας ηρεμήσουμε λίγο , μονολόγησε.
Πώς θα πάω δουλειά αύριο;

Το ασθενοφόρο που έκανε 20 με 25 λεπτά να έρθει, μόλις έφτασε.
Ακούστηκαν οι ΕΚΑΒίτες
Κοίταξε την ώρα…3.50.

«Πέθανε!  Πέθανε! Πέθανε», φώναζε  η νοσηλεύτρια.

Θα σωθεί, μωρέ τώρα, μονολόγησε.

Την πήραν τη γυναίκα… ευτυχώς!

Τώρα πολλά μπορούν να γίνουν. Με κανέναν απινιδωτή μπορεί να πάνε όλα καλά.

Πάλι ταράζεται…
Ακούει βήματα στη σκάλα. Αναγνωρίζει τη φωνή του γιου της κυρίας Ελένης. Ανοίγει την πόρτα.
Είναι με τη γυναίκα του, μια Ρωσίδα αξιοπρεπή.

 

«Τι έγινε;» τη ρώτησε

Είμαι πολύ αναστατωμένη του είπε, προσπαθώ να ηρεμήσω.
Αναφέρθηκε σύντομα στα συμβάντα και ο γιος της κυρίας Ελένης είπε πως στις 2:45 είχε μιλήσει με τη μητέρα του στο τηλέφωνο ,της είπε να την πάει στο νοσοκομείο και αυτή αρνιόταν.

Δύο μέρες τώρα ήτανε πολύ χάλια, αλλά αρνιόταν επίμονα να πάει στο νοσοκομείο.

Κάποια στιγμή της πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί αυτή η νοσοκόμα να επηρέαζε την κ. Ελένη, γιατί όταν ήταν επάνω και είχε ρωτήσει τον άντρα της, γιατί δεν την πήγανε στο νοσοκομείο, αυτός απάντησε πολύ απλά, ότι δεν ήθελε…

 

Στις 4:30 ξανά ακούει φωνές και φασαρία.
Αντιλαμβάνεται ότι ψάχνουνε ρούχα. Σκέφτεται ότι ψάχνουν πιτζάμες και ρούχα για το νοσοκομείο, χωρίς να γνωρίζει ότι το ασθενοφόρο έφυγε άπραγο!

 

Δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό της όλη τη  σκηνή…
Στις 3:30 ήταν ζωντανή…

Προσπαθεί να ηρεμήσει.
Ακούγεται ξανά ήχος αυτοκινήτου.
«Πέθανε, πέθανε… τη φάγανε!»

Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω.

Είδε το αυτοκίνητο από το Γραφείο Τελετών και τον ιδιοκτήτη του, γνωστός, ίσως και φίλος της νοσηλεύτριας.

Δεν άντεξε και φώναξε.
Όλγα, τη μαμά σου δεν την πήρε το ασθενοφόρο;
Μπορεί να είχε σωθεί…

Σε λίγο…

Πού την πάτε χωρίς πιστοποιητικό θανάτου;

Θα μας δώσει το πρωί ο γιατρός της, απάντησε ο ιδιοκτήτης του Γραφείου Τελετών.

 

Ακόμη κι αν είχε πεθάνει ,αφού με όλα αυτά συνέβη το μοιραίο, δε θα έπρεπε να την πάρει το ασθενοφόρο όταν το κάλεσαν;
Τα νοσοκομεία είναι γεμάτα, σκέφτηκε…

Δεν μπορεί να κοιμηθεί

Νιώθει τύψεις

Δεν επέμενε  πολύ…
Φοβήθηκε!

 

7 πάρα τέταρτο, ανέβηκε.
Θεός σχωρέστην!  Ήπιε έναν καφέ σκέτο.

Ακόμη ηχούν στα αυτιά της οι κραυγές της νοσηλεύτριας που ενώ ήταν ακόμη ζωντανή η γυναίκα, ούρλιαζε:

«Αλήτες ,αλήτες! τη φάγανε με το εμβόλιο…»

Τι είναι αλήθεια, τι ψέμα... Χάθηκε η εμπιστοσύνη… Αυτά που ακούει να γίνονται με τον κόβιντ, τα θεωρούσε υπερβολικά και αναληθή…
Έλα όμως που η ζωή ξεπερνά και την πιο τρελή φαντασία!

καλή εβδομάδα με υγεία

Ει.Δα.

Συντάκτης

Ειδήσεις με Διάρκεια