«Άμαν, άμαν, ντόκτουρ, αμάν!» γράφει η... γκουστιρίτσα

...................................

«Άμαν, άμαν, ντόκτουρ, αμάν!»

Μι ίρθιν ιδουπίισ'
να φκιάσου του ιμβόλιου
κι ιγώ αμέσους σίρθκα
χωρίς να βρω ιμπόδιου.

Λούσκα, παρφουμαρίσκα
νουρίς απ’ τς χαραϊές
ίπα να γίνου όμουρφ'
μιν ίμι να μι κλιές.

Ίλεγα σ’ όλ τ' διαδρουμί
πως ίρθιν ι σιρά μ'
να λίξ' κι του λογκντάου
να κνω κι ιγώ τν ουρά μ'.

Τσ Φρεζιντέρν ιγώ έχου
να φκιάσου τν πρότ' δόσ'
πάλι καλά που ίρθιν
ου κόσμους να χαλαρώσ'.

Ανίσιχ' ιπιρίμινα
σν έθουσα αναμουνίς
κουντουλουγίς μι ζγόν'
ντόκτουρ ντιλικανίς.

Ισάν ιγλιέπου του γιατρό
νά 'ρχιτι μι τν ινιέσα
άχου! Κο, αντραλίσκα
ρίξτι μι μια κουμπρέσα.

Κορ, τι γιατρός ίνι αφνός;
Τι όμουρφου παλικάρ';
Λιέου να κάνου τν άρρουστ'
μα, να μι μι πάρ χαμπάρ'.

Πέφτου κι ιγώ τ’ ανάσκιλα
πος δίθιν έχου κρισ'
μια όρα τουν ανιέμινα
να έρθ να μι μιλίσ'.

Φκιάνου πος δίθιν δεν μπουρώ
τάχα στου χάρου φτάνου
Τρέξι του λιέου, ντόκτορ μου,
μι φέντι θα πιθάνου.

"Τι έχιτι κιρία μου;
Σας πόντσι η κιλιά;"
"-Αχ, λιπτένου κι τ' φουνί μ',
δε νιώθου ντιπ καλά.

Δεν ξέβρου τι μι έπιασιν
αρόστισα τιλίους
ντόκτουρ, μι ίρθιν ντουβρουτζάς
ζαλίσκα ιφνιδίους."

Ιπα να κάνου τ’ μουρφουμέν'
πως έχου κι πτιχία
κι πως ανίκου παντιλός
στιν αριστουκρατία.

Αλάζου κι του λιξικό μ'
για να φανώ σπουδέα
"Αμ σορ λιέου, ντόκτουρ μου,
ίμι πουλί μιρέα."

Δεν ξέρου τι, δεν ξέρου πώς
ιφνιδίους ιδιπλόθκα
λισμόνστσα τι γίριβα να πω
γι αφτό κι μπουρδουκλόθκα.

"Ααχ! Ουρθίους ιξιτάστι με
τσακόστι μι του χέρ'
δεν δίναμι να κινιθώ
πρίσκι του κουλουμέρ."

Ξιρουβιχάι απότουμα
κι λιέγι δινατά
"-Ξαπλόστι δο, κιρία μου,
μιν έχτι ακρουαστικά."

Αυτό ίταν!Τιλίουσι!
Μι πλάκουσι του νταβάν
κι αμέσους ετουρλόθκα
κι άλλ' ένεσ να μι κάν'.

Βγάζ’ τα ακρουαστικά
μι λιεγ να πάρου ανάσα
κι ιγώ τν ψόφια έκαμα
να μι μι πιάσ' στα πράσα.

"Άχουου! του λιέγου, δεν μπουρώ
νιώθου ανιπαρκίς.
Ιφθίς να μου ιδώσιτι
κίνου του φλι τς ζουίς."

Κι αχ κι βαχ κι αχ κι βαχ
Έκαμα πως πονούσα
Κλούσα τάχα τα μάτια μου
μα γω κριφουκιτούσα

Δεν ιμπορώ δεν δύναμι
ντόκτουρ, νουμίζου θνίσκου
χάνου κι ιγώ του βίμα μου
κι του ντουβάρι βρίσκου.

Τσακώστι μι, τσακώστι μι,
ταχ' έχασα τα βίματα
γιατρέ μ, να μ’ αναλίψιτι
κλίστι μι στα ιπίγουντα.

 

Κι τάκα τουκ, κι τάκα τουκ
ίχα ταχιπαλμία
στου ντόκτουρ όμους έδιχνα
πως ίμαν μια κιρία.

"Πονάτ ιδώ; Πουνάτ ικί;"
Του λιέγου, "Νο, νο, νο
Ιγό μούνγκι χριάζουμι
τς καρδιάς μ’ του γιατρικό".

Τούτους ου δόλιους ίτανι
ακρέους τιπικός
κι πάσκιζιν να μι γιατρέψ'
ουσάν καλός γιατρός.

Δεν κάτιχι ου καψιρός
που ι ιγία μ' δε μι μέλ'.
Ιμένανι μι βάρισαν
του έρουτους τα βέλ.

Κει που τουν ντόκτουρ έγλιπα
στα μάτια ανιξιρέτους
τνάζουμ' απ’ του κρεβάτι μ' 
γιρνώ κι πέφτου σιέκους.

Τιρώ ζιρβά, τιρώ δεξιά
γλιέπου ίμι στου σπίτι μ'
μια κολουτούμπα έφαγα
σακάτιψ' κι τ' μίτι μ'.

Κι πουθινά ντιλικανίς
τζάμπα ιδέις μπίκανι
κι του λιτσίτσνου* ου γιατρός
όνιρου μόνου ίτανι!

.........................

Μ’ αγάπ κι ικτίμισ πιρισί
στς ανθρώπι τς ιγίας,
που στέκουντι στν πρώτ' γραμμί
πιράνου καχιπουψίας

Ι γκουστιρίτσα

 

(λιτσίτσνου* : η απόλυτη ομορφιά)

Συντάκτης

Ειδήσεις με Διάρκεια