Βέροια Πολιτισμός

Κωνσταντίνα Ευθυμιάδου. Η βεροιώτισσα χορεύτρια και χορογράφος που διαπρέπει

Η Κωνσταντίνα Ευθυμιάδου είναι η βεροιώτισσα καλλιτέχνιδα, που έφυγε από την πόλη τελειώνοντας το σχολείο, με συνεχείς διακρίσεις στο χορό και με  μεγάλη εξέλιξη στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.

Η συνέντευξή της στο culturenow.gr, την οποία αναδημοσιεύουμε, δείχνει πέρα από την καλλιτεχνική της προσωπικότητα και τη γενικότερη πνευματική της συγκρότηση. Η πορεία της στην Τέχνη κάνει περήφανη την πόλη μας!

far

—————————————————-

«Μας αφορά η τέχνη που προσφέρει ανάσα, ελπίδα και μια διέξοδο φωτεινή»

Η Κωνσταντίνα Ευθυμιάδου μιλά για την ιδέα της απώλειας, τη διδασκαλία και την καλλιτεχνική πορεία της μέχρι σήμερα, με αφορμή το έργο “In Case of Loss” που παρουσιάζεται στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας.

Η ίδια, ως χορεύτρια, έχει στο ενεργητικό της συνεργασίες με σπουδαίες ομάδες χορού και χορογράφους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ από το 2012 αρχίζει να δημιουργεί δικές της χορογραφίες. «Δεν είναι αυτονόητο ότι ένας καλός χορευτής μπορεί και να χορογραφήσει. Ακολουθώ ένα κάλεσμα που τα τελευταία χρόνια με οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση και νιώθω ότι με εργατικότητα, επιμονή και ειλικρινή κατάθεση, αρχίζει να χτίζεται ένας κόσμος που με αντιπροσωπεύει», μάς λέει στην παρακάτω συνέντευξη.

Ανάμεσα σε άλλα, εξηγεί γιατί η διδασκαλία είναι ένας από τους λόγους που συνεχίζει να ασχολείται με το χορό και επιπλέον, επισημαίνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν νέοι Έλληνες χορευτές, χορογράφοι αλλά και ομάδες χορού ώστε να βρουν μία θέση στη διεθνή σκηνή.


– Πείτε μας αρχικά, πώς προέκυψε η ιδέα για το In Case of Loss, το οποίο συν-υπογράφετε (σύλληψη – σκηνοθεσία) με τον Παναγιώτη Μανουηλίδη, και τί υποδηλώνει ο τίτλος του;

Στο ξεκίνημα της συνεργασίας μας με τον Παναγιώτη είχα την τύχη να μου ζητήσει η Λίντα ένα καινούριο έργο για το Φεστιβάλ. Η συγκυρία ήταν για μας το λιγότερο ευτυχής μιας και ήδη φτιάχναμε κάτι στα χαρτιά. Ψάχναμε φράσεις καθημερινής χρηστικότητας που να μπορούν να εμπνεύσουν βαθύτερα ερωτήματα και σχέσεις με το χώρο αλλά και με αντικείμενα ώσπου ήρθε η ιδέα της απώλειας του πιο απλού πράγματος, μιας ατζέντας. Στην πρώτη σελίδα της γράφει In Case of Loss. Η συνέχεια ήταν κάτι σαν ντόμινο. Αναμετρήθηκε ο καθένας μας με τους συνειρμούς που του δημιούργησε αυτό το έναυσμα και έτσι άρχισε να χτίζεται το έργο. Χάνοντας το ημερολόγιό σου, τα τηλέφωνά σου, τις σημειώσεις σου, εξακολουθείς να είσαι ο ίδιος και τι σημαίνει να χάνεις τα πάντα;

– Στη σκηνή θα δούμε δύο ερμηνευτές: έναν μουσικό και μια χορεύτρια. Ποια ήταν η “πρώτη ύλη” αυτής της ιδιαίτερης χοροσύνθεσης, οι προβληματισμοί που την διαμόρφωσαν, καθώς και ο άξονας πάνω στον οποίο βασίζεται;

Η αρχική μας ιδέα και πρόκληση ήταν να βρούμε έναν τρόπο να αλλάξουμε τη σύμβαση του μουσικού που στέκεται σε μία άκρη της σκηνής και συνοδεύει την κίνηση που εκτυλίσσεται σε όλον τον υπόλοιπο χώρο. Θελήσαμε να μπούμε στο έργο ισότιμα, ως δύο ερμηνευτές με διαφορετικές ιδιότητες και να επιτρέψουμε σε αυτή τη συνθήκη να μας αποκαλύψει τον τρόπο, τους περιορισμούς και νέες δυνατότητες οργάνωσης του έργου. Να διαπραγματευτούμε από την αρχή το τί είμαστε έτοιμοι να κάνουμε και πώς να ξεπεράσουμε τις βεβαιότητές μας. Στην πορεία συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό δεν είναι τόσο απλό και για ένα διάστημα εγκαταλείψαμε αυτή την ιδέα, ώσπου τελικά το ίδιο το έργο μάς έφερε αντιμέτωπους με την αρχική μας επιλογή.

Μέσα από αυτή τη ζύμωση μας έγινε ξεκάθαρο ότι για να φτάσουμε να είμαστε δυο ερμηνευτές πάνω στη σκηνή χρειάζεται να αποταυτιστούμε από την ιδιότητα του μουσικού και της χορεύτριας και να εμπιστευτούμε τις ανάγκες της παράστασης που χτίζεται.

– Η παράσταση In Case of Loss παρουσιάζεται σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Τί σημαίνει για εσάς η πρώτη παρουσίαση του έργου σας στο πλαίσιο ενός τόσο σημαντικού θεσμού και επιπλέον, σε μία διοργάνωση που φέρει την “σφραγίδα” της νέας καλλιτεχνικής διευθύντριας Λίντας Καπετανέα;

Είναι μεγάλη χαρά και πρόκληση που κάνουμε την πρεμιέρα του In Case of Loss  αλλά και την πρώτη μας εμφάνιση ως ντουέτο, σε έναν τόσο σημαντικό θεσμό όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Μας τιμά ιδιαίτερα που η Λίντα Καπετανέα μας έχει επιλέξει ως μέρος του προγράμματος και επιπλέον μας στηρίζει ως συμπαραγωγή στην πρώτη μας δημιουργία. Πρόθεσή μας όμως είναι να φανούν οι αληθινές καλλιτεχνικές μας προθέσεις σε ένα βάθος χρόνου. Το συγκεκριμένο έργο είναι για μας μια αρχή.

– Αποφοιτήσατε από την ΚΣΟΤ το 2003 και έκτοτε έχετε συνεργαστεί με σημαντικούς χορογράφους και ομάδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ποια ήταν τα κομβικά σημεία τα οποία θα λέγατε ότι καθόρισαν την καλλιτεχνική πορεία και τις χορογραφικές αναζητήσεις σας μέχρι σήμερα;

Το πρώτο κομβικό σημείο ήταν η ίδια η φοίτηση στην ΚΣΟΤ. Μέσα στα τρία χρόνια φοίτησης αγάπησα το χορό και αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτόν. Έπειτα, ως χορεύτρια συνεργάστηκα με χορογράφους που ο καθένας δουλεύει με διαφορετικό τρόπο και άρχισα να παρατηρώ ότι με τραβούσε όλο και περισσότερο η συνολική διαδικασία της δημιουργίας του έργου. Έβρισκα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στις συνεργασίες που οι χορογράφοι μοιράζονταν με τους χορευτές όλη την πορεία της έρευνας του θέματος, της δημιουργίας της μουσικής, της επιλογή των υλικών και έδιναν χώρο και ελευθερία στους ερμηνευτές να προτείνουν ιδέες και δράσεις και να είναι ενεργά συνδημιουργοί στο πλάσιμο αυτού του κόσμου.

Επιπλέον, με το πέρασμα των χρόνων ένιωσα και σωματικά την ανάγκη να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο να πάει προς την κατεύθυνση που χρειάζεται. Δεν είναι απλό να ενσαρκώνεις κινητικά το όραμα κάποιου άλλου. Το σώμα από ένα σημείο και μετά κλωτσάει. Θέλει να αναπνεύσει και να πει αυτό που εκείνο έχει να πει. Αυτός ο συνδυασμός με ώθησε να ξεκινήσω να δημιουργώ δικά μου έργα. Η εμπειρία της συνεργασίας με όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι πολύτιμη με τρόπους που ακόμη ανακαλύπτω. Δεν θεωρώ ότι όλοι μπορούν να τα κάνουν όλα. Δεν είναι αυτονόητο ότι ένας καλός χορευτής μπορεί και να χορογραφήσει. Ακολουθώ ένα κάλεσμα που τα τελευταία χρόνια με οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση και νιώθω ότι με εργατικότητα, επιμονή και ειλικρινή κατάθεση, αρχίζει να χτίζεται ένας κόσμος που με αντιπροσωπεύει.

– Σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη μιας τέχνης, αποτελεί η εκπαίδευση. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο για τα μαθήματα χορού που παραδίδετε εντός αλλά και εκτός συνόρων;

Η διδασκαλία ξεκίνησε σε μικρή ηλικία, για βιοποριστικούς λόγους. Με την αποφοίτησή μου άρχισα να δουλεύω στο Κέντρο Χορού Ισιδώρα Ντάνκαν και μέσα από την επαφή με τα παιδιά κατάλαβα ότι ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω καλά. Άρχισα να διδάσκω πιο εντατικά στη μορφή που το κάνω μέχρι και σήμερα, από το 2012. Νιώθω μεγάλη ευθύνη με τη διδασκαλία και παράλληλα μια πολύ όμορφη συνθήκη ανταλλαγής, μοιράσματος, εμπιστοσύνης και αμφίδρομης εξέλιξης. Τα σεμινάρια έχουν στοιχεία από πράγματα που αγαπώ και με εμπνέουν, όπως οι παραδοσιακοί χοροί και μουσικές, το tai chi chuan, τα animation κλπ. Όποια κι αν είναι η δομή του μαθήματος, βασικός στόχος είναι να δώσω στους χορευτές ερεθίσματα που θα ξυπνήσουν τη φαντασία και θα τους φέρουν σε έναν εσωτερικό διάλογο με το σώμα τους, τη μουσικότητα, την ερμηνεία.

Το πιο βασικό εφόδιο του καλλιτέχνη είναι η φαντασία και έπειτα η εξέλιξη της τεχνικής του σε τέτοιο επίπεδο που να μπορεί να υλοποιήσει την ιδέα, με τρόπο που ο θεατής να νομίζει ότι μπορεί κι εκείνος να το κάνει. Αυτή η αμεσότητα και η απλότητα είναι η μαγεία της τέχνης. Η επαφή μου με χορευτές μέσα από τα μαθήματά μου είναι πηγή έμπνευσης, πάτημα για συνεχή αναβάθμιση και εμβάθυνση του υλικού μου, σχολείο ανθρώπινων σχέσεων και μια αίσθηση προσφοράς και μοιράσματος. Είναι ανεκτίμητης αξίας και είναι ένας από τους λόγους που συνεχίζω να ασχολούμαι με το χορό.

– Ο χορός – όπως και η τέχνη γενικότερα – στη χώρα μας, δυστυχώς, πάσχει από εσωστρέφεια. Βάσει της δικής σας εμπειρίας, πόσο δύσκολο είναι για τους νέους Έλληνες χορευτές και χορογράφους να έχουν παρουσία και να εδραιωθούν στη διεθνή σκηνή;

Αρκετοί Έλληνες χορευτές φεύγουν στο εξωτερικό, κάποιοι μένουν και εργάζονται εκεί και άλλοι επιστρέφουν αφού έχουν πάρει μια γεύση. Οι σπουδαιότεροι χορογράφοι της γενιάς μας, όπως ο Akram Khan, Sidi Larbi Cherkaoui, Wim Vandekeybus, Hofesh Shechter, William Forsythe ακόμη και η Pina Bausch, έχουν επιλέξει για έργα τους Έλληνες χορευτές. Δεν είναι εύκολη η πρόσβαση σε αυτές τις ομάδες καθώς η ζήτηση είναι πολύ συγκεκριμένη και η προσφορά πoλλαπλάσια.

Είναι αλήθεια ότι είμαστε αρκετά απομονωμένοι σε σχέση με τις σκηνές του εξωτερικού και για να μπορέσουν οι χορευτές να νιώσουν μέρος ενός μεγαλύτερου δικτύου, χρειάζεται να ταξιδέψουν προς τα έξω. Παρόλα αυτά, χορογράφοι και σημαντικοί δάσκαλοι αγαπούν να επιστρέφουν στην Ελλάδα και για το λόγο αυτό υπάρχουν ευκαιρίες για τους χορευτές που μένουν εδώ να έχουν άμεση πρόσβαση σε νέο υλικό και διαφορετικούς τρόπους σκέψης, δουλειάς, δημιουργικότητας.

Έχω την αίσθηση ότι για τους χορογράφους δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Βασικός λόγος είναι η έλλειψη οικονομικών πόρων. Ο χορογράφος συχνά για να δημιουργήσει ένα έργο χρειάζεται να ασχοληθεί ο ίδιος με τις μισθοδοσίες, τη δημιουργία του budget, την προώθηση του έργου, την οργάνωση των προβών, τον συντονισμό όλης της ομάδας, άλλοτε να τρέξει για σκηνικά και κοστούμια και παράλληλα, για να βιοποριστεί να κάνει και κάποια άλλη δουλειά. Πόση ενέργεια μπορεί να βγει από έναν άνθρωπο και για πόσο; Το να βρει μια ομάδα χορού ή ένας χορογράφος μια θέση στη Διεθνή σκηνή, απαιτεί μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική ταυτότητα, επιμονή, συνέπεια στη δημιουργία έργων και επιπλέον εξαρτάται από μία σειρά παραγόντων που συχνά δεν κατανοώ και έχουν να κάνουν με τα κριτήρια των ανθρώπων που ασχολούνται με την επιχειρηματική πλευρά της τέχνης.

– Τί επιφυλάσσει το εγγύς μέλλον για εσάς; Μετά την Καλαμάτα, το In Case of Loss των Kόkakepanu θα συνεχίσει το ταξίδι του;

Το In Case of Loss μετά την Καλαμάτα θα ταξιδέψει στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Θα επικεντρωθούμε στην προώθηση του έργου αμέσως μετά την πρεμιέρα μας. Η επόμενη παρουσίαση θα γίνει τον Αύγουστο στα πλαίσια της πολύ ιδιαίτερης διοργάνωσης του Μουσικού Χωριού στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου.

– Εργάζεστε πάνω σε κάποιο άλλο project αυτή την περίοδο;

Έχουμε ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζουμε το επόμενο project που θα ξεκινήσει να δημιουργείται στις αρχές του 2019 με τίτλο Evil Unicorns.

– Για το τέλος, πώς θα ορίζατε την τέχνη που σας αφορά και ταυτόχρονα σας συναρπάζει;

Μας αφορά η τέχνη που μας συγκινεί, καταφέρνει να μας αγγίξει και να μετακινήσει κάτι μέσα μας. Η τέχνη που προσφέρει ανάσα, ελπίδα και μια διέξοδο φωτεινή, που μας εμπνέει να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι.

culturenow.gr

banner-article

Ροη ειδήσεων