Το φαίνεσθαι, η γοητεία του κύρους και τα νέα διακριτικά της ανθρώπινης αξίας
Υπάρχει μια παράξενη στιγμή στις ανθρώπινες σχέσεις που δύσκολα παρατηρούμε, ακριβώς επειδή συμβαίνει σχεδόν αυτόματα. Ένας άγνωστος βρίσκεται ανάμεσά μας και περνά απαρατήρητος. Τον κοιτάζουμε όπως οποιονδήποτε άλλο. Κάποιος όμως μας πληροφορεί ότι είναι διακεκριμένος καθηγητής, ανώτατος δικαστικός, στρατηγός, διεθνώς βραβευμένος επιστήμονας ή άνθρωπος που κατέχει ένα εξαιρετικά υψηλό αξίωμα. Ξαφνικά κάτι αλλάζει. Τον παρατηρούμε περισσότερο, ακούμε προσεκτικότερα όσα λέει, ίσως αλλάζει ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο του απευθυνόμαστε. Κι όμως, στον ίδιο δεν άλλαξε τίποτε. Δεν έγινε σοφότερος τη στιγμή που μάθαμε τον τίτλο του, δεν απέκτησε μεγαλύτερη εμπειρία επειδή πληροφορηθήκαμε το αξίωμά του, δεν έγινε ικανότερος επειδή είδαμε τα παράσημά του. Εκείνο που άλλαξε ήταν το δικό μας βλέμμα. Αυτό το μικρό καθημερινό περιστατικό κρύβει ένα πολύ μεγαλύτερο φιλοσοφικό πρόβλημα: γιατί ο άνθρωπος εντυπωσιάζεται τόσο από τα εξωτερικά σημεία της κοινωνικά αναγνωρισμένης αξίας; Το ερώτημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο αν αποκλείσουμε εξαρχής την εύκολη απάντηση. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η περίπτωση του ανάξιου ανθρώπου που απέκτησε ένα αξίωμα που δεν του άξιζε. Ας υποθέσουμε ακριβώς το αντίθετο. Ότι ο στρατηγός αξίζει κάθε γαλόνι που φέρει, ότι ο επιστήμονας άξιζε το μεγάλο βραβείο που έλαβε, ότι ο καθηγητής κατέκτησε τη θέση του έπειτα από δεκαετίες πραγματικής επιστημονικής εργασίας, ότι ο δικαστής υπηρέτησε με ακεραιότητα και ότι ο άνθρωπος που τιμήθηκε δημόσια πραγματοποίησε πράγματι κάτι εξαιρετικό. Και πάλι το ερώτημα παραμένει: γιατί πρέπει να μας εντυπωσιάζει το γαλόνι; Άλλο πράγμα είναι η αναγνώριση και άλλο ο εντυπωσιασμός. Άλλο να λέω «αναγνωρίζω το επίτευγμά σου» και άλλο να αισθάνομαι ότι η κοινωνική σου θέση σε περιβάλλει με μια ιδιαίτερη αύρα. Η πρώτη στάση είναι κρίση. Η δεύτερη αγγίζει το δέος. Μπορώ να αναγνωρίσω ότι ένας άνθρωπος αφιέρωσε σαράντα χρόνια στην επιστήμη χωρίς να αισθανθώ μικρότερος μπροστά του. Μπορώ να θαυμάσω τη γενναιότητα ενός αξιωματικού χωρίς να με μαγνητίζουν τα διακριτικά της στολής του. Μπορώ να εκτιμήσω έναν μεγάλο καλλιτέχνη χωρίς να θεωρώ ότι η βράβευσή του τον μετατρέπει σε διαφορετικό είδος ανθρώπου. Κι όμως, οι κοινωνίες δεν αρκούνται σχεδόν ποτέ στην πραγματική αξία. Την περιβάλλουν με σύμβολα. Στέμματα, σκήπτρα, πορφύρες, στολές, παράσημα, γαλόνια, τήβεννοι, τίτλοι, βραβεία, επίσημες προσφωνήσεις, πρωτόκολλα, θέσεις στα τραπέζια, θέσεις στις εξέδρες. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η κοινωνική ιεραρχία αναζητά τρόπους να γίνει ορατή. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: δεν μας αρκεί να υπάρχει η αξία· θέλουμε να μπορούμε να τη βλέπουμε.
Η αξία που χρειάζεται να φαίνεται
Η πραγματική αξία παρουσιάζει ένα σημαντικό πρόβλημα: συχνά είναι αόρατη. Η γνώση δεν φαίνεται στο πρόσωπο. Η ακεραιότητα δεν φοριέται στο πέτο. Η καλοσύνη δεν συνοδεύεται από παράσημο. Η σοφία δεν διαθέτει στολή. Η αξιοπρέπεια δεν αναγράφεται σε επαγγελματική κάρτα. Η γενναιότητα μπορεί να παραμείνει άγνωστη σε όλους εκτός από εκείνον που χρειάστηκε κάποτε να τη δείξει. Για να αντιληφθούμε αυτές τις ιδιότητες πρέπει να κάνουμε κάτι απαιτητικό: να γνωρίσουμε τον άνθρωπο, να τον ακούσουμε, να παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά του, να μελετήσουμε το έργο του, να δούμε πώς ενεργεί όταν δεν τον παρακολουθούν, να εξετάσουμε τι γνωρίζει και όχι τι δηλώνει ότι γνωρίζει, να διακρίνουμε ανάμεσα στην αυτοπαρουσίαση και στην πραγματικότητα. Αυτό απαιτεί χρόνο. Το γαλόνι, αντίθετα, απαιτεί ένα δευτερόλεπτο. Το βλέπουμε και γνωρίζουμε αμέσως ότι απέναντί μας βρίσκεται κάποιος στον οποίο ένας θεσμός έχει αποδώσει συγκεκριμένη θέση. Ο τίτλος λειτουργεί κατά παρόμοιο τρόπο. Το «καθηγητής», «πρόεδρος», «στρατηγός», «πρέσβης», «νομπελίστας» μεταφέρει σε μία μόνο λέξη μια τεράστια ποσότητα κοινωνικής πληροφορίας. Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες του κοινωνικού κύρους: αποτελεί γνωστική συντόμευση. Δεν χρειάζεται να αξιολογήσουμε από την αρχή τον άνθρωπο. Κάποιος άλλος έχει ήδη πραγματοποιήσει την αξιολόγηση. Ένας θεσμός, μια επιστημονική κοινότητα, ένας στρατός, ένα πανεπιστήμιο, ένα κράτος, μια επιτροπή βραβείων. Το σύμβολο μάς πληροφορεί ότι η αξιολόγηση έχει προηγηθεί. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην παράλογο. Σε μια πολύπλοκη κοινωνία δεν μπορούμε να αξιολογούμε προσωπικά τους πάντες. Χρειαζόμαστε πιστοποιήσεις, τίτλους και θεσμικές εγγυήσεις. Όταν μπαίνουμε σε ένα αεροπλάνο δεν εξετάζουμε προσωπικά τις ικανότητες του κυβερνήτη. Όταν απευθυνόμαστε σε έναν ειδικό δεν μπορούμε να επαναλάβουμε μόνοι μας ολόκληρη την επιστημονική διαδρομή που πιστοποιεί την εξειδίκευσή του. Το πρόβλημα αρχίζει σε ένα διαφορετικό σημείο: όταν από τη λογική εμπιστοσύνη στην πιστοποίηση περνάμε στην ψυχολογική γοητεία από το σύμβολο. Τότε ο τίτλος παύει απλώς να μας πληροφορεί και αρχίζει να μας επηρεάζει.
Η κοινωνία έχει ήδη κρίνει για εμάς
Ο Max Weber διέκρινε την οικονομική θέση από το κοινωνικό status. Το κύρος, η τιμή και η κοινωνική αναγνώριση συγκροτούν μια ιδιαίτερη μορφή κοινωνικής διαφοροποίησης. Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει κοινωνικό κύρος που δεν εξηγείται απλώς από τον πλούτο του. Η κοινωνία οργανώνεται όχι μόνο γύρω από το ποιος έχει περισσότερα, αλλά και γύρω από το ποιος θεωρείται περισσότερο άξιος σεβασμού. Ο Pierre Bourdieu θα προχωρήσει ακόμη περισσότερο με την έννοια του συμβολικού κεφαλαίου. Η αναγνώριση μπορεί να λειτουργήσει σαν κεφάλαιο: συσσωρεύεται, μεταφέρεται και παράγει κοινωνική δύναμη. Ο τίτλος, η φήμη, το βραβείο, η θέση, ακόμη και το όνομα μπορούν να λειτουργήσουν ως αποθέματα αναγνωρισμένου κύρους. Αυτό σημαίνει ότι το γαλόνι δεν είναι πραγματικά το κομμάτι υφάσματος που βλέπουμε. Πάνω του έχει συσσωρευτεί κοινωνική αναγνώριση. Το ίδιο συμβαίνει με ένα παράσημο. Η υλική του αξία μπορεί να είναι ασήμαντη. Η συμβολική του αξία όμως μπορεί να είναι τεράστια. Δεν κοιτάζουμε το μέταλλο· κοιτάζουμε όλα όσα η κοινωνία έχει αποφασίσει ότι το μέταλλο σημαίνει. Το ίδιο ισχύει για έναν τίτλο. Και εδώ βρίσκεται ίσως το παράδοξο: ο άνθρωπος πολλές φορές εντυπωσιάζεται όχι από την αξία, αλλά από την αναγνώριση της αξίας. Ας φανταστούμε ξανά τον άγνωστο στο καφέ. Μαθαίνουμε ότι είναι εξαιρετικός φυσικός. Ενδιαφερόμαστε. Μαθαίνουμε ότι είναι ένας από τους κορυφαίους φυσικούς στον κόσμο. Εντυπωσιαζόμαστε. Μαθαίνουμε ότι έχει πάρει Νόμπελ. Ίσως αισθανθούμε δέος. Ο άνθρωπος παραμένει ακριβώς ο ίδιος. Αυτό που αυξήθηκε δεν είναι η αξία του αλλά η βεβαιότητά μας ότι οι άλλοι έχουν αναγνωρίσει την αξία του. Το βλέμμα των άλλων εισέρχεται στο δικό μας βλέμμα.
Είναι και φαίνεσθαι
Εδώ το ζήτημα συναντά μια από τις αρχαιότερες φιλοσοφικές αντιθέσεις: εκείνη ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι. Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι το φαίνεσθαι είναι πάντοτε ψεύτικο. Το παράσημο μπορεί πράγματι να αντιστοιχεί σε γενναιότητα. Ο τίτλος μπορεί πράγματι να αντιστοιχεί σε γνώση. Το βραβείο μπορεί πράγματι να αντιστοιχεί σε μεγάλο έργο. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το φαίνεσθαι είναι αναγκαστικά ψευδές. Το πρόβλημα είναι ότι το φαίνεσθαι είναι ευκολότερα προσβάσιμο από το είναι. Βλέπω πρώτα το γαλόνι και αργότερα, αν ποτέ μου δοθεί η δυνατότητα, γνωρίζω τον άνθρωπο. Γι’ αυτό υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος το σημείο της αξίας να υποκαταστήσει την ίδια την αξία. Και υπάρχει ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος: να μετατρέψουμε την αναγνώριση ενός επιτεύγματος σε ιεράρχηση της ανθρώπινης αξίας.
Ο στρατηγός και ο στρατιώτης ως άνθρωποι
Εδώ η καντιανή σκέψη προσφέρει μια εξαιρετικά σημαντική διάκριση. Οι άνθρωποι προφανώς δεν είναι ίσοι ως προς όλα. Δεν διαθέτουν όλοι τις ίδιες γνώσεις, ικανότητες, εμπειρίες ή επιτεύγματα. Ένας κορυφαίος μαθηματικός γνωρίζει περισσότερα μαθηματικά από έναν μη ειδικό. Ένας έμπειρος χειρουργός έχει ικανότητες που δεν διαθέτει ο ασθενής του. Ένας στρατηγός έχει διαφορετικές ευθύνες από έναν στρατιώτη. Η ισότητα της ανθρώπινης αξίας δεν απαιτεί να αρνηθούμε αυτές τις διαφορές. Ο Kant όμως προσφέρει ένα ισχυρό φράγμα απέναντι στη μετατροπή τους σε διαφορές ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στην ηθική του, το πρόσωπο ως έλλογο και ηθικό ον δεν έχει απλώς τιμή που μπορεί να συγκριθεί με άλλες τιμές. Έχει αξιοπρέπεια. Άρα ο στρατηγός μπορεί να βρίσκεται υψηλότερα στη στρατιωτική ιεραρχία από τον στρατιώτη, αλλά δεν βρίσκεται υψηλότερα στην ιεραρχία της ανθρωπινότητας. Ο καθηγητής μπορεί να γνωρίζει πολύ περισσότερα από τον φοιτητή, αλλά δεν είναι γι’ αυτό περισσότερο άνθρωπος. Ο νομπελίστας μπορεί να έχει πραγματοποιήσει ένα επίτευγμα ασύγκριτα μεγαλύτερο από το δικό μου, αλλά δεν διαθέτει μεγαλύτερη εγγενή ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτό μας επιτρέπει να κάνουμε μια θεμελιώδη διάκριση: άλλο η ιεραρχία των επιτευγμάτων και άλλο η ιεραρχία των ανθρώπων. Η πρώτη είναι αναπόφευκτη. Η δεύτερη είναι ηθικά επικίνδυνη.

Γιατί λοιπόν εντυπωσιαζόμαστε;
Ίσως επειδή ο άνθρωπος είναι πολύ περισσότερο κοινωνικό ον απ’ όσο θέλει να πιστεύει. Δεν επιθυμεί μόνο αγαθά. Επιθυμεί αναγνώριση. Δεν θέλει μόνο να είναι ικανός. Θέλει η ικανότητά του να αναγνωρίζεται. Δεν θέλει μόνο να πετύχει. Θέλει η επιτυχία του να είναι ορατή. Και επειδή επιθυμούμε την αναγνώριση των άλλων για τον εαυτό μας, είμαστε εξαιρετικά ευαίσθητοι στα σημάδια που αποδεικνύουν ότι κάποιος άλλος την έχει ήδη αποκτήσει. Το γαλόνι μάς εντυπωσιάζει επειδή λέει: «Αυτόν τον άνθρωπο οι άλλοι τον αναγνωρίζουν». Το βραβείο λέει: «Αυτός ξεχώρισε». Ο τίτλος λέει: «Αυτός ανέβηκε». Το παράσημο λέει: «Αυτός τιμήθηκε». Ίσως λοιπόν πίσω από τη γοητεία του γαλονιού να κρύβεται κάτι πολύ ανθρώπινο: η γοητεία της ίδιας της αναγνώρισης. Αλλά εδώ προκύπτει μια κρίσιμη ένσταση. Ισχύει ακόμη αυτό; Εντυπωσιάζεται ένας εικοσάχρονος σήμερα από έναν στρατηγό, έναν καθηγητή ή έναν ανώτατο αξιωματούχο όπως εντυπωσιαζόταν ένας εικοσάχρονος πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια; Ή μήπως η νεότερη γενιά έχει αρχίσει να απαξιώνει τα γαλόνια;
Η αξία που δεν ζητά να αναγνωριστεί
Υπάρχει όμως μια κατηγορία ανθρώπων που η κοινωνία του κύρους δυσκολεύεται ιδιαίτερα να κατανοήσει: εκείνοι που δεν επιδιώκουν το κύρος. Δεν επιθυμούν γαλόνια, δεν κυνηγούν τίτλους, δεν ενδιαφέρονται να μετατρέψουν κάθε επίτευγμα σε δημόσια αναγνώριση, δεν αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίζουν οι άλλοι ποιοι είναι, τι έχουν καταφέρει ή πόσο σημαντικό είναι το έργο τους. Και αυτό δεν σημαίνει ότι απέτυχαν να αποκτήσουν κύρος. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι δεν το χρειάζονται. Ανάμεσά τους μπορεί να βρίσκονται άνθρωποι εξαιρετικής γνώσης, δημιουργικότητας, ηθικής ποιότητας ή επαγγελματικής ικανότητας. Ένας σπουδαίος επιστήμονας μπορεί να μην ενδιαφέρεται για δημόσια προβολή. Ένας εξαιρετικός δάσκαλος μπορεί να μην επιδιώξει ποτέ διοικητικό αξίωμα. Ένας δημιουργός μπορεί να αδιαφορεί για βραβεία. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει βαθιά μόρφωση χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να τη διαφημίσει. Κάποιος άλλος μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους γύρω του επί δεκαετίες χωρίς η προσφορά αυτή να μετατραπεί ποτέ σε παράσημο, τίτλο ή δημόσια αναγνώριση. Και ένας πραγματικά σπουδαίος άνθρωπος μπορεί ακόμη και να αρνηθεί τη διαδικασία μέσα από την οποία η κοινωνία μετατρέπει την αξία σε κύρος. Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα για την κοινωνική μας κρίση. Αν έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε την αξία μέσω των διακριτικών της, τότε οι άνθρωποι που δεν ενδιαφέρονται να αποκτήσουν διακριτικά κινδυνεύουν να γίνουν αόρατοι. Όχι επειδή δεν διαθέτουν αξία, αλλά επειδή δεν τη μεταφράζουν στη γλώσσα που η κοινωνία έχει μάθει να διαβάζει. Ο άνθρωπος χωρίς τίτλο πρέπει τότε να αποδείξει αυτό που ο τιτλούχος θεωρείται ότι έχει ήδη αποδείξει. Ο άγνωστος πρέπει να κερδίσει την προσοχή που ο διάσημος λαμβάνει προκαταβολικά. Ο άνθρωπος χωρίς followers πρέπει πρώτα να πείσει ότι αξίζει να ακουστεί, ενώ ο άνθρωπος με εκατομμύρια followers έχει ήδη εξασφαλίσει το βλέμμα μας πριν ακόμη μιλήσει. Εδώ αποκαλύπτεται ίσως η βαθύτερη αδικία της γοητείας του κύρους. Δεν είναι μόνο ότι μπορεί να υπερτιμήσει εκείνον που διαθέτει τα σύμβολά του. Είναι ότι μπορεί να μας κάνει να υποτιμήσουμε εκείνον που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να τα αποκτήσει. Και η δεύτερη πλάνη μπορεί να είναι σοβαρότερη από την πρώτη. Υπάρχει μάλιστα μια παράδοξη δυνατότητα: ο άνθρωπος που αδιαφορεί πραγματικά για το κύρος μπορεί να διαθέτει μια ιδιαίτερη μορφή εσωτερικής ελευθερίας. Δεν χρειάζεται το βλέμμα των άλλων για να επιβεβαιώσει την αξία της πράξης του. Δεν πράττει για να αποκτήσει τον τίτλο που θα ακολουθήσει την πράξη. Δεν δημιουργεί για να γίνει ορατός. Δεν γνωρίζει για να εντυπωσιάζει. Δεν προσφέρει για να τιμηθεί. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αποφεύγει τη δημοσιότητα είναι σπουδαίος ούτε ότι η αδιαφορία για τις διακρίσεις αποτελεί από μόνη της αρετή. Σημαίνει όμως ότι η απουσία κοινωνικού κύρους δεν αποτελεί απόδειξη απουσίας αξίας. Ίσως μάλιστα εδώ να βρίσκεται η πιο απαιτητική δοκιμασία του δικού μας βλέμματος. Είναι σχετικά εύκολο να αναγνωρίσουμε τον κορυφαίο όταν η κοινωνία τον έχει ήδη στεφανώσει ως κορυφαίο. Είναι πολύ δυσκολότερο να αναγνωρίσουμε την αξία όταν δεν συνοδεύεται από τίτλο, στολή, βραβείο, αξίωμα, δημοσιότητα ή αριθμούς. Εκεί δεν μπορούμε να δανειστούμε την κρίση των άλλων. Είμαστε υποχρεωμένοι να κρίνουμε μόνοι μας. Και ίσως ορισμένοι από τους σημαντικότερους ανθρώπους να περνούν από τη ζωή ακριβώς έτσι: χωρίς να απαιτούν από τον κόσμο να γνωρίζει ότι είναι σημαντικοί. Η αξία τους δεν είναι μικρότερη επειδή δεν έγινε κύρος. Απλώς παρέμεινε αξία. Γι’ αυτό χρειάζεται να προσθέσουμε μια ακόμη διάκριση στις προηγούμενες: άλλο αξία, άλλο αναγνώριση και άλλο κύρος. Η αξία μπορεί να προκαλέσει αναγνώριση και η αναγνώριση μπορεί να παραγάγει κύρος. Δεν είναι όμως αναγκαίο να συμβεί αυτή η ακολουθία. Μπορεί να υπάρχει αξία χωρίς αναγνώριση, αναγνώριση χωρίς μεγάλο κύρος και, δυστυχώς, κύρος χωρίς αντίστοιχη αξία. Μια κοινωνία που συγχέει αυτά τα τρία βλέπει κυρίως εκείνους που έχουν μάθει να φαίνονται. Μια ώριμη κοινωνία θα έπρεπε να διατηρεί την ικανότητα να αναγνωρίζει και εκείνους που δεν αισθάνονται καμία ανάγκη να φανούν. Γιατί, τελικά, η αξία δεν παύει να είναι αξία όταν κανείς δεν τη χειροκροτεί.
Όταν τα παλιά γαλόνια χάνουν τη λάμψη τους
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι έχει συντελεστεί μια μεταβολή. Οι νεότερες γενιές μεγάλωσαν μέσα σε λιγότερο αυστηρές κοινωνικές ιεραρχίες. Μεγάλωσαν επίσης μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο οι θεσμοί και οι φορείς αυθεντίας εκτίθενται καθημερινά σε κριτική. Κάποτε η απόσταση αποτελούσε μέρος του κύρους. Ο πολιτικός εμφανιζόταν στην επίσημη τελετή. Ο καθηγητής μιλούσε από την έδρα. Ο στρατηγός εμφανιζόταν με τη στολή. Ο δημοσιογράφος μιλούσε από το τηλεοπτικό στούντιο. Η αρχιτεκτονική, η ενδυμασία, το πρωτόκολλο, ακόμη και η φυσική απόσταση διατηρούσαν τη διαφορά ανάμεσα στον φορέα της αυθεντίας και στον πολίτη. Το διαδίκτυο συνέβαλε δραματικά στην κατάρρευση αυτής της απόστασης. Στην ίδια οθόνη εμφανίζονται ο πρωθυπουργός, ο καθηγητής, ο ποδοσφαιριστής, ο influencer, ο φίλος μας και ένας άγνωστος χρήστης. Κάτω από την ανάρτηση ενός παγκοσμίως γνωστού επιστήμονα μπορεί να σχολιάσει οποιοσδήποτε. Η αυθεντία εισήλθε στον ίδιο επικοινωνιακό χώρο με εκείνον που κάποτε αποτελούσε απλώς το ακροατήριό της. Αυτό έχει μια βαθιά δημοκρατική διάσταση. Το γαλόνι δεν προστατεύει πλέον από την ερώτηση. Ο τίτλος δεν προστατεύει από την κριτική. Ο θεσμός δεν εξασφαλίζει αυτόματη υπακοή. Και αυτό μπορεί να θεωρηθεί κατάκτηση. Ένας νέος που λέει σε έναν καθηγητή «ο τίτλος σας δεν σημαίνει ότι έχετε αυτομάτως δίκιο» έχει κατανοήσει κάτι ουσιώδες για την ελευθερία της σκέψης. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή.
Από την απομυθοποίηση στην ισοπέδωση
Άλλο είναι να πω «δεν υποκλίνομαι στον τίτλο σου» και άλλο «ο τίτλος σου δεν σημαίνει τίποτε». Το πρώτο μπορεί να αποτελεί πνευματική ανεξαρτησία. Το δεύτερο μπορεί να αποτελεί άρνηση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ γνώσης και άγνοιας. Ο καθηγητής δεν έχει δίκιο επειδή είναι καθηγητής, αλλά δεν είναι και απλώς «ένας άνθρωπος με μια γνώμη» όταν μιλά για το αντικείμενο στο οποίο αφιέρωσε σαράντα χρόνια έρευνας. Η κατάργηση του δέους απέναντι στην αυθεντία είναι πρόοδος. Η κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα στον ειδικό και στον μη ειδικό δεν είναι. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα προβλήματα της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας: η ισότητα του δικαιώματος στην έκφραση συγχέεται εύκολα με την ισότητα της γνωστικής εγκυρότητας. Όλοι έχουν ίσο δικαίωμα να μιλήσουν. Δεν σημαίνει ότι όλοι γνωρίζουν εξίσου. Όλοι διαθέτουν ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν διαθέτουν όλοι την ίδια εξειδίκευση. Όλοι δικαιούνται να αμφισβητήσουν έναν επιστήμονα. Δεν σημαίνει ότι κάθε αμφισβήτηση είναι εξίσου τεκμηριωμένη με το επιστημονικό επιχείρημα. Η χειραφέτηση από το γαλόνι μπορεί επομένως να οδηγήσει προς δύο εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην πρώτη, δημιουργεί τον ώριμο πολίτη που σέβεται χωρίς να υποτάσσεται. Στη δεύτερη, δημιουργεί τον άνθρωπο που θεωρεί κάθε μορφή αυθεντίας ύποπτη και κάθε προσωπική γνώμη ισότιμη προς κάθε γνώση. Το πρώτο είναι δημοκρατία της κρίσης. Το δεύτερο μπορεί να γίνει δημοκρατία της ισοπέδωσης. Αλλά ίσως υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή, πολύ πιο ενδιαφέρουσα: μήπως οι νέοι δεν έπαψαν ποτέ να γοητεύονται από τα γαλόνια; Μήπως απλώς άλλαξαν γαλόνια;

Από τα γαλόνια στους followers
Ας φανταστούμε έναν νέο που δεν εντυπωσιάζεται καθόλου από τα τέσσερα αστέρια στη στολή ενός στρατηγού. Μπορεί όμως να εντυπωσιάζεται από τα τέσσερα εκατομμύρια followers ενός influencer. Δεν ενδιαφέρεται για το παράσημο. Ενδιαφέρεται για το verified account. Δεν τον συγκινεί ο τίτλος. Τον εντυπωσιάζει η αναγνωρισιμότητα. Δεν αισθάνεται δέος μπροστά στην επίσημη θεσμική εξουσία. Μπορεί όμως να αισθανθεί δέος μπροστά σε έναν άνθρωπο που διαθέτει εκατομμύρια προβολές, πολυτελή ζωή, πρόσβαση σε διάσημα πρόσωπα και τεράστια ψηφιακή επιρροή. Τότε ίσως κάναμε λάθος όταν πιστέψαμε ότι τα γαλόνια εξαφανίστηκαν. Τα γαλόνια ψηφιοποιήθηκαν. Ο αριθμός των ακολούθων δεν αποτελεί απλώς ουδέτερη μέτρηση κοινού. Λειτουργεί συχνά και ως δείκτης κοινωνικής σημασίας. Το παλιό γαλόνι έλεγε: «λοχαγός, συνταγματάρχης, στρατηγός». Το καινούργιο μπορεί να λέει: «δέκα χιλιάδες, εκατό χιλιάδες, ένα εκατομμύριο, δέκα εκατομμύρια followers». Η μορφή άλλαξε. Η λογική παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ομοιότητα.
Το μετρήσιμο κύρος
Εδώ όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα παλιά και στα νέα γαλόνια. Το παλιό κύρος ήταν κυρίως θεσμικό. Το νέο κύρος γίνεται όλο και περισσότερο μετρήσιμο. Ο βαθμός απονεμόταν από έναν θεσμό. Η ψηφιακή δημοτικότητα εμφανίζεται στην οθόνη ως αριθμός: followers, likes, views, shares, subscribers, rankings. Το κύρος μετατρέπεται σε αριθμητική πληροφορία. Και αυτή η αλλαγή μπορεί να το κάνει ακόμη ισχυρότερο, διότι ο αριθμός δημιουργεί την εντύπωση αντικειμενικότητας. Ένα εκατομμύριο followers φαίνεται σαν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Και πράγματι είναι γεγονός. Το ερώτημα όμως είναι τι αποδεικνύει. Αποδεικνύει ότι ένα εκατομμύριο λογαριασμοί επέλεξαν να ακολουθούν κάποιον. Δεν αποδεικνύει ότι όσα λέει είναι αληθή. Δεν αποδεικνύει ότι είναι σοφός. Δεν αποδεικνύει ότι είναι ηθικός. Δεν αποδεικνύει καν ότι είναι ιδιαίτερα ικανός έξω από την ικανότητά του να προσελκύει και να διατηρεί προσοχή. Ακριβώς όπως το γαλόνι δεν αποδείκνυε ολόκληρη την ανθρώπινη αξία του αξιωματικού, ο αριθμός δεν αποδεικνύει ολόκληρη την αξία του ψηφιακού προσώπου. Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης μεταβολή: περνάμε από το κύρος της θέσης στο κύρος της προσοχής.
Η προσοχή ως νέο κοινωνικό κεφάλαιο
Στον ψηφιακό κόσμο η προσοχή είναι ένας από τους σπανιότερους πόρους. Δισεκατομμύρια άνθρωποι και περιεχόμενα ανταγωνίζονται για λίγα δευτερόλεπτα ανθρώπινου βλέμματος. Εκείνος που κατορθώνει να συγκεντρώσει την προσοχή αποκτά δύναμη. Μπορεί να μετατρέψει την προσοχή σε χρήμα, σε επιρροή, σε πρόσβαση, σε κοινωνικές σχέσεις, σε πολιτική παρέμβαση, σε εμπορική αξία, σε ακόμη περισσότερη προσοχή. Έτσι δημιουργείται ένας αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός: είμαι ορατός επειδή θεωρούμαι σημαντικός και θεωρούμαι σημαντικός επειδή είμαι ορατός. Εδώ το φαίνεσθαι αποκτά μια νέα ποιότητα. Στην παλιά κοινωνία το φαίνεσθαι συχνά ακολουθούσε το είναι: κάποιος αποκτούσε μια θέση και κατόπιν φορούσε τα διακριτικά της. Στην κοινωνία της ψηφιακής αυτοπαρουσίασης μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο: κάποιος κατασκευάζει αποτελεσματικά το φαίνεσθαι και μέσα από αυτό αποκτά κοινωνική πραγματικότητα. Η εικόνα δεν αναπαριστά απλώς το κύρος. Μπορεί να το παράγει.
Τα νέα γαλόνια δεν είναι λιγότερο γαλόνια
Θα ήταν λοιπόν αφελές να συγχαρούμε τη σύγχρονη κοινωνία επειδή απελευθερώθηκε από τις παλιές ιεραρχίες χωρίς να εξετάσουμε ποιες νέες δημιούργησε. Ο νέος που γελά με τον παλιό αριστοκρατικό τίτλο μπορεί να γνωρίζει με εκπληκτική ακρίβεια ποιος influencer έχει περισσότερους followers από ποιον. Ο άνθρωπος που θεωρεί γελοία την επιδεικτική στρατιωτική στολή μπορεί να αναγνωρίζει αμέσως την κοινωνική σημασία ενός πανάκριβου αυτοκινήτου, ενός συγκεκριμένου ρολογιού ή ενός ταξιδιού σε έναν προορισμό υψηλού status. Δεν είναι βέβαιο λοιπόν ότι εγκαταλείψαμε την κοινωνία του φαίνεσθαι. Ίσως απλώς εκδημοκρατίσαμε την παραγωγή του φαίνεσθαι. Κάποτε λίγοι θεσμοί είχαν το δικαίωμα να απονέμουν γαλόνια. Σήμερα, θεωρητικά, ο καθένας μπορεί να κατασκευάσει τα δικά του.
Η κοινωνία της συνεχούς γνώμης
Εδώ η μεταβολή του κύρους συναντά μια ευρύτερη μεταμόρφωση της δημόσιας σφαίρας. Η παραδοσιακή κοινωνία είχε ισχυρούς φύλακες της δημόσιας έκφρασης. Για να ακουστεί κάποιος σε μεγάλη κλίμακα έπρεπε συνήθως να διαθέτει πρόσβαση σε έναν θεσμό: εφημερίδα, πανεπιστήμιο, εκδοτικό οίκο, τηλεοπτικό σταθμό, πολιτικό κόμμα, επαγγελματική ένωση. Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα διέλυσε μεγάλο μέρος αυτών των φραγμών. Αυτό αποτελεί ιστορική δημοκρατικοποίηση της έκφρασης. Ταυτόχρονα όμως δημιούργησε την Κοινωνία της συνεχούς γνώμης: μια κατάσταση στην οποία η δυνατότητα δημόσιας τοποθέτησης γίνεται σχεδόν καθολική, άμεση και διαρκής. Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον απλώς αποδέκτης. Καλείται συνεχώς να σχολιάζει, να αντιδρά, να αξιολογεί, να παίρνει θέση, να βαθμολογεί, να κάνει like ή dislike, να δηλώνει αν συμφωνεί, να παράγει γνώμη. Και μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή γνώμης εμφανίζεται μια νέα μορφή αυθεντίας: εκείνος που κατορθώνει να κάνει τη γνώμη του περισσότερο ορατή από τις γνώμες των άλλων. Έτσι η παλιά θεσμική αυθεντία δεν αντικαθίσταται αναγκαστικά από έναν κόσμο χωρίς αυθεντίες. Αντικαθίσταται εν μέρει από αυθεντίες της ορατότητας. Κάποτε ρωτούσαμε: «Ποια είναι η ιδιότητά του;». Τώρα συχνά ρωτάμε: «Πόσους followers έχει;». Κάποτε η θέση προηγούνταν της φωνής. Τώρα η ένταση της φωνής μπορεί να δημιουργήσει τη θέση.
Από την αυθεντία του θεσμού στην αυθεντία του αλγορίθμου
Υπάρχει μάλιστα μια ειρωνεία. Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ότι απελευθερώθηκε από τους θεσμούς επειδή επιλέγει ο ίδιος ποιον ακολουθεί. Αλλά οι επιλογές του πραγματοποιούνται μέσα σε ένα περιβάλλον που ταξινομεί, προτείνει, ενισχύει και αποκρύπτει περιεχόμενο. Το παλιό γαλόνι ήταν ορατό. Γνωρίζαμε ότι ήταν γαλόνι. Η νέα ιεραρχία μπορεί να είναι λιγότερο εμφανής. Η πλατφόρμα μάς παρουσιάζει ορισμένα πρόσωπα ξανά και ξανά. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση δημιουργεί οικειότητα. Η οικειότητα ενισχύει την αναγνωρισιμότητα. Η αναγνωρισιμότητα δημιουργεί κύρος. Το κύρος φέρνει περισσότερη προσοχή. Και η περισσότερη προσοχή ενισχύει εκ νέου την ορατότητα. Το γαλόνι μετατρέπεται έτσι σε αλγοριθμική προτεραιότητα. Και μπορεί να συμβεί κάτι παράδοξο: ο άνθρωπος που δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει καμία αυθεντία να βρίσκεται υπό την επιρροή μιας αυθεντίας που απλώς δεν αναγνωρίζει ως αυθεντία.
Οι νέοι λοιπόν απελευθερώθηκαν ή όχι;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Ένα μέρος της νεότερης κουλτούρας έχει πράγματι απομυθοποιήσει παλιές μορφές κύρους. Αυτό μπορεί να είναι υγιές. Οι άνθρωποι είναι λιγότερο πρόθυμοι να υποκλιθούν σε έναν τίτλο μόνο και μόνο επειδή υπάρχει. Αλλά δεν υπάρχει επαρκής λόγος να συμπεράνουμε ότι εξαφανίστηκε η ανθρώπινη ανάγκη για status. Πιθανότερο είναι ότι μετασχηματίστηκε. Και εδώ βρίσκεται ίσως η κεντρική θέση: οι νέοι δεν έπαψαν αναγκαστικά να πιστεύουν στα γαλόνια. Έπαψαν να πιστεύουν στα γαλόνια των προηγούμενων γενεών και κατασκεύασαν τα δικά τους. Αυτό δεν αποτελεί μομφή προς τους νέους. Κάθε γενιά κάνει κάτι ανάλογο. Κάθε εποχή κληρονομεί μια ιεραρχία, την αμφισβητεί και δημιουργεί μια καινούργια. Το στέμμα μπορεί να γίνει στολή. Η στολή τίτλος. Ο τίτλος οικονομική επιτυχία. Η οικονομική επιτυχία celebrity. Η celebrity ψηφιακή επιρροή. Το γαλόνι follower. Το παράσημο verification. Η δημόσια τελετή viral στιγμή. Η βασική ανθρώπινη ανάγκη παραμένει: να φαίνεται ποιος αναγνωρίζεται από τους άλλους.
Η δύσκολη αρετή της διάκρισης
Ποια στάση απομένει λοιπόν; Η εύκολη λύση είναι η υποταγή: «Έχει τίτλο, άρα ξέρει». Η δεύτερη εύκολη λύση είναι η ισοπέδωση: «Κανένας τίτλος δεν σημαίνει τίποτε». Και οι δύο μας απαλλάσσουν από το ίδιο πράγμα: την ευθύνη να κρίνουμε. Η ώριμη στάση είναι δυσκολότερη. Να αναγνωρίζω το γαλόνι χωρίς να θαμπώνομαι από αυτό. Να αναγνωρίζω την εξειδίκευση χωρίς να θεωρώ τον ειδικό αλάνθαστο. Να σέβομαι το επίτευγμα χωρίς να μετατρέπω τον επιτυχημένο σε ανώτερο άνθρωπο. Να αμφισβητώ την αυθεντία χωρίς να αρνούμαι τη γνώση. Να παρατηρώ τους followers χωρίς να τους συγχέω με την αλήθεια. Να μπορώ να τιμήσω χωρίς να προσκυνήσω και να μπορώ να αμφισβητήσω χωρίς να απαξιώσω. Αυτή είναι ίσως μία από τις δυσκολότερες μορφές πνευματικής ελευθερίας, επειδή απαιτεί να σταθούμε ανάμεσα σε δύο ισχυρές ανθρώπινες τάσεις: την ανάγκη να θαυμάζουμε και την ανάγκη να γκρεμίζουμε εκείνον που θαυμάζεται.
Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς γαλόνια;
Στο τέλος όμως απομένει ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα: μπορεί μια ανθρώπινη κοινωνία να υπάρξει χωρίς γαλόνια; Μπορούμε πράγματι να δημιουργήσουμε μια κοινωνία στην οποία η αξία δεν θα χρειάζεται εξωτερικά σημεία αναγνώρισης ή μήπως κάτι τέτοιο αντιβαίνει σε μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη; Ο άνθρωπος δεν ζει μόνος. Χρειάζεται τους άλλους για να αναγνωρίσει ακόμη και πλευρές του εαυτού του. Επιθυμεί να γνωρίζει ότι η προσπάθειά του έγινε αντιληπτή, ότι η προσφορά του εκτιμήθηκε, ότι η αριστεία του αναγνωρίστηκε. Ίσως λοιπόν το πρόβλημα να μην είναι η ύπαρξη των γαλονιών. Μια κοινωνία χρειάζεται τρόπους να τιμά την προσφορά, την αριστεία, τη γενναιότητα, τη γνώση και την ευθύνη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ξεχνάμε τι ακριβώς τιμούν τα γαλόνια. Το παράσημο τιμά μια πράξη. Δεν δημιουργεί ανώτερο άνθρωπο. Ο τίτλος πιστοποιεί μια κατάκτηση. Δεν πιστοποιεί συνολική σοφία. Το αξίωμα παρέχει εξουσία. Δεν παρέχει μεγαλύτερη ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι followers μετρούν προσοχή. Δεν μετρούν αλήθεια. Η δημοτικότητα μετρά αναγνώριση. Δεν μετρά ηθική αξία. Αν καταφέρναμε να διατηρήσουμε αυτές τις διακρίσεις, ίσως δεν θα χρειαζόταν να καταργήσουμε τα γαλόνια. Θα χρειαζόταν απλώς να πάψουμε να γοητευόμαστε από αυτά περισσότερο απ’ όσο αξίζει. Γιατί υπάρχει κάτι πολύ παράξενο στην ανθρώπινη κοινωνία: ο άνθρωπος που πραγματικά αξίζει μια τιμή δεν γίνεται περισσότερο άξιος τη στιγμή που την παραλαμβάνει. Η τελετή δεν προσθέτει αναδρομικά αξία στην πράξη του. Απλώς καθιστά δημόσια μια αξία που υποτίθεται ότι ήδη υπήρχε. Ίσως λοιπόν η ώριμη κοινωνία να μην είναι εκείνη που καταργεί τις διακρίσεις. Είναι εκείνη που θυμάται ότι η διάκριση ακολουθεί την αξία και δεν τη δημιουργεί. Και ο ώριμος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που περιφρονεί κάθε γαλόνι. Είναι εκείνος που μπορεί να δει το γαλόνι και να συνεχίσει να βλέπει πίσω από αυτό τον άνθρωπο. Να συναντήσει έναν στρατηγό και να αναγνωρίσει την πορεία του χωρίς να αισθανθεί ότι βρίσκεται μπροστά σε άνθρωπο μεγαλύτερης ανθρώπινης αξίας. Να συναντήσει έναν κορυφαίο καθηγητή και να σεβαστεί τη γνώση του χωρίς να παραιτηθεί από τη δική του κρίση. Να συναντήσει έναν άνθρωπο με δέκα εκατομμύρια followers και να μην αισθανθεί ότι τα δέκα εκατομμύρια έχουν ήδη αποφασίσει γι’ αυτόν. Και ίσως το δυσκολότερο απ’ όλα είναι να συναντήσει έναν άνθρωπο χωρίς κανένα γαλόνι, χωρίς κανέναν τίτλο, χωρίς καμία δημόσια αναγνώριση, χωρίς followers, χωρίς βραβεία, χωρίς κοινωνική επιφάνεια, και να παραμείνει ικανός να αναγνωρίσει την αξία του. Γιατί εκεί δοκιμάζεται πραγματικά η κρίση μας. Όχι όταν αναγνωρίζουμε εκείνον που όλοι μάς έχουν ήδη υποδείξει ως σημαντικό, αλλά όταν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το σημαντικό πριν μας το υποδείξουν οι άλλοι. Τα γαλόνια μάς πληροφορούν για τη θέση που μια κοινωνία έδωσε σε κάποιον. Οι τίτλοι μάς πληροφορούν για ορισμένες κατακτήσεις του. Τα βραβεία μάς πληροφορούν ότι κάποιο έργο αναγνωρίστηκε. Οι followers μάς πληροφορούν ότι πολλοί άνθρωποι στρέφουν την προσοχή τους προς ένα πρόσωπο. Τίποτε από αυτά δεν είναι αδιάφορο. Αλλά τίποτε από αυτά δεν αρκεί για να απαντήσει στην πιο δύσκολη ερώτηση: ποιος είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από αυτά; Κάθε εποχή νομίζει ότι απελευθερώθηκε από τα γαλόνια της προηγούμενης. Συνήθως έχει απλώς αρχίσει να φορά τα δικά της. Και ίσως η πραγματική χειραφέτηση να αρχίζει όχι όταν καταργούμε τα γαλόνια, αλλά όταν παύουμε να χρειαζόμαστε τα γαλόνια για να αναγνωρίσουμε την αξία.
Η άρνηση της γοητείας του κύρους
Πού καταλήγουμε λοιπόν; Πρέπει να γοητευόμαστε από το κύρος; Μπορούμε να αναγνωρίζουμε το κύρος, να σεβόμαστε την κατάκτηση που βρίσκεται πίσω από αυτό, να τιμούμε την προσπάθεια, τη γνώση, την αριστεία, την προσφορά ή ακόμη και τη θυσία που οδήγησε σε έναν τίτλο, ένα αξίωμα ή μια δημόσια διάκριση. Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να γοητευόμαστε από το κύρος ως κύρος. Διότι τη στιγμή που το κύρος αρχίζει να μας γοητεύει, αποκτά δύναμη πάνω στην κρίση μας. Το παράσημο μπορεί να αξίζει σε εκείνον που το φορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μας θαμπώνει. Ο καθηγητής μπορεί να αξίζει απολύτως τον τίτλο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τίτλος πρέπει να προσδίδει εκ των προτέρων μεγαλύτερο βάρος σε κάθε λέξη που εκφέρει, ανεξαρτήτως περιεχομένου. Ο στρατηγός μπορεί να έχει κατακτήσει επάξια κάθε γαλόνι της στολής του. Τα γαλόνια όμως μαρτυρούν μια διαδρομή και μια θέση· δεν μετατρέπουν τον άνθρωπο που τα φέρει σε ον ανώτερης ανθρώπινης αξίας. Και ο άνθρωπος με εκατομμύρια followers μπορεί να έχει δημιουργήσει ένα εξαιρετικό έργο. Ο αριθμός των ανθρώπων που τον παρακολουθούν, όμως, δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αλήθειας όσων λέει. Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον σεβασμό και στη γοητεία. Ο σεβασμός μπορεί να παραμένει κριτικός. Η γοητεία τείνει να αφοπλίζει την κρίση. Ο σεβασμός λέει: «Αναγνωρίζω αυτό που κατέκτησες». Η γοητεία κινδυνεύει να πει: «Επειδή το κατέκτησες, σε βλέπω διαφορετικά ως άνθρωπο». Ο σεβασμός αναγνωρίζει το επίτευγμα. Η γοητεία μεταφέρει τη λάμψη του επιτεύγματος σε ολόκληρο το πρόσωπο. Γι’ αυτό και η πραγματική πνευματική ανεξαρτησία δεν βρίσκεται στην περιφρόνηση του κύρους. Η περιφρόνηση μπορεί να είναι εξίσου άκριτη με τον θαυμασμό. Το να θεωρούμε ότι ένας τίτλος δεν σημαίνει τίποτε είναι τόσο προβληματικό όσο το να θεωρούμε ότι σημαίνει τα πάντα. Η ώριμη στάση βρίσκεται αλλού: να αναγνωρίζουμε χωρίς να γοητευόμαστε. Να τιμούμε χωρίς να υποκλινόμαστε. Να σεβόμαστε χωρίς να θαμπωνόμαστε. Να ακούμε τον ειδικό χωρίς να παραδίδουμε σε αυτόν την κρίση μας. Να αναγνωρίζουμε την κοινωνική διάκριση χωρίς να τη μετατρέπουμε σε διάκριση ανθρώπινης αξίας. Αυτό ακριβώς ισχύει και για τα νέα γαλόνια. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αντικαταστήσουμε τη γοητεία από το παράσημο με τη γοητεία από τον αριθμό, τη γοητεία από τον τίτλο με τη γοητεία από το verification, τη γοητεία από το αξίωμα με τη γοητεία από τη δημοσιότητα. Αν πράξουμε έτσι, δεν έχουμε χειραφετηθεί από το κύρος. Απλώς έχουμε αλλάξει εκείνους στους οποίους το απονέμουμε. Η πραγματική χειραφέτηση είναι δυσκολότερη. Είναι να μπορείς να σταθείς απέναντι στον στρατηγό και να δεις πίσω από τα γαλόνια τον άνθρωπο· απέναντι στον καθηγητή και πίσω από τον τίτλο να αναζητήσεις το επιχείρημα· απέναντι στον διάσημο και πίσω από τα εκατομμύρια των followers να εξετάσεις το έργο· και, αντιστρόφως, να μπορείς να σταθείς απέναντι στον άγνωστο, στον αβράβευτο, στον άνθρωπο χωρίς τίτλο, χωρίς αξίωμα, χωρίς δημόσια αναγνώριση και να παραμένεις ικανός να αναγνωρίσεις την αξία του. Διότι η πιο καθαρή μορφή κρίσης εμφανίζεται όταν δεν χρειάζεται το κύρος για να της υποδείξει ποιον πρέπει να θαυμάσει. Το κύρος μπορεί να μας πληροφορεί. Δεν πρέπει να αποφασίζει για εμάς. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη επιτεύγματος. Δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μέτρο ανθρώπινης αξίας. Μπορεί να αξίζει τον σεβασμό μας. Δεν χρειάζεται τη γοητεία μας. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η ουσιαστικότερη δοκιμασία πνευματικής ελευθερίας: να αναγνωρίζεις το κύρος χωρίς να βρίσκεσαι υπό το κύρος του.
………….
* Ο πίνακας είναι του Γιάννη Γαΐτη
………………………..










