Περιβάλλον

Όλυμπος: «Μετά το σκαρφάλωμα στον Μύτικα η ανάβαση από το Ανάθεμα μάς φάνηκε… παιχνιδάκι»

Περιγραφή: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Γραμματικόπουλος, Ηλίας Μπόλος

« Αν δεν το τολμήσεις δεν θα μάθεις ποτέ…αν άξιζε ή όχι.»

Μέσα Ιούλη.

Ξεκινούσε η προτελευταία μέρα της βδομάδας.

Στο ημερολόγιο έγραφε Σάββατο 16-07-2022.

Ξεκινούσε, για μας τους λάτρεις της ορειβασίας, μία καινούργια μέρα απόδρασης στη Φύση.

Μέρες πριν, είχαμε επιλέξει τον ορεινό όγκο της σαββατιάτικης εξόρμησής μας και είχαμε τότε καταρτίσει το πρόγραμμα των δράσεων μας στο βουνό της επιλογής μας.

Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν στο καθορισμένο σημείο συνάντησης και έτοιμοι για μία ακόμη ορειβατική δραστηριότητα.

Ήμασταν όλοι συνεπείς στο ραντεβού μας.

Μαζί μας ο Ορφέας και ο Γιώργος. Οι δύο νεαροί που αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην προγραμματισμένη μας απόδραση και  να βιώσουν από κοντά μία πρωτόγνωρη, γι αυτούς, εμπειρία στο βουνό.

Αφού ετοιμαστήκαμε, επιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητα και αναχωρήσαμε για το δικό μας «καταφύγιο δράσεων», αφήνοντας πίσω τους θορύβους της πόλης και τα «πρέπει» της άχαρης καθημερινότητας.

Τα ρολόγια τη στιγμή εκείνη, που φεύγαμε από την Βέροια για τη δική μας «ελεύθερη γωνίτσα» ψυχικής γαλήνης και ικανοποίησης των «θέλω» μας, δείχνανε 06.00’ π.μ.

Οδικός προορισμός μας το Λιτόχωρο Πιερίας και στη συνέχεια η θέση ‘‘Διασταύρωση’’ ή ‘‘Γκορτσιά’’ του βουνού των θεών.

Στην οδική συντροφιά μας και η  ‘‘Διάθεση’’, η…«κοπελιά συνοδοιπόρος» της ομάδας.

Στην πορεία θα «συναντούσαμε» και τις…«υπόλοιπες», τα ονόματα των οποίων θα αποκαλύψω στη συνέχεια της περιγραφής.

Φτάνοντας στο Λιτόχωρο και ανηφορίζοντας τον κεντρικό ασφαλτόδρομο, της ορεινής κωμόπολης της Πιερίας, βλέπαμε τον ορεινό όγκο του όλο μυστήριο μαγευτικού ‘‘Ολύμπου’’ να ορθώνεται ολοένα μπροστά μας σαν ένας βράχινος γίγαντας έτοιμος να μάς «αγκαλιάσει»  (φωτ. 1).

Με θετική διάθεση, με περίσσιο κέφι και με ευχάριστες συζητήσεις δεν καταλάβαμε για πότε διανύσαμε τα 107 χιλιόμετρα και βρεθήκαμε, μετά από μία ώρα συν 10 λεπτά χαλαρής οδήγησης, από την πρωτεύουσα της Ημαθίας στο τοπωνύμιο ‘‘Διασταύρωση’’ ή ‘‘Γκορτσιά ’’ της διαδρομής: Λιτόχωρο – ‘‘Πριόνια’’.

Στη σημείο εκείνο αφήσαμε τον ασφαλτόδρομο και στρίψαμε δεξιά, ακολουθώντας τον σύντομο ανηφορικό και με νεροφαγιές δασικό δρόμο.

Έτσι, στα 100 περίπου μέτρα μετά τη διασταύρωση βρεθήκαμε σε ένα μικρό πλάτωμα με τα ξύλινα τραπεζοκαθίσματα για τους επισκέπτες και με τις σταυλικές εγκαταστάσεις του αγωγιάτη που τροφοδοτεί τα καταφύγια με τρόφιμα μεταφέροντάς τα με τα δεκάδες μουλάρια του.

Την ώρα της άφιξής μας τα, όλο δύναμη, τετράποδα φορτώνονταν με τις παραγγελίες και ετοιμάζονταν για το αρκετά απαιτητικό ανηφορικό δρομολόγιό τους (φωτ. 2).

Από το πλάτωμα που βρεθήκαμε ξεκινά, για όσους φυσικά επιλέξουν τη θέση, το μοναδικό μονοπάτι για τις κορυφές του βουνού των θεών.

Δεν ήμασταν, εκείνη την ώρα, οι μοναδικοί επισκέπτες. Από την προηγούμενη μέρα ή λίγα λεπτά νωρίτερα από εμάς είχαν έρθει και άλλοι ορειβάτες.

Αυτοκίνητα υπήρχαν πολλά.

Σταθμεύσαμε τα δικά μας σε σημεία που δεν θα εμπόδιζαν και αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε.

Ο καιρός καλός.

Ο ουρανός χωρίς σύννεφα και η πρωϊνή γύρω ατμόσφαιρα καθαρή.

Η διάθεσή μας ευχάριστη.

Τη διακρίναμε και από την έκφραση στο πρόσωπο των νεαρών συνοδοιπόρων μας.

Με τα μεταξύ μας πειράγματα δημιουργούσαμε χαρούμενες στιγμές μέσα σε ένα όμορφο δάσος από πανύψηλα δένδρα οξιάς με το πλούσιο καταπράσινο φύλλωμά τους να δροσίζουν το κλίμα στα 1.120 μέτρα υψόμετρο.

Στα σακίδιά μας τα πιο απαραίτητα και το πολλή νερό ήταν υποχρεωτικό.

Αφού ετοιμαστήκαμε, άνοιξα τον ασύρματο επικοινωνίας και ενεργοποίησα το GPS.

Μία αναμνηστική φωτογραφία στην αρχή του μονοπατιού και ξεκινήσαμε (φωτ. 3).

Μπροστά μας η…‘‘Περιπέτεια’’…η άλλη «συνοδοιπόρος κοπελιά».

Την ακολουθήσαμε.

Τελευταίος εγώ, η «σκούπα» όπως λέμε στην ορειβασία.

Με το ξεκίνημα «έσβησα» όλα τα…άχρηστα…που βάρυναν μέχρι εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου και το «ξεκίνησα» να «αποθηκεύει», στον ελεύθερό του πλέον χώρο, όλες εκείνες τις εικόνες που θα αντικρίζαμε και όλες εκείνες τις στιγμές που θα βιώναμε κατά τη διάρκεια της πολύωρής μας δραστηριότητας στον ορεινό όγκο της «κατοικίας των θεών».

Στην αρχή περπατήσαμε το όμορφα διαμορφωμένο φαρδύ μονοπάτι που στη συνέχειά του ολοένα άρχιζε να στενεύει, όσο εμείς απομακρυνόμασταν από το μικρό πλάτωμα.

Η πορεία μας ανηφορική.

Περνούσαμε μέσα από πυκνό δάσος πανύψηλων δένδρων, που είχε ήδη «ξυπνήσει».

Όλο το γύρω τοπίο μάς «μιλούσε».

«Μιλούσε» στο πέρασμά μας με το απαλό ευχάριστο αεράκι του, με την πολυχρωμία του, με το άρωμα των λογής-λογής λουλουδιών και βοτάνων, με την πρωϊνή ευχάριστη δροσιά του μέσα στα φυτικά τούνελ που σχημάτιζαν τα πυκνά καταπράσινα φυλλώματα των δένδρων, με τις εναλλασσόμενες εικόνες του, με τα ασταμάτητα τιτιβίσματα των πουλιών κ.α.

Οι εικόνες που αντικρίζαμε βήμα-βήμα δεν έμοιαζαν μεταξύ τους. Η καθεμιά της είχε τη δική της ξεχωριστή σύνθεση και απερίγραπτη ομορφιά.

Η χλωρίδα διέφερε από περιοχή σε περιοχή, το ίδιο και η γεωμορφολογία του μονοπατιού.

Σε κάθε βήμα μας και κάτι το διαφορετικό. Σε κάθε πέρασμά μας και κάτι το ξεχωριστό.

Στην αρχή περνούσαμε μέσα από μικτά δάση

Σε πολλά σημεία της διαδρομής οι γυμνές ρίζες των δένδρων χρησίμευαν σαν σκαλοπάτια στο ανέβασμά μας.

Οι νεαροί συνοδοιπόροι μας «άκουγαν» με θαυμασμό και με αρκετό ενδιαφέρον τη…«μιλιά» του δάσους καθώς και «εκείνη» του γύρω τοπίου.

Άκουγαν, όμως, με προσοχή και τις δικές μας ορειβατικές συμβουλές.

Συμβουλές για τα σημάδια που θα πρέπει να ακολουθούν, για την συμπεριφορά τους σε σημεία που απαιτούσαν πολλή προσοχή, την σοβαρότητα που θα πρέπει να δείξουν σε επικίνδυνα κομμάτια της διαδρομής κ.α.

Τους δείχναμε, επίσης, και τους διαφορετικούς τρόπους σήμανσης μονοπατιών, όπως: σημάδια διάφορων χρωματισμών σε κορμούς δένδρων και σε βράχους, βέλη, πινακιδούλες, ξύλινοι ή μεταλλική στύλοι, κορδέλες, πέτρινοι «κούκοι» ( πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω από την άλλη από ανθρώπινο χέρι) κ.α.

Συνεχίζαμε.

Ο Ορφέας και ο Γιώργος…«πετούσαν»…κυριολεκτικά, παρασυρμένοι από την ‘‘Περιπέτεια’’ και την ορμή της νιότης

Μπήκαμε σε δάσος με τα πανύψηλα μαυρόπευκα.

Ακολουθούσαμε το ευδιάκριτο, το καθαρό και με πολύ καλή σήμανση μονοπάτι, που όσο ανηφορίζαμε γινόταν βήμα-βήμα αρκετά απαιτητικό.

Άλλαζε γεωμορφολογικά.

Από χωμάτινος γινόταν πετρώδες και με μεγάλη κλίση.

Απαιτούσε στην ανάβασή του αντοχή και γερά πόδια (φωτ. από 4 έως και 8).

Συναντήσαμε μία ομάδα ορειβατών που ανηφόριζε και τους προσπεράσαμε.

Κοντεύαμε στη θέση με το τοπωνύμιο: ‘‘Μπάρμπα’’.

Τελικά, χρειαστήκαμε 45 λεπτά της ώρας συνεχούς ανηφορικής πορείας και ακολουθώντας το απαιτητικό μονοπάτι με τα πολλά πυκνά «ζιγκ-ζαγκ» για να φτάσουμε από τη θέση ‘‘Γκορτσιά’’ στο μικρό πλάτωμα-ξέφωτο με το υποτυπώδη ξύλινο σκέπαστρο και το χαρακτηριστικό πετρόχτιστο ημικυκλικό παγκάκι (φωτ. 9).

Η ολιγόλεπτη στάση ήταν απαραίτητη.

Υγρά με ηλεκτρολύτες, μπισκότα και μπάρες δημητριακών, ήταν ό,τι πρέπει στα 1.450 μέτρα υψόμετρο.

Τα λεπτά κυλούσαν, δεν είχαμε χρόνο για χάσιμο.

Η συνέχειά μας θα ήταν πολύωρη και το κάθε λεπτό «μετρούσε».

Έτσι, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε.

Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδιά μας και μπήκαμε στο μονοπάτι που οδηγούσε προς ‘‘Πετρόστρουγκα’’ και στη συνέχειά του στο ‘‘Οροπέδιο’’.

Από το σημείο, που βρεθήκαμε, ξεκινά και ένα άλλο μονοπάτι με κατάληξη το τοπωνύμιο ‘‘Κορομηλιά ’’ (φωτ. 10).

Περπατούσαμε, αυτή τη φορά, μέσα σε ένα πανέμορφο δάσος με πανύψηλα δένδρα οξιάς να σχηματίζουν δροσερό φυτικό τούνελ με την καταπράσινη πυκνή κώμη τους.

Και κάτω, τα πεσμένα παλιά φύλλα κάνανε τη διαφορά στο όλο σκηνικό…λες και η Φύση φρόντισε να «απλώσει» το χρυσοκαφετί χαλί για να το πατήσουμε στο πέρασμά μας.

Εικόνες που αντικρίζαμε απερίγραπτες, μαγευτικές, παραμυθένιες.

Και εμείς ήμασταν, εκείνη τη στιγμή, ένα κομμάτι του παραμυθιού.

Ήμασταν το κομμάτι που συμπλήρωνε το όλο σκηνικό.

Ανηφορίζοντας, οι εναλλαγές ήταν συνεχείς.

Δάσος οξιάς –  ελατόδασος – δάσος μεικτής βλάστησης – δάσος μαυρόπευκου κ.ο.κ.

Δεν ήταν μόνο η εναλλαγή του είδους της βλάστησης που αντικρίζαμε σε κάθε μας βήμα, ήταν και η εναλλαγές της μορφολογίας του μονοπατιού.

Όλο ανηφόρα, τα επίπεδα τμήματα…έτσι για κάπως χαλαρό περπάτημα…λιγοστά και σύντομα.

Σε αρκετά τμήματα της διαδρομής περνούσαμε ανάμεσα από βράχους και κάποιους ογκόλιθους διάφορων σχηματισμών και διαστάσεων (φωτ. 11 και 12).

Συνεχίζοντας την ανάβαση, προσπεράσαμε ένα δευτερεύον μονοπάτι, που το συναντήσαμε στα δεξιά μας και οδηγούσε στην πηγή που υπάρχει μέσα στο ρέμα.

Το τοπωνύμιο στο σημείο εκείνο της ρεματιάς: ‘‘Κολοκυθιές’’.

Για να φτάσει κάποιος στην πηγή θα χρειαστεί 10 μόλις λεπτά πορείας από τον μεταλλικό σωλήνα της σήμανσης, που υπάρχει στο σημείο της διασταύρωσης των μονοπατιών (φωτ. 13).

,

Ανεβαίναμε.

Κοντεύαμε στα 1.680 περίπου μέτρα υψόμετρο.

Χρειαστήκαμε 40 λεπτά ανηφορικής πορείας για να φτάσουμε από τη θέση ‘‘Μπάρμπα’’ στο  τοπωνύμιο: ‘‘Κόκκα’’ ( το γράφει με μπλε γράμματα στον κορμό ενός κωνοφόρου ).

Στο σημείο υπάρχουν ξύλινα παγκάκια, που κατασκευάστηκαν κοντά στην άκρη μιας απότομης βραχώδους πλαγιάς.

Τα παγκάκια τα βρήκαμε «πιασμένα» από μία άλλη ομάδα ορειβατών (φωτ. 14).

Ολιγόλεπτη στάση.

Κάποια στιγμή ακούστηκαν…κουδουνίσματα.

Ήταν το «σινιάλο» του…τρένου της γραμμής;;!!

Φάνηκε το…κομβόϊ…των χαριτωμένων μουλαριών που φορτωμένα ανηφόριζαν μεταφέροντας τρόφιμα για τα καταφύγια.

Πήγαιναν το ένα πίσω από το άλλο ακολουθώντας υπομονετικά τον αγωγιάτη,

Κάναμε στην άκρη να περάσουν (φωτ. 15).

Αναμνηστικές φωτογραφίες και φύγαμε.

Από δω και πέρα συνεχίζαμε στο πιο απαιτητικό μονοπάτι της διαδρομής, που περνούσε από βραχώδη τοπία.

Βρισκόμασταν μέσα σε ελατοπευκόδασος.

Κάπου-κάπου συναντούσαμε και κανένα ακέφαλο ρόμπολο, που ξεχώριζε με το επίπεδο τελείωμά του σε σχήμα ομπρέλας.

Τα βήματά μας αργά.

Γύρω μας η απόλυτη ησυχία.

Εδώ το δάσος σιωπούσε και έτσι σιωπηλό παρακολουθούσε την απαιτητική προσπάθειά μας της ανάβασης.

Ακούγονταν μόνο οι ανάσες μας και τα «κλικ» των κλείστρων των φωτογραφικών μας μηχανών.

Ανηφορίζαμε.

Συναντήσαμε τον βράχο, στα αριστερά μας όπως ανεβαίναμε, με την ολόλευκη μαρμάρινη πλακέτα και με τα εξής χαραγμένα πάνω της: «Κάτι του ψιθυρίσανε τα σύννεφα / Κάτι του αποκάλυψε ο άνεμος / Απροσδόκητα αναχώρησε  Κώστας Τζιβελέκας».

Ήταν αφιερωμένη στον Έλληνα κατακτητή του Έβερεστ, που στα 67 του «ανέβηκε» ακόμη πιο ψηλά, εκεί στον ουρανό, ηττημένος από την ανίατη ασθένειά του.

Φωτογραφίες και συνεχίσαμε (φωτ. 16 και 17).

Λίγο πιο πάνω υψομετρικά υπάρχει, στο βραχώδη εκείνο κομμάτι της διαδρομής, ένα άνοιγμα που βλέπει προς το καταπράσινο ‘‘Μαυρόλογγο’’ και τις απέναντι ψηλότερες κορυφές του « Παρθενώνα της ελληνικής φύσης», όπως αποκαλούσε τον Όλυμπο ο ζωγράφος Ιθακήσιος.

Πλησιάσαμε στο χείλος του απόκρημνου βράχου για να θαυμάσουμε, από ψηλά, όλη την εικόνα που «ξεδιπλωνόταν» μπροστά μας, καθώς και εκείνη του…χάους κάτω από τα πόδια μας.

Βλέπαμε την μακρινάρι κορυφογραμμή με τις κορυφές της σχεδόν να «ακουμπούν» τα σύννεφα: ‘‘Σημαιοφόρος’’ (υψ. 2.382 μ.), ‘‘Πάγος’’ (υψ. 2.677 μ.), ‘‘Καλόγερος’’ (υψ. 2.701 μ.), ‘‘Καλόγερος Β΄’’ (υψ. 2.700 μ.), ‘‘Μεταμόρφωση’’ και ‘‘Αγ. Αντώνιος’’ (υψ. 2.815 μ.).

Και κοιτάζοντας χαμηλά, βλέπαμε όλο εκείνο το χάος του δασοσκέπαστου μαγευτικού ‘‘Μαυρόλογγού’’ (φωτ. 18 και 19).

Φωτογραφίες και συνεχίσαμε.

Κοντεύαμε στα 1.800 περίπου μέτρα υψόμετρο.

Θέλαμε λίγο ακόμη για το τοπωνύμιο ‘‘Στράγγος’’.

Κάποια στιγμή φτάσαμε.

Χρειαστήκαμε κοντά στα 20 λεπτά ανηφορικής πορείας, με στάσεις, για να βρεθούμε από τη θέση ‘‘Κόκκα’’ στο σημείο με τη μεγάλη τσιμεντένια δεξαμενή, που έχει στη μια πλευρά της ζωγραφισμένη την γαλανόλευκη.

Πριν τη δεξαμενή, όπως ανεβαίνουμε, μία μεταλλική πινακιδούλα στον κορμό του κωνοφόρου ενημερώνει τον ορειβάτη για τις επιλογές που μπορεί να κάνει, όπως:

Α. ή να ακολουθήσει το μονοπάτι, στα αριστερά, που οδηγεί στη σπηλιά του Βασίλη Ιθακήσιου.     

Β. ή να ακολουθήσει ένα δεύτερο μονοπάτι, και αυτό στα αριστερά, που οδηγεί από την μία κατεύθυνση στην ‘‘Πηγή Στράγγο’’ και από την άλλη στο ‘‘Γομαρόσταλο’’.

[Για να φτάσει κάποιος στην ‘‘Πηγή Στράγγο’’, την μοναδική πηγή στην ανώτερη ζώνη του  Ολύμπου, δεν θα χρειαστεί παραπάνω από 15 λεπτά πορείας από τη διασταύρωση μονοπατιών που βρεθήκαμε].

Γ. ή να συνεχίσει το κύριο μονοπάτι που ακολουθούσαμε και οδηγεί στο καταφύγιο  ‘‘Πετρόστρουγκα ’’ και στη συνέχειά του στο ‘‘Οροπέδιο  Μουσών’’ περνώντας από την κορυφή ‘‘Σκούρτα’’.

Στη δεξαμενή δεν καθυστερήσαμε καθόλου (φωτ. 20).

Ολιγόλεπτη σύσκεψη και αποφασίσαμε να κάνουμε μία μικρή παράκαμψη από την προγραμματισμένη πορεία μας και να επισκεφτούμε την ‘‘Σπηλιά Ιθακήσιου’’.

Έτσι, ακολουθήσαμε το μονοπάτι της επιλογής «Α».

Δεν περπατήσαμε πολύ.

Χρειαστήκαμε κοντά στα 10 λεπτά πορείας για να φτάσουμε από τη τσιμεντένια δεξαμενή στο τοπωνύμιο: ‘‘Σπηλιά Ιθακήσιου’’.

Πριν την βραχοσκεπή υπάρχει μία μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένα πάνω της τα εξής: ‘‘Εδώ ζούσε τα καλοκαίρια ο Βασίλειος Ιθακήσιος ζωγράφος του Ολύμπου (1878-1977)’’.

Αναμνηστική φωτογραφία και επιστρέψαμε στη δεξαμενή (φωτ. 21).

Στη διασταύρωση μονοπατιών, στο τοπωνύμιο ‘‘Στράγγος’’, μπήκαμε στο μονοπάτι της επιλογής «Β», για ‘‘Γομαρόσταλο’’, ακολουθώντας, πλέον, το πρόγραμμα της σαββατιάτικής μας δραστηριότητας, όπως αυτό έχει σχεδιαστεί από την αρχή του.

Ανηφορίζοντας φτάσαμε σε μία άλλη διασταύρωση μονοπατιών.

Του δικού μας που ακολουθούσαμε με ένα άλλο, που: στα αριστερά του συνέχιζε για ‘‘Γομαρόσταλο’’ και στα δεξιά του κατέληγε στην ‘‘Πετρόστρουγκα’’ (από άλλη φυσικά διαδρομή).

Εμείς, συνεχίσαμε ευθεία, μπαίνοντας στο κομμάτι με το τοπωνύμιο ‘‘Ανάθεμα ’’ (φωτ. 22).

Ακολουθήσαμε δηλαδή το λιγότερο περπατημένο μονοπάτι στη ζώνη του Ρόμπολου, του γιγάντιου σε διαστάσεις, σχήμα και ύψος ακέφαλου κωνοφόρου.

Είναι ένα μονοπάτι με αρκετά απαιτητικά περάσματα που απαιτούν πολλή κουράγια, συνεχή αντοχή και δύναμη στα πόδια.

Ανηφορίζει μία πετρώδη πλαγιά με μεγάλη κλίση και λόγω της δυσκολίας του στην ανάβαση οι ορειβάτες δεν το προτιμούν σχεδόν καθόλου.

Η μη ανανέωση-φρεσκάρισμα της σήμανσης αυτό ακριβώς «μαρτυρούσε».

Άρχισαν τα δύσκολα.

Εμείς, όμως, συνεχίζαμε ακάθεκτοι.

Ακολουθούσαμε την ‘‘Κουράγιο’’, την ‘‘Επιμονή’’ και την ‘‘Επιμονή’’…τις άλλες «συνοδοιπόρους κοπελιές» της ομάδας.

Σε πολλά σημεία του μονοπατιού προχωρούσαμε σχεδόν «σκαρφαλώνοντας» τους βράχους με τα…τέσσερα !!!

Το σχεδόν κάθετο της κλίσης της πλαγιάς μάς ανάγκαζε σε συχνές σύντομες στάσεις.

Ήταν απαραίτητες στο απότομο και κουραστικό ως ανάβαση και κατά πολύ σύντομο ως κατάβαση μονοπάτι αυτό (φωτ. 23 και 24).

Η ‘‘Συνέχεια’’ δεν «σταματούσε» το: «Πάμε, πάμε παλικάρια!!!»

Συνεχίζαμε.

Κάποια στιγμή τα γιγάντια, παράξενων σχηματισμών και διαστάσεων, κωνοφόρα άρχιζαν να αραιώνουν.

Κοντεύαμε στο γυμνό της Αλπικής ζώνη.

Το μαρτύριό μας στο…ντερέκι…με το τοπωνύμιο ‘‘Ανάθεμα’’ έφτανε στο τέλος του.

Επιτέλους, βγήκαμε στο γυμνό του ορεινού όγκου.

Στα 2.300 περίπου μέτρα υψόμετρα τα δένδρα απουσίαζαν.

Μόνο κάποιοι σκόρπιοι θάμνοι κάνανε τη διαφορά στο όλο πέτρα και ποώδη χορτολιβαδική βλάστηση τοπίο.

Χρειαστήκαμε μία ώρα και 15 λεπτά δύσκολης ανάβασης για να βγούμε από το πιο απαιτητικό κομμάτι της διαδρομής και να βρεθούμε επιτέλους κοντά στα…σύννεφα.

Στην Αλπική ζώνη ολιγόλεπτη στάση.

Δεν καθυστερήσαμε καθόλου.

Είχαμε πολλή δρόμο ακόμη μπροστά μας για να ολοκληρώσουμε τη σαββατιάτική μας προγραμματισμένη δραστηριότητα.

Φωτογραφίες και ξεκινήσαμε για την κορυφή ‘‘Σκούρτα’’ (φωτ. 25).

Ακολουθούσαμε τους ξύλινους πασσάλους της σήμανσης του μονοπατιού και τους πέτρινους «κούκους», τις τοποθετημένες δηλαδή πέτρες τη μια πάνω στην άλλη από ανθρώπινο χέρι.

Φάνηκε η κορυφή (φωτ. 26).

«Κοντεύοντας» στα…σύννεφα…η ζεστασιά του ήλιου γινόταν ολοένα και πιο αισθητή.

Οι αχτίδες του έκαιγαν.

Η αντηλιακή στο πρόσωπο και τα ακάλυπτα μέλη του σώματος ήταν απαραίτητη.

Πασαλείφτηκα και συνέχισα.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στην κορυφή ‘‘Σκούρτα’’ (φωτ. 27).

Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη.

Αντικρίζαμε γύρω μας εικόνες όμορφες.

Από τα 2.476 μέτρα υψόμετρο βλέπαμε καθαρά: το υπόλοιπο της διαδρομής μας μέχρι το ‘‘Όροπέδιο’’, το ‘‘Στεφάνι’’, τον ‘‘Μύτικα’’, τον ‘‘Πρ. Ηλία’’(που σε σχήμα κώνου ορθωνόταν πάνω από το ‘‘Οροπέδιο’’), καθώς και όλες σχεδόν τις υπόλοιπες κορυφές της «κατοικίας των θεών». (φωτ. 28).

Κοιτάζοντας πίσω μας και χαμηλά βλέπαμε τον ‘‘Θερμαϊκό Κόλπο’’, την Κατερίνη, τον κάμπο της, τα χωριά της Πιερίας και τα παράλιά της.

Στην κορυφή δεν καθυστερήσαμε. Φωτογραφίες και φύγαμε.

Η πορεία μας κατηφορική αυτή τη φορά. Η κατηφόρα όμως σύντομη.

Φτάσαμε στο τοπωνύμιο ‘‘Λαιμός’’.

Συνεχίσαμε στην κόψη του.

Και από τη μια και από την άλλη είχαμε τις απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές που κατέληγαν στο χάος των ρεματιών.

Φτάνοντας στα ‘‘Καγκέλια’’ άρχισαν και πάλι τα δύσκολα.

Ανεβαίναμε μία απαιτητική βραχώδη πλαγιά με αρκετά μεγάλη κλίση.

Η πορεία μας οφιοειδής. Τα «ζιγκ-ζαγκ» πυκνά.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε κοντά στο απότομο ‘‘Πέρασμα Γιώσου’’.

[Το τοπωνύμιο πήρε το όνομα του Γιώσου (Ιάσωνα) Αποστολίδη για την πρωτοβουλία του στην κατασκευή του περάσματος και λόγω του τραυματισμού του στον απότομο εκείνο βράχο κατά τη διάρκεια των εργασιών ].

Στο σημείο υπάρχουν δύο επιλογές για να βρεθεί κανείς στο ‘‘Οροπέδιο Μουσών’’:

Α. ή να ‘‘σκαρφαλώσει’’ το απότομο βράχινο τοίχος, όπως έκανε ο Γιώσος.

     [Στο πέραμα υπάρχει σήμερα βοηθητικό συρματόσχοινο ]

Β. ή να παρακάμψει το απότομο και να ακολουθήσει το μονοπάτι με τη λιγότερη δυσκολία, που δημιουργήθηκε στα δεξιά, όπως ανεβαίνουμε, του ‘‘Περάσματος Γιώσου ’’.

Εμείς επιλέξαμε την «Α» επιλογή, αποφασισμένοι να κάνουμε ολόκληρη τη διαδρομή του μονοπατιού από τη ‘‘Σκούρτα’’ μέχρι το ‘‘Οροπέδιο’’, όπως ακριβώς τη χάραξε και τη δημιούργησε ο ΣΕΟ με πρωτοβουλία του Ιάσωνα.

Ξεκινήσαμε το «σκαρφάλωμα».

Πιανόμασταν από το συρματόσχοινο και πατούσαμε στις εσοχές ή στα φυσικά σκαλωπατάκια του γιγάντιου και σχεδόν κάθετου βράχου (φωτ. 29).

Δεν αργήσαμε να βγούμε από το ‘‘Πέρασμα’’ και να βρεθούμε στο απέραντο αλπικό χορτολίβαδο, το ‘‘Οροπέδιο Μουσών’’.

Χρειαστήκαμε 5,5 ώρες συνεχούς απαιτητικής ανάβασης από τη θέση ‘‘Γκορτσιά’’ για να δούμε επιτέλους τον γιγάντιο ‘‘θρόνο του Δία’’, το ‘‘Στεφάνι’’ (υψ. 2.912 μ), να ορθώνεται επιβλητικά, εκεί μπροστά μας, και σε σχετικά μικρή απόσταση από μας.

Νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να τον «αγγίξουμε» εάν απλώναμε το…χέρι μας!!!

Δίπλα του και στα αριστερά του, όπως τον βλέπαμε, η ψηλότερη κορυφή του βουνού των…θεών, που ξεχώριζε από το γιγάντιο τοίχο μετά από ένα κενό που παρεμβάλλεται μεταξύ τους.

Ο ‘‘Μύτικας’’ (υψ. 2.918 μ.), μυτερός στη θέα του από μακριά και ψηλότερος από τον ‘‘θρόνο’’ σχεδόν «ακουμπούσε» τα σύννεφα και σου έδινε την εντύπωση ότι «προσπαθούσε» να τα «τρυπήσει».

Βλέπαμε επίσης, την κορυφή ‘‘Τούμπα’’ που ορθωνόταν στα δεξιά του γκριζωπού γιγάντιου βράχινου τοίχου, μετά την παρεμβολή μεταξύ τους του περάσματος ‘‘Πόρτες’’.

Περπατούσαμε στο απέραντο αλπικό χορτολίβαδο και κοντά στη βάση της κορυφής ‘‘Πρ. Ηλίας’’ με το κωνικό σχήμα της και με το κτισμένο στα 2.788 μέτρα υψόμετρο ομώνυμο εκκλησάκι.

Το εκκλησάκι αυτό κάποιοι ορειβάτες/σες το επιλέγουν για να τελέσουν τους γάμους τους !!

Μπορέσαμε να διακρίνουμε και το καταφύγιο ‘‘Χρ. Κάκαλος’’, που φαινόταν σαν ένα μικρό σπιτάκι πάνω σε λοφίσκο.

Ο «κάτοχός» του «θρόνου»…απουσίαζε. Απουσίαζαν όμως και οι…«Μούσες».

Δεν συναντήσαμε κανένα από τα χαριτωμένα…αγριοκάτσικα Ολύμπου.

Με την πιο πάνω εικόνα προχωρούσαμε (φωτ. 30).

Στη διασταύρωση μονοπατιών, στο ‘‘Οροπέδιο’’, ακολουθήσαμε αρχικά το ανηφορικό, εκείνο δηλαδή που οδηγούσε στο καταφύγιο ‘‘Αποστολίδη’’.

Το άλλο, κατηφορίζοντας στην αρχή του, οδηγούσε στο καταφύγιο ‘‘Χρ. Κάκαλος’’.

Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ από την διασταύρωση και αποφασίσαμε να χωριστούμε

Εγώ, χορτάτος από τα «σκαρφαλώματα» στον ‘‘Μύτικα’’, συνέχισα για τον ‘‘Αποστολίδη’’ και από εκεί θα ανέβαινα στις γύρω, από το καταφύγιο, κορυφές.

Οι υπόλοιποι της ομάδας συνέχισαν «κόβοντας» διαδρομή, για να βρεθούν πιο σύντομα στα ‘‘Ζωνάρια’’  και από εκεί θα συνέχιζαν για την ψηλότερη κορυφή σκαρφαλώνοντας το ‘‘Λούκι’’.

Το θέλανε οι νεαροί που, ορεξάτοι της πρώτης φοράς, θέλανε να βιώσουν αυτήν την απερίγραπτη εμπειρία και να νιώσουν για κάποια λεπτά «μικροί θεοί» στο βουνό των…θεών.

Αρχηγός ανέλαβε ο Ηλίας Μ..

Μαζί του και ο Γιάννης Π., ένας καλός και δυνατός ορειβάτης.

Η επικοινωνία μας θα γινόταν μέσω ασυρμάτων.

Κάποια στιγμή έφτασα στο πέτρινο κτίσμα που έχει χτιστεί στο ψηλότερο σημείο στον Ελλαδικό ορεινό όγκο και έχει πάρει το όνομα του ιδρυτή του, του Γιώσου Αποστολίδη, μετά το θάνατό του από ορειβατικό ατύχημα στο ‘‘Λούκι του Μύτικα’’ το Πάσχα του 1964 (φωτ. 31).

Στα 2.760 μέτρα υψόμετρο συνάντησα πολλούς ορειβάτες.

Εκείνους που ετοιμάζονταν να εκδράμουν και τους άλλους που είχαν επιστρέψει από αναρρίχηση.

Υπήρχαν και εκείνοι που ξεκουράζονταν απολαμβάνοντας την δροσιά του υψόμετρου και την φανταστική γύρω θέα.

Το ίδιο έκανα και εγώ.

Απαλλάχτηκα από το βάρος που κουβαλούσα, «γαντζωμένο» στην πλάτη, για κοντά στις 6 ώρες και κάθισα να ξαποστάσω.

Υγρά με ηλεκτρολύτες, μπάρες δημητριακών ήταν το…απαραίτητο πρόγευμα.

Το…κύριο…θα ακολουθούσε μετά την επιστροφή και των υπόλοιπων.

Η ξεκούρασή μου ολιγόλεπτη.

Άφησα το σακίδιο και παίρνοντας μαζί μου μόνο τον ασύρματο κατευθύνθηκα προς το καταφύγιο ‘‘Κακαλος’’ (φωτ. 32).

Φτάνοντας, και εκεί συνάντησα αρκετό κόσμο. Όχι, όμως, τόσο όσο βλέπουμε τις Κυριακές.

Σάββατο σήμερα, οι περισσότεροι θα αρχίσουν να έρχονται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο ασύρματος «μίλησε».

Ο Ηλίας με ενημέρωσε ότι ετοιμάζονταν για το «σκαρφάλωμα» στο ‘‘Λούκι’’ (φωτ. 33).

Τους ευχήθηκα να πάνε όλα καλά και ξεκίνησα για τη δικιά μου συνέχεια.

Αρχικά κατευθύνθηκα προς την κορυφή ‘‘Τούμπα’’.

ΠΑΟΚτζής εγώ, θάμουν…απαράδεκτος να μην πάω.

Ο ασύρματος «ξαναμίλησε». Ο Ηλίας με πληροφόρησε ότι αρχίσανε την ανάβαση.

Ο Ορφέας και ο Γιώργος, οι νεαροί της ομάδας, «άκουσαν» φαίνεται τις…προτροπές…των «συνοδοιπόρων κοριτσιών μας», και ξεκίνησαν.   

Ήταν η ‘‘Τόλμη’’ που τους «ψιθύρισε»: «Για να γίνετε αετοί θα πρέπει να πάψετε να κάνετε παρέα με κότες!!!».

Ήταν και η ‘‘Θέα’’ που τους «είπε»: «Σκαρφαλώνουμε τα βουνά όχι για να μάς δουν οι άλλοι…αλλά, για να δούμε εμείς τον Κόσμο !!».

Τις ακολούθησαν.

Τέλεια !! Μπράβο παιδιά.

Στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή ήρθαν, στιγμιαία, οι αναμνήσεις από το δικό μου πρώτο τόλμημα του εγχειρήματος της ανάβασης στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου.

Ήταν σαν να τους «έβλεπα».

Τους φανταζόμουν να σκαρφαλώνουν με τα..τέσσερα…, σαν αγριοκάτσικα, το απότομο πέρασμα ‘‘Λούκι’’ γαντζώνοντας τα δάχτυλά τους στις σχισμές των βράχων και πατώντας στα φυσικά σκαλοπάτια, που δημιούργησε ο φθοροποιός χρόνος εδώ και χιλιετίες.

Την κάθε σχισμή και το κάθε σκαλοπάτι τα είχα «βαπτίσει» τότε και τους «έδωσα»…ονόματα, όπως: ‘‘θέληση’’, ‘‘αποφασιστικότητα’’, ‘‘τόλμη’’, ‘‘προσπάθεια’’, ‘‘επιμονή’’, ‘‘υπομονή’’, ‘‘αντοχή’’, ‘‘κατόρθωμα’’, ‘‘θέα’’, ‘‘χαρά’’…!!! (φωτ. 34, 35, 36).

Εγώ, ο μοναχικός, επέστρεψα από την κορυφή ‘‘Τούμπα’’ και συνέχισα για την επόμενη στη σειρά κορυφή.

Κάποια στιγμή ενημερώθηκα ότι οι υπόλοιποι της ομάδας φτάσανε στην κορυφή, τον ‘‘Μύτικα’’.

Συγχαρητήρια σε όλους και πολλά μπράβο στους νεαρούς, που επιτέλους «γίνανε»…αετοί (φωτ. 37 και 38).

Όσο χρονικό διάστημα ο Ορφέας και ο Γιώργος αισθάνονταν, στα 2.918 μέτρα υψόμετρο, ‘‘μικροί θεοί ’’ στο «σπίτι των θεών» εγώ προχωρούσα για τον ‘‘Πρ. Ηλία’’.

Στη διαδρομή μου συνάντησα, επιτέλους, τις μεταμορφωμένες σε αγριοκάτσικα ‘‘Μούσες’’.

Δεν ήταν μακριά μου.

Κάποια από τα χαριτωμένα αυτά τετράποδα του Ολύμπου βρέθηκαν σε απόσταση…αναπνοής. Στα μόλις 5 με 10 μέτρα απόσταση.

Συνηθισμένα στην ανθρώπινη παρουσία δεν απομακρύνονταν.

Τους μιλούσα και αυτά με κοίταζαν στιγμιαία και συνέχιζαν να βόσκουν αμέριμνα στο απέραντο Αλπικό χορτολίβαδο του ‘‘Οροπέδιου’’ (φωτ. 39).

Ο ασύρματος «μίλησε» για ακόμη μία φορά.

Ο Ηλίας με ενημέρωσε ότι επιστρέφουν (φωτ. 40).

Χαζεύοντας τα αγριοκάτσικα και ψάχνοντας για πόζες…φωτογράφισης των μοντέλων, δεν κατάφερα να ανέβω στην κορυφή ‘‘Πρ. Ηλίας’’ και έτσι, ξεκίνησα για την επιστροφή μου στο καταφύγιο για να περιμένω εκεί τους υπόλοιπος για τη συνέχεια.

Τα λεπτά τρέχανε, η ώρα περνούσε. Το ρολόϊ μου έδειχνε 16.00΄.

Επιτέλους φάνηκαν.

Στο πρόσωπό τους η έκφραση χαράς, της επιτυχίας και το χαμόγελο του ενθουσιασμού.

Ολιγόλεπτη σύσκεψη και καταλήξαμε να μη καθυστερήσουμε άλλο, γιατί η ώρα ήταν περασμένη και θα χρειαζόμασταν κάτι λιγότερο από 5 ώρες για την επιστροφή.

Αναμνηστική φωτογραφία και φύγαμε (φωτ. 41).

Αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε το κατηφορικό κλασικό μονοπάτι: ‘‘Οροπέδιο’’–‘‘Πετρόστρουγκα’’.

Η διαδρομή που επιλέξαμε δεν θα είχε τα δύσκολα και τα πολύ απαιτητικά κομμάτια.

Θα ήταν όμως κατά πολύ μακρύτερη από εκείνη που κάναμε ανεβαίνοντας.

Η πορεία μας κατηφορική. Ήθελε γερά γόνατα.

Τα περάσματά μας μέχρι την κορυφή ‘‘Σκούρτα’’ γνώριμα, τα έχουμε περάσει ανηφορίζοντας.

Και οι εικόνες γνωστές αλλά με διαφορετική γωνία φωτισμού.

‘‘Οροπέδιο’’-περάσαμε δίπλα από το απότομο του ‘‘Περάσματος Γιώσου’’ – ‘‘Καγκέλια’’ – ‘‘Λαιμός’’ – ‘‘Σκούρτα’’ (φωτ. 42).

Φτάνοντας στην κορυφή ‘‘Σκούρτα’’ αποφύγαμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο ‘‘Ανάθεμα’’ και μπήκαμε στο κλασικό που οδηγούσε στην ‘‘Πετρόστρουγκα’’.

Εδώ οι εικόνες διαφορετικές και τα τοπία διαφέρανε.

Κοντεύαμε στο καταφύγιο της περιοχής (φωτ. 43 και 44).

Μετά από 2 ώρες πορείας με ανεβοκατεβάσματα φτάσαμε από το ‘‘Οροπέδιο’’ στα 1.950 περίπου μέτρα υψόμετρο του τοπωνύμιου ‘‘Πετρόστρουγκα’’.

Η χαρακτηριστική κούνια του καταφύγιου ήταν κατειλημμένη.

Κόσμος λιγοστός.

Οι διαχειριστές, όμως, προετοιμάζονταν να υποδεχτούν μεγάλες ομάδες ορειβατών που ήταν ήδη καθ’ οδών ( φωτ. 45 και 46).  

Ολιγόλεπτη στάση.

Δεν καθυστερήσαμε. Θέλαμε να προλάβουμε για να μη μας πιάσει το σκοτάδι μέσα στο δάσος.

Φύγαμε.

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στην τσιμεντένια δεξαμενή στο τοπωνύμιο ‘‘Στράγγος’’.

Από δω και πέρα όλα μας ήταν γνώριμα.

Τα είχαμε περάσει ανηφορίζοντας.

Στη διαδρομή μας: ‘‘Δεξαμενή’’-‘‘Κόκκα’’-‘‘Μπάρα’’- ‘‘Γκορτσιά’’, συναντούσαμε ομάδες ορειβατών που εκείνη την ώρα ανηφόριζαν για τα καταφύγια.

Το αντάμωμά μας, όμως, με τα μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Βροντούς με χαροποίησε περισσότερο.

Μεταξύ τους βρισκόταν και ο διαδικτυακός μου φίλος και καλός ορειβάτης, ο Γιώργος Σπανός.

Τον συναντούσα στο βουνό των θεών για δεύτερη φορά !!

Τα είπαμε λιγάκι.

Όμορφες εικόνες, χαρούμενες στιγμές.

Συνεχίσαμε.

Κάποια στιγμή φτάσαμε επιτέλους στη θέση ‘‘Γκορτσιά ’’.

Χρειαστήκαμε 4 ώρες και 15 λεπτά, (συνολικός χρόνος με στάσεις), κατηφορικής πορείας για να βρεθούμε από τα 2.760 μέτρα υψόμετρο στα 1.120 μέτρα.

Φτάνοντας στο αυτοκίνητο αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή μας στη Βέροια.

Την ώρα εκείνη είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία η σαββατιάτική μας δραστηριότητα.

Μία όμορφη εμπειρία έφτασε στο τέλος της.

Αποφασίσαμε να ανεβούμε στον ‘‘Μύτικα’’ αυθημερόν και το κάναμε.

Δοκιμάσαμε τις αντοχές μας σε μονοπάτια απαιτητικά, εκείνα που θέλανε κουράγιο – υπομονή –  θέληση – επιμονή – δύναμη στα πόδια – γερά γόνατα, και τα καταφέραμε.

Πολλά μπράβο στον Ορφέα και στον Γιώργο για το τόσο επίπονο και δύσκολο τόλμημά τους της πρώτης φοράς.

Συγχαρητήρια παιδιά.

Το θελήσατε, το ζητήσατε, το επιδιώξατε και το πραγματοποιήσατε.

Θα έχετε πολλά να πείτε και ακόμη περισσότερα να περιγράψετε στα φιλαράκια της παρέας σας.

Αφού ετοιμαστήκαμε, επιβιβαστήκαμε στο τζιπ και ξεκινήσαμε για την πρωτεύουσα της Ημαθίας με τις καρδιές μας γεμάτες από έντονα συναισθήματα και στις άκρες του μυαλού μας «φωλιασμένες» εκατοντάδες εικόνες που αντικρίσαμε κατά τη διάρκεια της πολύωρης δραστηριότητάς μας στο βουνό των θεών και εκείνες των δεκάδες  στιγμών που ζήσαμε στον ορεινό του όγκο

« Το να επιστρέφεις εκεί που ξεκίνησες, δεν είναι το ίδιο με το να μην έχεις φύγει ποτέ.»

( Terry Pratchett,  Βρετανός συγγραφέας)

Απολογισμός :

Διαδρομή: ‘‘Γκορτσιά’’ ή ‘‘Διασταύρωση’’ (υψ. 1.120 μ.) – θέση ‘‘Μπάρμπα’’ (υψ. 1.450 μ.) – θέση ‘‘Κοκκα’’ – θέση ‘‘Στράγγος’’ – ‘‘Σπηλιά Ιθακήσιου’’ – μονοπάτι ‘‘Ανάθεμα’’ – κορυφή ‘‘Σκούρτα’’ (υψ. 2.476 μ.) – ‘‘Πέρασμα Γιωσου’’ – ‘‘Οροπέδιο Μουσών’’ – ‘‘Ζωνάρια’’ – πέρασμα ‘‘Λούκι’’ – κορυφή ‘‘Μύτικας’’ (υψ. 2.918 μ.)– καταφύγιο ‘‘Αποστολίδη’’ (υψ. 2.760 μ.) – ‘‘Σκούρτα’’ –καταφύγιο ‘‘Πετρόστρουγκας’’ (υψ. 1.950 μ.) – ‘‘Γκορτσιά’’

Υψομετρική  διαφορά : 2.000 μέτρα  (με ανεβοκατεβάσματα)

Απόσταση: 27,5 χλμ.

Χρόνος : 13 ώρες και 25 λεπτά (συνολικός χρόνος με στάσεις)