“ΗΠΑ – Ιράν: Ο πόλεμος που λήγει επειδή κακώς άρχισε και η συμφωνία που εκθέτει Νετανιάχου και Τραμπ” / γράφει ο Γιάννης Μακρυγιάννης
Αν κρίνει κανείς από τους αρχικούς στόχους που είχαν τεθεί όταν ξεκίνησε η στρατιωτική αναμέτρηση με το Ιράν, τότε η συμφωνία που προέκυψε μοιάζει περισσότερο με πιστοποιητικό αποτυχίας παρά με θρίαμβο για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον Ντόναλντ Τραμπ
Η εικόνα είναι σχεδόν παράδοξη, αν και όχι μη αναμενόμενη, με βάση τα όσα έγιναν στον Περσικό Κόλπο αυτό το τρίμηνο.
Το Ισραήλ επέδειξε πρωτοφανή στρατιωτική ισχύ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κινητοποίησαν τεράστιους πόρους. Το Ιράν βρέθηκε αντιμέτωπο με τη μεγαλύτερη πίεση των τελευταίων δεκαετιών. Κι όμως, στο τέλος της διαδρομής, η Ουάσιγκτον κάθεται στο ίδιο τραπέζι με την Τεχεράνη και διαπραγματεύεται μια συμφωνία η οποία αφήνει ανοιχτά σχεδόν όλα τα μεγάλα ζητήματα που υποτίθεται ότι οδήγησαν στον πόλεμο. Και πάντως η διαπραγμάτευση δείχνει να γίνεται περισσότερο με τους όρους του Ιράν και λιγότερο με των ΗΠΑ.
Με την επίτευξη της συμφωνίας σχεδόν όλοι συμφώνησαν σε μία διαπίστωση: Ο μεγάλος χαμένος της υπόθεσης είναι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η κυβέρνηση του Ισραήλ επένδυσε πολιτικά και στρατηγικά στην ιδέα ότι η σύγκρουση θα οδηγούσε είτε σε συντριπτική αποδυνάμωση είτε ακόμη και σε ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Παράλληλα, καλλιεργήθηκε η προσδοκία ότι θα εξουδετερωνόταν οριστικά η ιρανική πυρηνική απειλή, θα περιορίζονταν οι περιφερειακοί σύμμαχοι της Τεχεράνης και θα διαμορφωνόταν μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή. Σήμερα, τίποτα από αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο.
Ακόμη χειρότερα για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, αρκετές αναλύσεις στον διεθνή Τύπο υποστηρίζουν ότι το Ισραήλ βρέθηκε στο περιθώριο των τελικών διαπραγματεύσεων. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να προχώρησε σε συμφωνία χωρίς να εξασφαλίσει τις εγγυήσεις που ζητούσε η ισραηλινή πλευρά για το πυρηνικό πρόγραμμα, το βαλλιστικό οπλοστάσιο ή το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων του Ιράν.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ισραηλινά μέσα ενημέρωσης μιλούν πλέον ανοιχτά για στρατηγικό αδιέξοδο. Ορισμένες αναλύσεις κάνουν λόγο για μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές αποτυχίες του Νετανιάχου, καθώς ο πόλεμος δεν παρήγαγε το πολιτικό αποτέλεσμα που είχε υποσχεθεί.
Ο δεύτερος χαμένος είναι ο Ντόναλντ Τραμπ.
Βεβαίως, ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη συμφωνία ως προσωπική διπλωματική επιτυχία. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Για μήνες, η αμερικανική στρατηγική κινήθηκε ανάμεσα σε απειλές, τελεσίγραφα, στρατιωτική πίεση και διαρκείς διαβεβαιώσεις ότι το Ιράν θα υποχρεωθεί σε πλήρη υποχώρηση. Τελικά, η Ουάσιγκτον φαίνεται να κατέληξε σε μια συμφωνία που αφήνει τις πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις για αργότερα: το πυρηνικό πρόγραμμα, τον εμπλουτισμό ουρανίου, τους πυραύλους και το καθεστώς κυρώσεων.
Με άλλα λόγια, ο Τραμπ κλείνει τον πόλεμο χωρίς να έχει επιτύχει τους στόχους για τους οποίους υποτίθεται ότι άνοιξε το μέτωπο.
Η Τεχεράνη παραμένει ισχυρή και «ελέγχει» τα Στενά του Ορμούζ
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η Τεχεράνη εμφανίζεται σήμερα να διαπραγματεύεται από θέση πολύ ισχυρότερη απ’ ό,τι πολλοί ανέμεναν. Παρά τις απώλειες και τις καταστροφές που υπέστη, το καθεστώς επιβίωσε, οι κρατικοί θεσμοί δεν κατέρρευσαν, η ιρανική ηγεσία παραμένει στη θέση της. Και το σημαντικότερο: η διεθνής κοινότητα συζητά πλέον για όρους συμβιβασμού και όχι για αλλαγή καθεστώτος.

Υπάρχει μάλιστα ένα ακόμη στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμάται: Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ απέδειξε ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάζει καθοριστικά την παγκόσμια οικονομία. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η ανησυχία στις διεθνείς αγορές λειτούργησαν ως υπενθύμιση ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτική νίκη. Η δε πρόβλεψη ότι θα συνδιαχειρίζεται το κρίσιμο πέρασμα με το Ομάν και πως παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβάλλει τελικά «τέλη διέλευσης», επιβεβαιώνουν ότι θα εξακολουθήσει να διαθέτει τον έλεγχο.
Φυσικά, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι το Ιράν βγήκε αλώβητο από αυτή την περιπέτεια. Οι απώλειες ήταν μεγάλες. Οι οικονομικές συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες. Όμως η βασική πολιτική επιδίωξη των αντιπάλων του – η συντριβή ή η ανατροπή του καθεστώτος – δεν επετεύχθη.
Αποδείχθηκε ότι οι πόλεμοι δεν κρίνονται μόνο από το ποιος βομβάρδισε περισσότερο ή ποιος κατέλαβε περισσότερα εδάφη, αλλά από το αν επιτεύχθηκαν οι πολιτικοί στόχοι που είχαν τεθεί εξαρχής.
Και με βάση αυτό το κριτήριο, υπάρχουν μόνο δυσάρεστες ειδήσεις για τον άξονα που προκάλεσε τον πόλεμο: το Ισραήλ επέδειξε ισχύ αλλά δεν πέτυχε τη στρατηγική μεταμόρφωση της περιοχής που επιδίωκε. Ο Τραμπ αναγκάστηκε να επιστρέψει στη διπλωματία την οποία προηγουμένως είχε υποβαθμίσει. Και το Ιράν, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε, παραμένει στο τραπέζι ως συνομιλητής και όχι ως ηττημένος.
Σε καμία όμως περίπτωση αυτό δεν συνιστά και θρίαμβο της Τεχεράνης.
Συνιστά, όμως, μια σαφή ένδειξη ότι οι δύο ηγέτες που επένδυσαν περισσότερο πολιτικά σε αυτή τη σύγκρουση – ο Νετανιάχου και ο Τραμπ – βρίσκονται σήμερα πολύ πιο μακριά από τους αρχικούς τους στόχους απ’ όσο θα παραδεχθούν δημόσια.
Οι υπόλοιποι κερδισμένοι και χαμένοι – Αραβικές χώρες, ΕΕ, Κίνα, Ρωσία
Η συμφωνία για εκεχειρία, όμως, δεν αφορά μόνο το τρίγωνο Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Τεχεράνη. Οι συνέπειές της αγγίζουν ολόκληρη τη γεωπολιτική σκακιέρα.
– Οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου ίσως είναι από τους μεγαλύτερους κερδισμένους της υπόθεσης, όπως ήρθαν τα πράγματα με τη συμφωνία. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής φοβήθηκαν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης ανάφλεξης. Η προοπτική κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, η απειλή πυραυλικών επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές τους και ο κίνδυνος να βρεθούν στη μέση μιας περιφερειακής σύγκρουσης θα μπορούσαν να τινάξουν στον αέρα τα φιλόδοξα σχέδια οικονομικού μετασχηματισμού που υλοποιούν τα τελευταία χρόνια.
Η αποκλιμάκωση, επομένως, εξυπηρετεί πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα. Οι χώρες αυτές μπορεί μεν να μην ήθελαν μια πυρηνική Τεχεράνη, σίγουρα όμως δεν ήταν και με τη λογική μιας ανεξέλεγκτης πολεμικής σύγκρουσης που θα απειλούσε τη δική τους σταθερότητα.
– Η Ευρώπη επίσης ανακουφίζεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε για ακόμη μία φορά θεατής σε μια κρίση που μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την οικονομία της. Μια παρατεταμένη σύγκρουση θα σήμαινε ακριβότερη ενέργεια, νέα πληθωριστικά κύματα, προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές και πιθανώς νέα μεταναστευτικά ρεύματα από τη Μέση Ανατολή. Η συμφωνία δεν λύνει τα προβλήματα, αλλά απομακρύνει έναν άμεσο κίνδυνο που θα μπορούσε να επηρεάσει εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες.
– Η Κίνα εμφανίζεται επίσης ωφελημένη. Το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους της Τεχεράνης. Μια παρατεταμένη σύγκρουση θα απειλούσε την ενεργειακή ασφάλεια της κινεζικής οικονομίας και θα δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους στις εμπορικές διαδρομές που συνδέουν την Ασία με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Η σταθεροποίηση της περιοχής επιτρέπει στην Κίνα να συνεχίσει την πολιτική της οικονομικής διείσδυσης χωρίς να αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος ή τις στρατιωτικές ευθύνες που αναλαμβάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

– Η Ρωσία βρίσκεται σε μια πιο σύνθετη θέση. Από τη μία πλευρά, η Μόσχα δεν θα ήθελε να δει το Ιράν να καταρρέει ή να μετατρέπεται σε δυτικό προτεκτοράτο. Από την άλλη, η άνοδος των τιμών της ενέργειας που προκάλεσε η κρίση εξυπηρετούσε βραχυπρόθεσμα τα ρωσικά συμφέροντα. Παρ’ όλα αυτά, η διατήρηση ενός φιλικού προς τη Ρωσία καθεστώτος στην Τεχεράνη αποτελεί στρατηγικό κέρδος μεγαλύτερης σημασίας από οποιοδήποτε προσωρινό όφελος στις αγορές πετρελαίου. Και θα έχει σημασία εάν θα αναλάβει κάποιο ρόλο «εγγυητή» στο μέλλον για το εμπλουτισμένο ουράνιο της Τεχεράνης.
Η ήττα της λογικής «ισχύς αντί διεθνούς δικαίου»
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση, που ίσως αποδειχθεί η σημαντικότερη. Η αποτυχία αυτού του πολέμου να οδηγήσει στα αποτελέσματα που διακηρύχθηκαν αρχικά δεν αποδυναμώνει μόνο τον Νετανιάχου ή τον Τραμπ. Αποδυναμώνει μια ολόκληρη αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος.
Την αντίληψη ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς αρκεί από μόνη της για να αναδιαμορφώσει κοινωνίες, κράτη και ιστορικές πραγματικότητες.
Η λογική αυτή δοκιμάστηκε στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη και φαίνεται να συναντά ξανά τα όριά της στην περίπτωση του Ιράν. Οι υποστηρικτές της πίστευαν ότι η τεχνολογική υπεροχή, οι οικονομικές κυρώσεις και η στρατιωτική πίεση μπορούν να επιβάλουν πολιτικά αποτελέσματα σχεδόν μηχανικά, αλλά η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο περίπλοκη.
Το Ιράν δεν είναι απλώς ένα καθεστώς. Είναι μια χώρα με ιστορία χιλιάδων ετών, με ισχυρή κρατική παράδοση, βαθιά αίσθηση εθνικής ταυτότητας και κοινωνικές δομές που δεν μπορούν να αναλυθούν μόνο με στρατιωτικούς όρους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιρανοί πολίτες στηρίζουν συλλήβδην το καθεστώς τους – πιθανόν το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει για ένα μεγάλο κομμάτι, ίσως και πλειοψηφικό. Σημαίνει όμως ότι η εξωτερική πίεση δεν παράγει πάντοτε το αποτέλεσμα που αναμένουν εκείνοι που την ασκούν.
Συχνά συμβαίνει το αντίθετο: οι κοινωνίες συσπειρώνονται γύρω από το κράτος τους όταν αισθάνονται ότι απειλούνται από μια εξωτερική δύναμη. Η μεγαλύτερη παρανόηση πολλών δυτικών στρατηγικών σχεδιασμών τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ίσως ακριβώς αυτή: ότι οι κοινωνίες λειτουργούν σαν μηχανές, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως ιστορικοί οργανισμοί με μνήμη, ταυτότητα, αντιφάσεις και αντοχές που δεν αποτυπώνονται σε στρατιωτικούς χάρτες.
Αν τελικά αυτός ο πόλεμος αφήσει πίσω του ένα μόνιμο συμπέρασμα, ίσως να είναι ακριβώς αυτό: ότι στον σύγχρονο πολυκεντρικό κόσμο η ισχύς παραμένει απαραίτητη, αλλά δεν είναι πλέον αρκετή. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να κερδίζουν μάχες. Πολύ δυσκολότερα κερδίζουν κοινωνίες, ιστορίες και λαούς. Ιδίως εάν τυγχάνει να είναι προετοιμασμένες αυτές οι χώρες στρατιωτικά, αλλά και να διαθέτουν επάρκεια στρατηγικής σκέψης, αντίληψη των δεδομένων και αντανακλαστικά που ξεπερνούν την ρηχή αλαζονεία τύπου τραμπικών επιβουλών.











