"Η Κυριώτισσα πάντα στην καρδιά μου" γράφει η Ειρήνη Δασκιωτάκη

Ειρήνη Δασκιωτάκη

Κάθε φορά, τέτοιον καιρό, όσο  πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, το μυαλό μου ταξιδεύει  σε εκείνη την αίθουσα δεξιώσεων της Κυριώτισσας, αντίκρυ από τον ιερό ναό του Αγίου Σάββα…

Από το 2006 μέχρι το 2012 συναντιόμασταν εκεί τα μέλη της αναγνωστικής λέσχης Κυριώτισσας ,της οποίας την εποπτεία είχε ο Γιάννης ο Καισαρίδης. Ο Γιάννης…. Ο Γιάννης ερχόταν πάντοτε τέλεια προετοιμασμένος, άνοιγε τα κιτάπια του και άρχιζε πάντοτε με μία μικρή εισαγωγή για το βιβλίο που μας απασχολούσε εκείνη τη βδομάδα.

Μαζευόμασταν μία φορά τη βδομάδα εκεί. Ήμασταν τα μόνιμα μέλη, αλλά και μέλη, φίλοι της λέσχης ανάγνωσης  που περνούσαν από εκεί κάποιες φορές και για ένα μικρό χρονικό διάστημα, για να μας ακούσουν, αλλά και να συμμετέχουν στις συζητήσεις μας.

Ήμασταν μαζί με τον Γιάννη , η Μαίρη Τσίγκα, ο Σούλης Λιάκος, η Λίλα Βαρελοπούλου, ο Δαμιανός Καϊλόγλου,  ο  Γιάννης  Σαββαΐδης, η Ειρήνη Κωστοπούλου, η Ερμιόνη Καλλαρά, η φοβερή Πέρα  Ζολώτα, η Βίκυ η Κατάκη  που έφερνε τον μικρούλη, αξιαγάπητο γιο της, σχεδόν πάντα μαζί της, η Μαίρη η Παπαγεωργίου, ο απίστευτα πολυμαθής, αλβανικής καταγωγής, Σωτήρης Καρατζά, η Μαίρη η Σμυρλή, η Κατερίνα Σιαμπάνη, ο Δημήτρης Παπαστεργίου, ο Παύλος ο Παρασκευαΐδης και ο Βασίλης Δασκαλάκης, που αργότερα αυτοί οι τρεις τελευταίοι αποτέλεσαν τους ιδρυτές του ποιητικού πυρήνα Βέροιας.

Περίμενα πώς και πώς να φτάσει αυτή η μέρα, για να βρεθώ κατά τις 9:00 το βράδυ,  στον αδιάφορο αυτόν χώρο για μένα, που όμως όταν έμπαινα εκεί και αρχίζαμε τις φιλοσοφικές, φιλολογικές, λογοτεχνικές, αλλά και ψυχολογικές αναζητήσεις, ο χώρος αυτομάτως, ως δια μαγείας , αναμορφωνόταν , αφού εμείς, αποστασιοποιημένοι, του δίναμε άλλη διάσταση. Ο Γιάννης είχε μία σφαιρική και ολοκληρωμένη άποψη και τόσες πολλές κι ενδιαφέρουσες ήταν οι γνώσεις του, που αφορούσαν στη λογοτεχνία ,πεζογραφία και ποίηση, αλλά και στο θέατρο, που πάντα μας πήγαινε ένα βήμα παραπέρα…
Εκεί «γνώρισα» συγγραφείς και ποιητές που ιδέα δεν είχα για αυτούς.

Τον Επαμεινώνδα Γονατά τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, τον Δημήτρη Νόλα, τον Μάρκο  Μέσκο, τον Ιρβιν Γιάλομ…

Αυτό όμως που μας ένωνε πολύ, ήταν οι κοινές μας συνεστιάσεις και ιδιαίτερα η  παραμονή των  Χριστουγέννων.
Τα παιδιά μας, περίμεναν πότε θα κλείσουν τα σχολεία και πότε θα γίνει αυτή η γιορτή στην Κυριώτισσα.
Στολίζαμε χριστουγεννιάτικο δέντρο για μια μόνο μέρα, έξω, στη γωνία δίπλα στη σκάλα, στολίζαμε την αίθουσα, στρώναμε γιορτινά τραπεζομάντηλα, επάνω βάζαμε φαναράκια, κεριά και βέβαια όλα εκείνα τα καταπληκτικά εδέσματα που φτιάχναμε ο καθένας χωριστά για αυτήν την ημέρα.

Ερχόταν καμία φορά για λίγο και ο πάτερ Σ.  για να μας δώσει τις ευχές του, να μας κεράσει και να τον κεράσουμε.
Ανάβαμε φαναράκια και κεριά, σβήναμε τα φώτα και περιμέναμε . Δεν αγγίζαμε το φαγητό, τα γλυκά, εάν δεν ακούγαμε από τη γλυκιά, θεατρική και υποβλητική φωνή του Γιάννη του Καισαρίδη, κάποιο διήγημα χριστουγεννιάτικο του Παπαδιαμάντη. Όλα τότε έπαιρναν το χρώμα που τους άξιζε, το «Άγια νύχτα» ψάλαμε μετά όλοι μαζί. Μικροί, μεγάλοι τραγουδούσαμε μαγεμένοι… Απίστευτο! Οι φωνές όλων σχεδόν, μικρών και μεγάλων, ήταν σωστές και το αποτέλεσμα ήταν πολύ ικανοποιητικό. Τρώγαμε και πίναμε συζητώντας πάντα για τις επόμενες δραστηριότητές μας.
Τα παιδιά έπαιρναν πάντοτε δώρα, και απολάμβαναν τα παιχνίδια που είχαμε οργανώσει γι αυτά, μέχρι κουκλοθέατρο τους παρουσιάσαμε μια παραμονή… Τι ωραία …κι Σούλης έπαιζε μουσική με την κιθάρα του…

Είναι πολύ λίγα αυτά που έχω γράψει για να αποδώσω τη συναισθηματική πληρότητα που νιώθαμε.
Τα λέει πολύ καλύτερα μια από τις κόρες μου, η Γιώτα:

«Δεν καταγόμασταν από αυτήν την πόλη… Δεν είχαμε δεσμούς ισχυρούς με ανθρώπους της πόλης.
Αυτό το ένιωθα μόνο όταν πήγαινα στη δική μου οικογένεια, η αίσθηση δηλαδή ότι είμαι με συγγενείς πρώτου βαθμού…. και ξαφνικά, ξαφνικά… βρισκόμουν  σε ένα  χώρο με πολίτες της πόλης με τους οποίους καμία απολύτως σύνδεση συγγενική δεν είχα και δεν ήταν και πολύ στενοί οικογενειακοί φίλοι και κατευθείαν ένιωθα σαν να ήμουνα σε τραπέζι με την πιο συγγενική οικογένεια… Υπήρχε μία συντροφικότητα, μία παλιακή, παραδοσιακή, με την καλή την έννοια, γιορτινή ατμόσφαιρα. Ένιωθα ότι είμαι σε ένα τραπέζι που, πραγματικά, ο καθένας ήθελε να κάνει τον άλλον δίπλα του να νιώσει το πνεύμα των Χριστουγέννων, να νιώσει μοναδικά, να φάει καλά, να περάσει καλά. Ποτέ δεν υπήρξε μία στιγμή που έζησα  εκεί και να μη τη θυμάμαι με αγάπη όλη τη χρονιά.
Αξέχαστες μέρες ευτυχίας ….
Εμείς τότε νιώθαμε Χριστούγεννα…»

καλή  εβδομάδα με υγεία και καλά Χριστούγεννα!

Ει. Δα.

Συντάκτης

0 Comments

Δεν υπάρχουν σχόλια!

You can be first to comment this post!

Leave a Reply

Ειδήσεις με Διάρκεια