Λογοτεχνία

Νικηφόρος Βρεττάκος “Η μητέρα μου στην εκκλησία”

“Η μητέρα μου στην εκκλησία” (αποσπάσματα)

Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κ’ ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρ’ όλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό – δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κ’ η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Και τα βράδια της Κυριακής
λιγνή κ’ υψηλή, μοναχή μέσ’ στη λύπη της
ανασηκώνει τη μπόλια, στρέφει το πρόσωπο
και χαίρεται πάνω της την τάξη του κόσμου.
Δεν ξέρει η μητέρα μου.

………….

Έχει τώρα σταυρώσει τα χέρια της κι έχει
σκύψει μ’ ευλάβεια – τόσο που πια
το πρόσωπό της δεν φαίνεται κάτω απ’ τη μπόλια της.
Είναι ώρα πολλή που δεν έχει σαλέψει.
Σιγοψέλνει το πλήθος. Σηκώνει την όψη της,
μισανοίγουν τα χείλη της σκάζει ένα φως.

Πώς μπορεί ένα πρόσωπο που το σκάψαν οι αρμύρες,
οι καιροί και τα πράγματα που ποτέ δεν θα μάθει,
νάχει τόση γαλήνη; Πώς γίνεται αλήθεια,
ν’ αναδίνουνε κάτι σαν άνθη οι ρυτίδες του;

banner-article

Ροη ειδήσεων