Απόψεις

Ο Βιζυηνός, το Δρομοκαΐτειο και το “Μόνον της ζωής του ταξείδιον” γράφει ο Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου

Σχιζοειδής προσήμανση;

 Σαν μ’ αρπάχτηκε η χαρά

που εχαιρόμουν μια φορά…

Μετεβλήθη εντός μου

ο ρυθμός του κόσμου…

Ανιχνεύσιμες απορίες

Ο εγκλεισμός του Γεώργιου Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο το 1892 γεννά εύλογα ερωτήματα. Κυνηγημένος από τους δαίμονές του, θα νοσηλευτεί στο ίδρυμα μέχρι το άδοξο τέλος στις 25 Απριλίου 1896, σε ηλικία μόλις 47 ετών. Ψυχοπαθολογικά η σχιζοφρένεια συνδέεται με την αποδιοργάνωση της σκέψης, την καθήλωση της βούλησης και τη συναισθηματική σύγχυση. Καθίστανται δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μη πραγματικότητα. Στην περίπτωσή του η μείζων διαταραχή συνδέεται με απώλεια συνείδησης και εμμονές. Τότε εκδηλώνει ερωτικό παραλήρημα για την Μπετίνα Φραβασίλη, τη δεκατετράχρονη μαθήτριά του στο Ωδείο Αθηνών. Ομοίως φαντασιώνεται ότι είναι πολυεκατομμυριούχος…

Η μαρτυρία του Στέφανου Στεφάνου για την εικόνα του Βιζυηνού εκείνες τις μαύρες μέρες αποτυπώνει τη νοσηρότητα: «Ενόμισε ότι ήτο δισεκατομμυριούχος! Μετά δύο έτη απέθανεν από προϊούσαν παράλυσιν. Η είδησις ότι ο Βιζυηνός ετρελάθη συνεκίνησεν όλην την αθηναϊκήν κοινωνίαν και ιδιαιτέρως τους φιλολογικούς κύκλους. Έτρεξα από τους πρώτους να τον επισκεφθώ εις το φρενοκομείον. Με εδέχθη με ανοικτάς αγκάλας. Τίποτε δεν έδειχνε ότι ήτο τρελός. Ούτε το βλέμμα του, ούτε η ομιλία του, ούτε αι κινήσεις τους, ούτε η καθόλου συμπεριφορά του. Ενθυμούμαι πώς άρχισε την κουβέντα του.

– Αγαπητέ μου Στέφανε, μου είπε με κάποια αληθινή συγκίνηση, αλλά

και με μεγάλη ψυχραιμία, δεν έπρεπε να γράφουν οι φιλικές μας εφημερίδες ότι ο Βιζυηνός τρελάθηκε. Αυτό πολύ μου κακοφάνηκε· δεν το περίμενα ποτέ μου. Δε γράφουν έτσι για ένα φίλο, για έναν άνθρωπο, που έπαθε ξαφνικά μια ταραχή, έστω, αλλά ποτέ δεν είναι καθόλου τρελός… κάθισε, αγαπητέ μου Στέφανε, κάθισε να μου κάνεις λίγη συντροφιά… Σ’ ευχαριστώ που ήρθες να με δεις… και σε παρακαλώ να πεις σ’ όλους τους φίλους και σ’ όλες τις εφημερίδες πως είμαι καλά, πως δεν έχω τίποτα και πως είμαι τρομερά πικραμένος γι’ αυτά που έγραψαν για μένα, με τόσην επιπολαιότητα και τόσην απερισκεψία…

            Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι ο Βιζυηνός ήτο πράγματι καλά και ότι αδίκως είχε εγκλεισθεί εις το Δρομοκαΐτειον, όταν αιφνιδίως, με μίαν άπειρον καλοσύνην, και μ’ ένα βλέμμα γαλήνιον και προστατευτικόν, μ’ επλησίασε και μου είπε μ’ ένα ύφος προστατευτικό:

– Άκουσε, Στέφανε… μου αρέσουν πολύ τα ποιηματάκια σου… Θέλεις

να πας στην Ευρώπη να σπουδάσεις;

           Τον εκοίταξα στα μάτια με συγκίνηση και μ’ ένα αόριστο αίσθημα φόβου.

-Δεν μου απαντάς; πρόσθεσε. Λοιπόν, θα σε σπουδάσω εγώ μ’ έξοδά

μου. Όπως κι εμένα μ’ εσπουδάσαν άλλοι… […]Δεν έμαθες ότι έγινα δισεκατομμυριούχος; Πώς είμαι κύριος ενός Χρυσωρυχείου; Προχθές μου ήρθε η ειδηση… από τη χαρά μου – ήταν πολύ φυσικό! – ε! κάπως ταράχθηκα στην αρχή, και στο σπίτι που έμενα, οι άλλοι ενόμισαν ότι ετρελάθηκα και μ’ έφεραν εδώ… αλλά δεν πειράζει… οι γιατροί είμαι βέβαιος ότι θα με αφήσουν σε δυο – τρεις μέρες… Πάρε λοιπόν το τσεκ αυτό και ετοιμάσου να φύγεις… […]

            Ο ιατρός του διαμερίσματος, εις το οποίον έμενε ο Βιζυηνός, ενεφανίσθη αιφνιδίως εις την πόρτα του δωματίου με την άσπρη μπλούζα, και μου έδωσε να καταλάβω ότι ήταν καιρός να τον αφήσω…

            Τον αποχαιρέτησα με τα μάτια δακρυσμένα… Όταν έβγαινα μου εφώναξε δυνατά:

-Στέφανε… Όταν σωθούν αυτά, θα σου στείλω κι άλλα… Καλό

ταξίδι!»[1]

Η ασθένεια επωαζόταν καιρό πριν. Ατυχή γεγονότα, που ο ευπαθής ψυχισμός του δεν μπόρεσε να αντέξει, τον στιγμάτισαν. Τα ψυχικά τραύματα οδηγούν σε ανισορροπία. Ματαίωση, απόρριψη, οικονομική ένδεια, μοναξιά και απομόνωση, παρατεταμένη κατάθλιψη σηματοδοτούν την πορεία προς την άβυσσο. Σε άρθρο του ο Τάσος Λειβαδίτης περιγράφει την ψυχοσωματική  συμπτωματολογία του διαταραγμένου Βιζυηνού: αίσθημα εγκλεισμού, βαθιά μελαγχολία, ταχυπαλμία, πανικός. Θα σημειώσει: «Η ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του Βιζυηνού υποφέρει στη σύγκρουσή της με τον κόσμο. Είναι σαράντα χρονών, με το μικρό μισθό του Ωδείου, με τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο πεθαμένες πια, με τη φιλοδοξία του πληγωμένη, καθώς του αρνήθηκαν την έδρα του Πανεπιστημίου και με μια ανομολόγητη αρρώστια να κουφοκαίει μέσα του. […] Σαν κάτι να τελειώνει μέσα του. Σαν κάτι να τελείωσε. Ύστερα αρχίζει η βροχή. Αυτή η ατέλειωτη βροχή που τη νιώθεις να μπαίνει βαθιά μέσα σου και να σου σαπίζει τα κόκαλα. Οι χοντρές κλωστές της βροχής, σαν να φτιάχνουν τα κάγκελα μιας φυλακής. Πότε τον φυλάκισαν χωρίς να το καταλάβει; Θέλει να ζητήσει βοήθεια, μα η φωνή δε βγαίνει από το στόμα του, ανασαίνει κοφτά σα λαχανιασμένος. Πότε αλήθεια τον φυλάκισαν, δεν μπορεί να θυμηθεί, και για ποια αιτία, δεν έφταιξε σε τίποτα, κάποιο λάθος θα’ γινε»[2].

Ξαναδιαβάζοντας το έργο του υπό άλλη οπτική αναρωτιέμαι: Μήπως τα διηγήματα του εμπεριέχουν προσημάνσεις της σχιζοειδούς παράκρουσης; Μήπως οι ατυχίες και το βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό υφέρπουν, καθώς εγγράφονται στο υποσυνείδητο, αφήνοντας πληγές ανεπούλωτες; Ο Βιζυηνός αδυνατεί να τις διαχειριστεί και να τις ξεπεράσει. Το ευάλωτο εγώ έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Πρέπει να αποκτήσεις συνείδηση, να γνωρίσεις καλά το μέσα εαυτό, για να έχεις το σθένος να συμφιλιωθείς μαζί του· εφόσον το επιλέξεις και σε επιλέξει…

Το Δρομοκαΐτειο την εποχή του Βιζυηνού

Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» η παθογένεια από το θάνατο του βρέφους, που ακούσια προκάλεσε η μάνα, δείχνει να επιπολάζει και να συνθλίβει μια ολόκληρη οικογένεια. Το μωρό που «σβάκιασε», που πλάκωσε κατά λάθος στον ύπνο της, ήταν κοριτσάκι. Αμέσως μετά γεννήθηκε ο Βιζυηνός. Η μητέρα του, απαρηγόρητη και σπαραγμένη, δεν ηρεμεί. Ενδόμυχα απογοητεύεται. Δεν ήθελε αγόρι. Σχεδόν δεν τον προσέχει. Τον προσπερνά[3]. Ποθούσε να γεννήσει κορίτσι, για να «αντικαταστήσει» το νεκρό παιδί. Τόσο καταλάβαινε, έτσι έπραττε. Πώς είναι άραγε να ξεκινάς στη ζωή ανεπιθύμητος και σχεδόν απορριπτέος;

Αλλά και το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον» μοιάζει με θεώρημα ψυχαναλυτικής ερμηνευτικής. Το θέμα του καθαυτό εξακολουθεί να προκαλεί. Εγείρει μεταξύ άλλων το σύνθετο ζήτημα της ταυτότητας του φύλου. Εδώ, με οικογενειακή απόφαση, ο παππούς του αφηγητή ντυνόταν κοριτσίστικα και ζούσε ανάμεσα στις γυναίκες του σπιτιού ως τα δέκα του χρόνια, για να γλιτώσει την επιστράτευση στο σώμα των γενιτσάρων. Μέχρι τότε ήταν η Γεωργία. Μετά ταυτίστηκαν το φυσικό με το κοινωνικό φύλο και έγινε πλέον ο Γιώργος. Πόσες ψυχικές διεργασίες στο μεταξύ συντελέστηκαν; Ανιχνεύονται ίσως αργότερα στο μαλθακό χαρακτήρα του άντρα, το γάμο του με μια γυναίκα κυριαρχική.[4] Κοριτσίστικα σουσούμια του έμειναν ως τα βαθιά γεράματα. Μέχρι το θάνατο,  στα ενενήντα του χρόνια, συνήθιζε να πλέκει, όποτε ήθελε να ηρεμήσει και να ξεχαστεί από το βάρος της καθημερινότητας. Δεν είναι άραγε αυτά εγγεγραμμένα βιώματα;

Όλα τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά…

Αριστοτέλης Παπαγεωργίου    

Φιλόλογος – Θεατρολόγος

——————————————————————-

[1]               Τάκης Ψαράκης «Ανθολόγιο – Τα μαλλιά μου ασπρίζουν. Γιατί άργησες;» (1999), Άγκυρα, Αθήνα, σ. 66 κε. Το άρθρο του Στεφάνου «Φιλολογικαί Αναμνήσεις – Γεώργιος Βιζυηνός» δημοσιεύτηκε στα «Αθηναϊκά Νέα» στις 21 Φεβρουαρίου 1963.

[2]               Τάσος Λειβαδίτης (υπό το ψευδώνυμο Α. Ρόκος) «Γεώργιος Βιζυηνός. Από τον έρωτα στην τρέλα» στο Τάκης Ψαράκης (1990), όπ, σ. 52 κε.

[3]           Πρβλ. το απόσπασμα του διηγήματος:

«Τρία χρόνια επέρασαν, χωρίς να φάγω ψωμί να πάγη στην καρδιά μου. Στα τρία χρόνια κ’ ύστερα γεννήθηκες εσύ.                                                                                                                                 –   Ήταν οι πολλαίς οι χάραις που επήρα.                                                                                                Σαν εγεννήθηκες εσύ εκατάκατσεν η καρδιά μου, μα δεν ημέρεψε. Ο πατέρας σου σε ήθελε κορίτσι. Και μιαν ημέρα με το είπε.                                                                                                            – Κι’ αυτό καλώς μας ώρισε, Δεσποινιώ, μα ’γω το ήθελα κορίτσι.
Όταν επήγεν η γιαγιά σου στον Αγιοντάφο, έστειλα δώδεκα πουκάμισα και τρία Κωσταντινάτα, για να με βγάλη ένα σχωροχάρτι. Και, διες εσύ! Ίσα ίσα εκείνο το μήνα, που εγύρισεν η γιαγιά σου από τη Γερουσαλή με το σχωροχάρτι, εκείνο το μήνα εκακοψυχούσα την Αννιώ.                                                                                                                                                 Κάθε λίγο και λιγάκι εφώναζα τη μανίτσα. – Έλα δα, κυρά, να διούμε· κορίτσι είναι; – Ναι, θυγατέρα, έλεγεν η μαμή. Κορίτσι. Δε βλέπεις; Δε σε χωρούν τα ρούχα σου!

– Και να πια χαρά εγώ, σαν το άκουγα!                                                                                                    Σαν εγεννήθηκε το παιδί και βγήκεν αληθινά κορίτσι, τότε πια ήρθεν η καρδιά στον τόπο της. Το ωνομάσαμεν Αννιώ, το ίδιο το όνομα που είχε το σχωρεμένο, για να μην ’ποφαίνεται πως μας λείπει κανείς από το σπίτι.

– Ευχαριστώ σε, Θεέ μου! έλεγα νύχτα και μέρα. Ευχαριστώ σε η αμαρτωλή, που εσήκωσες την εντροπή και εξάλειψες την αμαρτία μου!                                                                                              Και είχαμε πια την Αννιώ σαν τα μάτια μας. Και εζούλευες εσύ, και έγεινες του θανατά από τη ζούλια σου. Ο πατέρας σου σε έλεγε το αδικημένο του, γιατί σ’ απόκοψα πολ νωρίς, κα μ’ εμάλωνε καμιά φορά, γιατί σε παραμελούσα. Κ’ εμένα η καρδιά μου ερράγιζε, σαν σ’ έβλεπα να χαλνάς. Μα, έλα που δεν εμπορούσα ν’ αφήσω την Αννιώ από τα χέρια μου! Εφοβούμην πως κάθε στιγμή μπορεί να της συμβή τίποτε.»

Βλ. σχετικά Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου και άλλα διηγήματα» (2012), « Τα Νέα» – Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα.

[4]              Κυριαρχική και η παρουσία της Ρούλας Πατεράκη σε αυτόν το ρόλο στην ομώνυμη κινηματογραφική μεταφορά του διηγήματος από το Λάκη Παπαστάθη το 2001. Αντιστοίχως η ερμηνεία του Ηλία Λογοθέτη στο διπλό ρόλο και του παππού και του έγκλειστου Βιζυηνού είναι συγκλονιστική. Βλ. και Erato Bassea (University of Oxford, St Cross College) “Vizeynos adapted: Georgios Vizeynos in contemporary greek cinema, literature and theatre”, The 3rd HO PhD Symposium on Contemporary Greece, Structures, Context and Challenges, Hellenic Observatory, London School of Economics and Political Science, June 14 & 15, 2007