Άρθρα Κοινωνία

“Κάποιοι άνθρωποι μετράνε περισσότερο από άλλους;” / γράφει ο Άρης Ορφανίδης

Η κοινωνική ιεράρχηση της ανθρώπινης αξίας και η επιλεκτική ευαισθησία απέναντι στη ζωή και τον θάνατο

Λένε πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον θάνατο. Πρόκειται για μια παρηγορητική διατύπωση που συγχέει τη βιολογική αναγκαιότητα με την κοινωνική πραγματικότητα. Διότι, ενώ όλοι είμαστε θνητοί, δεν ζούμε ούτε πεθαίνουμε υπό τις ίδιες συνθήκες. Η οικονομική θέση επηρεάζει την πρόσβαση στην περίθαλψη, την ασφάλεια στην εργασία, την ποιότητα και συχνά τη διάρκεια της ζωής. Ακόμη και μετά τον θάνατο, η κοινωνική αναγνώριση της απώλειας κατανέμεται άνισα. Η δημόσια ενασχόληση με αναγνωρίσιμα πρόσωπα, όπως ο Γιώργος Μαζωνάκης, και η εκτενής κάλυψη της ζωής και του θανάτου ισχυρών επιχειρηματιών, όπως ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, αποτελούν αφορμές για έναν ευρύτερο προβληματισμό. Όχι επειδή τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν δικαιούνται ενδιαφέρον ή σεβασμό, αλλά επειδή η προσοχή που συγκεντρώνουν αναδεικνύει, μέσω της αντίθεσης, την κοινωνική αορατότητα άλλων ανθρώπων. Η προσωπική περιπέτεια ενός διάσημου μπορεί να εξελιχθεί σε δημόσιο γεγονός. Ο θάνατος ενός ισχυρού οικονομικού παράγοντα μπορεί να προκαλέσει αφιερώματα, πολιτικές δηλώσεις και αναδρομές στη ζωή του. Αντίθετα, ένας εργαζόμενος που χάνει τη ζωή του σε ένα εργοτάξιο ή εργοστάσιο ενδέχεται να καταγραφεί απλώς ως «ο 43χρονος» ή «ο 59χρονος». Ο πρώτος διαθέτει όνομα, ιστορία και δημόσια ταυτότητα. Ο δεύτερος περιορίζεται συχνά στην ηλικία και στις συνθήκες του θανάτου του. Αυτή η διαφορά δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι η κοινωνία θεωρεί τον πρώτο ηθικά ανώτερο. Η δημοσιότητα συνδέεται με την αναγνωρισιμότητα, την επιρροή και τη δημόσια δράση. Είναι εύλογο ένας άνθρωπος που επηρέασε την οικονομική, πολιτιστική ή αθλητική ζωή να απασχολεί περισσότερο τη συλλογική μνήμη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δημόσια σημασία συγχέεται με την ανθρώπινη αξία και η κοινωνική ισχύς μετατρέπεται σε κριτήριο ηθικής αξιολόγησης.

Η σύγχυση αυτή αποκαλύπτεται ιδιαίτερα στη γλώσσα με την οποία περιγράφουμε τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Η προσβλητική συμπεριφορά ενός εύπορου μπορεί να παρουσιαστεί ως εκκεντρικότητα, η αλαζονεία ως αυτοπεποίθηση και η επιθετικότητα ως δυναμισμός. Αντίστοιχες συμπεριφορές ενός κοινωνικά αδύναμου ανθρώπου ενδέχεται να αντιμετωπιστούν αυστηρότερα. Οι εξαρτήσεις ενός διάσημου μπορούν να ερμηνευθούν ως προσωπικοί δαίμονες ή εκκεντρικές ανησυχίες, ενώ ενός φτωχού να αποτελέσουν αιτία κοινωνικού στιγματισμού και περιθωριοποίησης. Παραταύτα δεν πρόκειται για καθολικό κανόνα. Η δημοσιότητα μπορεί επίσης να οδηγήσει σε διαπόμπευση, ενώ ο πλούτος δεν εξασφαλίζει πάντοτε κοινωνική επιείκεια. Ωστόσο, η οικονομική και συμβολική ισχύς μπορούν να επηρεάζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύεται η ίδια πράξη. Πρόκειται για μια ταξική ασυμμετρία της ηθικής αξιολόγησης, όπου η κοινωνική θέση του προσώπου επηρεάζει την αυστηρότητα της κρίσης. Το φαινόμενο αποκτά ιδιαίτερη ένταση με τη μεταθανάτια εξιδανίκευση. Οι αντιφάσεις μιας δημόσιας προσωπικότητας υποχωρούν, οι αμφιλεγόμενες πράξεις αποσιωπώνται ή υποβαθμίζονται και χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κριτική μετατρέπονται σε γραφικές αναμνήσεις. Η αυταρχικότητα μπορεί να βαφτιστεί αποφασιστικότητα και η προσβλητική συμπεριφορά να αναπαραχθεί ως διασκεδαστικό περιστατικό μιας «μεγάλης προσωπικότητας». Ο θάνατος λειτουργεί τότε σαν μια ιδιότυπη ηθική αμνηστία. Όμως ο σεβασμός προς τον νεκρό δεν επιβάλλει την αναστολή της κριτικής σκέψης. Η αναγνώριση της προσφοράς ενός ανθρώπου δεν απαιτεί την αποσιώπηση των σφαλμάτων του. Ο θάνατος δεν μεταβάλλει αναδρομικά την ηθική ποιότητα των πράξεων, όπως και η κριτική του βίου ενός ανθρώπου δεν δικαιολογεί την προσβολή της αξιοπρέπειάς του. Η ίδια αρχή επιβάλλει να αποφύγουμε και το αντίστροφο σφάλμα: την αυτόματη καταδίκη του πλούσιου και την εξιδανίκευση του φτωχού. Η οικονομική επιτυχία δεν αποτελεί τεκμήριο ηθικής ενοχής, όπως η οικονομική ανέχεια δεν αποδεικνύει ηθική αρετή. Η εντιμότητα, η γενναιοδωρία, η σκληρότητα και η κατάχρηση εξουσίας κρίνονται από τις πράξεις και όχι από τον τραπεζικό λογαριασμό εκείνου που τις εκδηλώνει.

Η καντιανή ηθική προσφέρει ένα ουσιαστικό φιλοσοφικό θεμέλιο σε αυτή τη διάκριση. Στη Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών, ο Ιμμάνουελ Καντ διακρίνει την τιμή από την αξιοπρέπεια. Ό,τι έχει τιμή μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι ισοδύναμο. Η αξιοπρέπεια, αντίθετα, βρίσκεται πέρα από κάθε οικονομική αποτίμηση. Ο άνθρωπος, ως φορέας ηθικής αυτονομίας, αποτελεί αυτοσκοπό και δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται απλώς ως μέσο για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών. Από αυτή την οπτική, ο δισεκατομμυριούχος και ο άστεγος διαθέτουν την ίδια θεμελιώδη ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μπορεί να διαφέρουν ως προς τις ευθύνες, τις δυνατότητες, την επιρροή και την ηθική ποιότητα των επιλογών τους, όχι όμως ως προς την αξία τους ως προσώπων. Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στον χώρο της εργασίας. Όταν ένας εργαζόμενος εκτίθεται σε προβλέψιμους και αποτρέψιμους κινδύνους για λόγους οικονομικού συμφέροντος, τίθεται το ερώτημα αν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως άνθρωπος ή ως παραγωγικός πόρος. Και όταν χάνει τη ζωή του, η ουσιαστική διερεύνηση των συνθηκών δεν αποτελεί απλώς διοικητική υποχρέωση, αλλά έκφραση θεσμικού σεβασμού προς την ανθρώπινη ζωή. Ασφαλώς, δεν συνιστά κάθε εργατικό δυστύχημα δολοφονία. Η απόδοση ευθύνης απαιτεί αποδείξεις και συγκεκριμένη νομική αξιολόγηση. Ωστόσο, ούτε ο χαρακτηρισμός ενός συμβάντος ως «ατυχήματος» πρέπει να προδικάζει ότι ήταν αναπόφευκτο. Η αναζήτηση ενδεχόμενων παραλείψεων, η εφαρμογή των κανόνων ασφαλείας και η απόδοση ευθυνών αποτελούν ουσιώδεις προϋποθέσεις δικαιοσύνης. Εδώ εντοπίζεται μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η άνιση κατανομή της δημοσιότητας και άλλο η άνιση θεσμική προστασία. Μια κοινωνία δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι όλοι οι θάνατοι θα απασχολήσουν εξίσου τα μέσα ενημέρωσης. Οφείλει, όμως, να διασφαλίζει ότι κάθε άνθρωπος απολαμβάνει την ίδια προστασία του νόμου και ότι οι περιστάσεις του θανάτου του διερευνώνται με την ίδια σοβαρότητα, ανεξάρτητα από την οικονομική ή κοινωνική του θέση.

Η θεωρία της αναγνώρισης του Άξελ Χόνετ συμπληρώνει αυτή την προβληματική. Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη μόνο από υλικά αγαθά και τυπικά δικαιώματα, αλλά και από κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες αναγνωρίζεται ως πρόσωπο με αξιοπρέπεια και ιδιαίτερη συμβολή. Η κοινωνική περιφρόνηση και η αορατότητα μπορούν να πλήξουν την αυτοεκτίμησή του και τη δυνατότητά του να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ισότιμο μέλος της κοινότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η ανωνυμία ενός νεκρού εργαζομένου δεν αποτελεί απλώς δημοσιογραφική παράλειψη. Μπορεί να αντανακλά μια ευρύτερη κοινωνική αντίληψη που αναγνωρίζει ορισμένους ανθρώπους κυρίως μέσα από την παραγωγική τους χρησιμότητα. Όσο εργάζονται, αντιμετωπίζονται ως εργατοώρες, μισθολογικό κόστος ή μονάδες παραγωγικότητας. Όταν πεθαίνουν, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε αριθμούς στατιστικών καταγραφών. Πίσω όμως από κάθε αριθμό υπάρχει μια ανεπανάληπτη προσωπική ιστορία: σχέσεις, επιθυμίες, φόβοι, συνήθειες, απογοητεύσεις και προσδοκίες. Το γεγονός ότι αυτή η ιστορία δεν απέκτησε δημόσια αναγνωρισιμότητα δεν την καθιστά λιγότερο ουσιαστική. Εδώ αναδεικνύεται η διαφορά ανάμεσα στη δημόσια και στην υπαρξιακή σημασία μιας ζωής. Ένας άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει την οικονομία μιας χώρας ή την ιστορία ενός αθλητικού συλλόγου. Ένας άλλος μπορεί να επηρεάσει βαθιά μόνο την οικογένεια, τους φίλους και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Το εύρος της επιρροής τους διαφέρει, όχι όμως αναγκαστικά το βάθος ή η ανθρώπινη σημασία της παρουσίας τους. Για ένα παιδί, ο άγνωστος στο ευρύ κοινό πατέρας του μπορεί να είναι σημαντικότερος από οποιονδήποτε διάσημο επιχειρηματία. Για έναν άνθρωπο που αγαπά, η απώλεια του συντρόφου του μπορεί να σημαίνει την κατάρρευση ολόκληρου του βιωμένου κόσμου του. Η ιστορική επιρροή και η προσωπική σημασία δεν μετρώνται με την ίδια κλίμακα.

Τα μέσα ενημέρωσης διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των αντιλήψεων. Δεν αντανακλούν απλώς την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά οργανώνουν τη συλλογική προσοχή. Η επαναλαμβανόμενη προβολή ενός προσώπου δημιουργεί οικειότητα, η οποία μπορεί να γεννήσει συμπάθεια και, ορισμένες φορές, μεγαλύτερη ηθική επιείκεια. Αντίθετα, η απουσία από τη δημόσια σφαίρα περιορίζει τις δυνατότητες κοινωνικής ταύτισης. Ο διάσημος μπορεί έτσι να αποκτήσει μια οικειότητα χωρίς προσωπική σχέση, ενώ ο άγνωστος να παραμένει ξένος ακόμη και όταν η τραγωδία του αποκαλύπτει προβλήματα που αφορούν ολόκληρη την κοινωνία. Η σχέση οικονομικής και πολιτικής ισχύος προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Η δημόσια αναγνώριση της προσφοράς ενός επιχειρηματία από πολιτικά πρόσωπα δεν είναι κατ’ ανάγκην υποκριτική ή προϊόν εξάρτησης. Ωστόσο, η εγγύτητα οικονομικών και πολιτικών κέντρων επιρροής δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το ποιοι άνθρωποι διαθέτουν πρόσβαση στους θεσμούς, ποιοι μπορούν να κινητοποιήσουν μηχανισμούς υποστήριξης και ποιοι δυσκολεύονται ακόμη και να ακουστούν. Η δημοκρατία δεν προϋποθέτει ίση κοινωνική επιρροή. Προϋποθέτει, όμως, ίσα δικαιώματα, ισονομία και θεσμικές εγγυήσεις που δεν εξαρτώνται από την περιουσία ή τη δημόσια αναγνωρισιμότητα. Η οικονομική ανισότητα γίνεται ιδιαίτερα προβληματική όταν μετατρέπεται σε άνιση δυνατότητα άσκησης δικαιωμάτων ή απονομής δικαιοσύνης.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να καταργήσουμε κάθε διάκριση μεταξύ των ανθρώπων. Οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τις ικανότητες, τα επιτεύγματα, την κοινωνική συνεισφορά και τις ηθικές επιλογές τους. Η αναγνώριση αυτών των διαφορών είναι αναγκαία για μια δίκαιη αξιολόγηση. Εκείνο που πρέπει να απορρίψουμε είναι η μετατροπή τους σε ιεραρχίες εγγενούς ανθρώπινης αξίας. Η πραγματική ισότητα δεν απαιτεί να θεωρούμε όλους τους ανθρώπους εξίσου ενάρετους ή επιτυχημένους. Απαιτεί να τους αντιμετωπίζουμε ως ισότιμους φορείς αξιοπρέπειας και δικαιωμάτων. Ο πλούτος δεν εξαγοράζει την ηθική αθωότητα, όπως και η φτώχεια δεν αποτελεί πιστοποιητικό αρετής. Τελικά, το ερώτημα «κάποιοι άνθρωποι μετράνε περισσότερο από άλλους;» δεν μπορεί να απαντηθεί χωρίς να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τη λέξη «μετράνε». Ως προς την ιστορική επιρροή, ορισμένοι άνθρωποι διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο. Ως προς τη δημόσια αναγνωρισιμότητα, οι διαφορές είναι αναπόφευκτες. Ως προς την ηθική ποιότητα των πράξεων, οι άνθρωποι μπορούν και πρέπει να κρίνονται διαφορετικά. Ως προς την εγγενή ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όμως, κανένας δεν μετρά περισσότερο. Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι ότι ορισμένοι άνθρωποι συγκεντρώνουν μεγαλύτερη δημοσιότητα ή αφήνουν ισχυρότερο ιστορικό αποτύπωμα. Είναι ότι η κοινωνική ισχύς μπορεί να επηρεάζει την αυστηρότητα της ηθικής κρίσης, την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την αναγνώριση της ανθρώπινης οδύνης. Μια δίκαιη κοινωνία δεν χρειάζεται να αφιερώνει σε κάθε άνθρωπο τα ίδια πρωτοσέλιδα. Χρειάζεται να εξασφαλίζει ότι κανένας δεν αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμος, ότι καμία αδικία δεν υποβαθμίζεται λόγω κοινωνικής θέσης και ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν εξαρτάται από την οικονομική ισχύ.

Το πραγματικό μέτρο του ηθικού πολιτισμού μιας κοινωνίας δεν είναι πόσο μεγαλόπρεπα τιμά τους ισχυρούς της, αλλά πόσο αδιαπραγμάτευτα προστατεύει εκείνους που δεν διαθέτουν ισχύ.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι άνθρωποι τιμώνται επειδή έχουν μεγάλο όνομα. Είναι ότι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζονται, πολύ συχνά, σαν να μην έχουν καν όνομα.

–

banner-article banner-advertisement

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ