Η Ευρώπη κινδυνεύει έτσι να εγκλωβιστεί σε μια στρατηγική την οποία θεωρεί επικίνδυνο να εγκαταλείψει, αλλά γίνεται ολοένα δυσκολότερο να συνεχίσει
Δημήτρης Μηλάκας
Η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 15 και 16 Οκτωβρίου έφερε αντιμέτωπους τους Ευρωπαίους ηγέτες με έναν λογαριασμό που συνεχώς μεγαλώνει.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζήτησε από την ΕΕ τουλάχιστον 70 δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετης βοήθειας για το 2027, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες από τη διόγκωση των δημοσίων δαπανών και του χρέους.
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ αποκτά πρόσθετη πολιτική σημασία αν ληφθεί υπόψη ποιος την απευθύνει. Το ΔΝΤ δεν είναι ένας οργανισμός έξω από τους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο μεγαλύτερος μέτοχός του και διαθέτουν ουσιαστικό δικαίωμα βέτο στις σημαντικότερες αποφάσεις του. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν θεσμό στον οποίο η Ουάσιγκτον ασκεί καθοριστική επιρροή. Και ενώ η κυβέρνηση Τραμπ απομακρύνεται από την ευρωπαϊκή γραμμή στο ουκρανικό, το ΔΝΤ προειδοποιεί τους Ευρωπαίους ότι οι αυξανόμενες δαπάνες και ο δανεισμός τους δεν μπορούν να συνεχίζονται χωρίς σοβαρές συνέπειες. Μια «σύμπτωση» που αποκτά ιδιαίτερο βάρος μέσα στη διευρυνόμενη διατλαντική διαφωνία για το μέλλον του πολέμου.
Οι δύο εξελίξεις ( το χρήμα που απειλώντας με εκατομμύρια προσφύγων ζητά ο Ζελένσκι και το καμπανάκι του ΔΝΤ) δεν συνδέονται άμεσα. Το ΔΝΤ δεν αποδίδει στην Ουκρανία τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ευρώπης.
Η χρονική τους σύμπτωση, ωστόσο, φωτίζει ένα πρόβλημα που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αγνοηθεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναλαμβάνει συνεχώς μεγαλύτερες οικονομικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε τους πόρους για τη μακροχρόνια χρηματοδότησή τους ούτε μια σαφή στρατηγική εξόδου από τον πόλεμο.
Ο νέος λογαριασμός του Ζελένσκι
Ο Ουκρανός πρόεδρος παρουσίασε στους Ευρωπαίους ηγέτες τις οικονομικές ανάγκες της χώρας του για το 2027, τις οποίες υπολόγισε συνολικά σε 155 δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, ζήτησε τουλάχιστον 70 δισεκατομμύρια πρόσθετης ευρωπαϊκής στήριξης για την άμυνα και τη συνέχιση της πολεμικής προσπάθειας.
Το αίτημα έρχεται να προστεθεί στις ήδη μεγάλες δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων το δανειακό πρόγραμμα των 90 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2026–2027.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες επανέλαβαν την πολιτική τους δέσμευση να συνεχίσουν τη στήριξη του Κιέβου, αλλά δεν αποφάσισαν την παροχή των επιπλέον 70 δισεκατομμυρίων. Το ζήτημα της χρηματοδότησης παραμένει ανοιχτό…
Η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική δέσμευση και στην εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία. Γιατί η Ευρώπη δεν καλείται να καλύψει μία έκτακτη δαπάνη με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Καλείται να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο του οποίου ούτε η διάρκεια ούτε η τελική έκβαση μπορούν να προβλεφθούν.
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ
Σχεδόν ταυτόχρονα με τις νέες απαιτήσεις του Κιέβου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρουσίασε μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για τις δημοσιονομικές προοπτικές της Ευρώπης.
Η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη προβλέπεται μόλις στο 1,1% για το 2026 και στο 1,2% για το 2027. Το Ταμείο εκτιμά ότι περίπου τα τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών χωρών θα χρειαστούν δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να διατηρήσουν το δημόσιο χρέος τους σε βιώσιμη τροχιά.
Η προειδοποίηση γίνεται ακόμη σοβαρότερη εάν συνυπολογιστούν οι νέες υποχρεώσεις:
- Η αύξηση των αμυντικών δαπανών,
- Η ενεργειακή μετάβαση,
- Οι ανάγκες των συστημάτων υγείας και συντάξεων και η γήρανση του πληθυσμού δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Σύμφωνα με το δυσμενές μακροπρόθεσμο σενάριο του ΔΝΤ, χωρίς τις αναγκαίες παρεμβάσεις, το δημόσιο χρέος της μέσης ευρωπαϊκής οικονομίας θα μπορούσε ακόμη και να διπλασιαστεί.
Δεν πρόκειται για πρόβλεψη επικείμενης ευρωπαϊκής χρεοκοπίας. Πρόκειται για προειδοποίηση ότι η σημερινή πορεία των δημοσίων δαπανών δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον χωρίς ισχυρότερη ανάπτυξη, πρόσθετα έσοδα ή περιορισμό άλλων δαπανών.
Και εδώ ακριβώς συναντώνται η οικονομική πραγματικότητα με τις στρατηγικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Οι διαφωνίες για τον νέο πολυετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, της περιόδου 2028–2034, δείχνουν ότι η χρηματοδότηση των αυξανόμενων υποχρεώσεων εξελίσσεται ήδη σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των κρατών-μελών.
Η πρόταση για προϋπολογισμό 1,62 τρισεκατομμυρίων ευρώ αντιμετωπίζει αντιδράσεις από χώρες που θεωρούν υπερβολικές τις εισφορές τους, αλλά και από κυβερνήσεις που ανησυχούν για ενδεχόμενες περικοπές σε παραδοσιακές ευρωπαϊκές πολιτικές, όπως η γεωργία και η συνοχή.
Η Γερμανία και η Σουηδία συγκαταλέγονται στις χώρες που εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για το οικονομικό βάρος της πρότασης. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη διανομή των κονδυλίων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει ταυτόχρονα:
- να χρηματοδοτήσει την Ουκρανία,
- να αυξήσει τις αμυντικές της δυνατότητες,
- να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της
- και να προστατεύσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τις υψηλές ενεργειακές τιμές.
Όλα αυτά απαιτούν τεράστιους πόρους. Και οι πόροι αυτοί δεν είναι ανεξάντλητοι.
Η στρατηγική χωρίς ορατή έξοδο
Πίσω από τις δημοσιονομικές δυσκολίες βρίσκεται ένα βαθύτερο στρατηγικό αδιέξοδο.
Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε να στηρίξει στρατιωτικά και οικονομικά την Ουκρανία, να επιβάλει διαδοχικά πακέτα κυρώσεων στη Μόσχα και να περιορίσει δραστικά την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία.
Σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα, όμως, η Ευρώπη εξακολουθεί να χρηματοδοτεί τις συνέπειες αυτής της στρατηγικής χωρίς να έχει επιτύχει τον κανέναν πολιτικό στόχο της.
- Η Ρωσία δεν έχει υποχρεωθεί σε αποχώρηση από τα ουκρανικά εδάφη που κατέχει.
- Η Ουκρανία παραμένει εξαρτημένη από την εξωτερική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια.
- Και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει διαμορφώσει μια πειστική πολιτική διαδικασία που να οδηγεί από τη συνέχιση του πολέμου σε μια βιώσιμη ειρηνευτική διευθέτηση.
Η υποστήριξη του Κιέβου εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως αναγκαία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Αυτό, ωστόσο, δεν απαντά σε κρίσιμα ερωτήματα:
- πόσο μπορεί να διαρκέσει,
- με ποιο οικονομικό κόστος και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα εάν η στρατιωτική ισορροπία δεν μεταβληθεί ουσιαστικά;
Η Ευρώπη κινδυνεύει έτσι να εγκλωβιστεί σε μια στρατηγική την οποία θεωρεί επικίνδυνο να εγκαταλείψει, αλλά γίνεται ολοένα δυσκολότερο να συνεχίσει.
Η Ουάσιγκτον αλλάζει πορεία
Η διαφοροποίηση της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Ντόναλντ Τραμπ επιτείνει το ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαμορφώσει διαφορετικούς όρους συνεννόησης με τη Μόσχα, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στον περιορισμό των ενεργειακών πιέσεων και στην επίτευξη μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου.
Η πρόσφατη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόκλισης που διαμορφώνεται ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Η Ευρώπη επιμένει στη στρατηγική οικονομικής πίεσης της Ρωσίας, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται διατεθειμένη να προχωρήσει σε επιλεκτικές συμφωνίες με τον Πούτιν.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δυσμενές ενδεχόμενο. Η Ουάσιγκτον να αποκτήσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των όρων μιας μελλοντικής ειρηνευτικής διευθέτησης, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξακολουθήσει να αναλαμβάνει μεγάλο μέρος του κόστους της σύγκρουσης και της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.
Ο ενεργειακός πόλεμος
Στις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία έχουν προστεθεί οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, που επιβαρύνουν περαιτέρω τις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Σύνοδος Κορυφής αναγνώρισε την ανάγκη προσωρινών και στοχευμένων μέτρων για την αντιμετώπιση των υψηλών ενεργειακών τιμών. Δεν κατέληξε, ωστόσο, σε ένα νέο ενιαίο ευρωπαϊκό πρόγραμμα επιδοτήσεων.
Η ενεργειακή κρίση δεν αποτελεί απλώς μια πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση. Περιορίζει τα περιθώρια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να χρηματοδοτούν τις υπόλοιπες προτεραιότητές τους.
Κάθε δισεκατομμύριο που κατευθύνεται σε έκτακτες ενεργειακές ενισχύσεις, αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες ή νέα χρηματοδοτικά προγράμματα πρέπει να εξευρεθεί μέσα από τους προϋπολογισμούς, τον δανεισμό ή την ανακατανομή άλλων δαπανών. Και όσο η ανάπτυξη παραμένει ασθενική, οι επιλογές αυτές γίνονται πολιτικά δυσκολότερες.
Προς τα βράχια, χωρίς αλλαγή πορείας
Το ερώτημα, επομένως, για την ΕΕ είναι:
- για πόσο ακόμη μπορεί να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος,
- να αυξάνει τις στρατιωτικές της δαπάνες
- και να απορροφά το κόστος των ενεργειακών αναταράξεων, χωρίς να υπονομεύει την οικονομία και την κοινωνική της συνοχή.
Η προειδοποίηση του ΔΝΤ και οι νέες απαιτήσεις του Ζελένσκι αναδεικνύουν το τίμημα μιας στρατηγικής που συνεχίζεται χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε τους αναγκαίους πόρους ούτε μια ρεαλιστική προοπτική τερματισμού του πολέμου.
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια ασφαλώς έχει κόστος. Κόστος, όμως, έχει και η απουσία σαφούς στρατηγικού στόχου, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικές δεσμεύσεις μετατρέπονται σε οικονομικές υποχρεώσεις απροσδιόριστης διάρκειας.
Και όσο οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν αυτή την αντίφαση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να οδηγήσουν την Ένωση σε ένα αδιέξοδο από το οποίο η έξοδος θα είναι πολύ ακριβότερη από την έγκαιρη αναθεώρηση της πορείας της.
–
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Άρθρα
“Η Τουρκία επιστρέφει (από την πίσω πόρτα) στην Ευρώπη” / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Άρθρα
“Το καλώδιο Κρήτης – Κύπρου και η νέα γεωπολιτική εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο” / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Άρθρα
Δύο πόλεμοι και ένας λογαριασμός – Ο κόσμος μετά την ειρήνη (Μέρος Α΄) / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Άρθρα
Από τον Κρίστοφερ στη Γκίλφοϊλ – Ποιος αποφασίζει πότε πέφτουν οι κυβερνήσεις; / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Ελλάδα
Ο χρυσός αιών του… Ρούμπιο: Ο Αμερικάνος ΥΠΕΞ ήρθε χωρίς «δώρα», επιθεώρησε και φεύγει / γράφει ο Δημήτρης Μηλάκας
Άρθρα





