Κάθε νέα γυναικοκτονία αποκαλύπτει όχι μόνο την αποτυχία προστασίας μιας γυναίκας, αλλά και την πολιτική επιλογή να παραμένει η έμφυλη βία χαμηλά στη λίστα των επειγόντων ζητημάτων
Εξίσου ανησυχητική με τη συχνότητα με την οποία συμβαίνουν οι γυναικοκτονίες, είναι η βολική πεποίθηση ότι κάποιος άλλος ασχολείται με αυτές. Έχουμε αναθέσει την αντίσταση στην έμφυλη βία σε ακτιβίστριες, σε συλλογικότητες, σε ορισμένους ανθρώπους που επιμένουν να φωνάζουν όταν οι περισσότεροι έχουν συνηθίσει να σωπαίνουν. Σε κάθε γυναικοκτονία, οι ίδιες φωνές θα διαδηλώσουν, θα γράψουν, θα απαιτήσουν δικαιοσύνη και μέτρα προστασίας. Και κάθε φορά η υπόλοιπη κοινωνία θα παρακολουθήσει για λίγο, θα συμφωνήσει ίσως, θα αγανακτήσει πρόσκαιρα και στη συνέχεια θα επιστρέψει στην καθημερινότητά της σαν να πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά κάποιους άλλους.
Ίσως γι’ αυτό οι γυναικοκτονίες δεν προκαλούν πια το σοκ που θα έπρεπε. Εδώ και χρόνια η κοινωνία έχει επαναπαυθεί στην ύπαρξη εκείνων που αντιδρούν. Λες και η ύπαρξη αυτών των λίγων απαλλάσσει τους πολλούς από κάθε ευθύνη. Λες και η διαμαρτυρία είναι υπόθεση μιας μειοψηφίας και όχι συλλογικό καθήκον. Κάπως έτσι, η έμφυλη βία αντιμετωπίζεται ως ζήτημα ειδικού ενδιαφέροντος και όχι ως κοινωνική πληγή που θα έπρεπε να αφορά τους πάντες.
Και πάνω από αυτή τη συλλογική αδράνεια πλανάται η ακόμη βαρύτερη ευθύνη της πολιτείας. Γιατί κάθε γυναικοκτονία συνοδεύεται από τις ίδιες δηλώσεις αποτροπιασμού, τις ίδιες διαβεβαιώσεις περί μηδενικής ανοχής, τις ίδιες υποσχέσεις ότι το φαινόμενο αντιμετωπίζεται. Η αλήθεια είναι σκληρή: η πολιτεία έχει αποδεχθεί τις δολοφονίες γυναικών ως ένα ανεκτό κοινωνικό κόστος, ως μια περιοδική τραγωδία που προκαλεί πρόσκαιρη αναστάτωση, αλλά όχι αρκετή ώστε να απαιτήσει τη ριζική αναδιάταξη πόρων, πολιτικών και θεσμών. Κάθε νέα γυναικοκτονία αποκαλύπτει όχι μόνο την αποτυχία προστασίας μιας γυναίκας, αλλά και την πολιτική επιλογή να παραμένει η έμφυλη βία χαμηλά στη λίστα των επειγόντων ζητημάτων.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο σκάνδαλο να μην είναι ότι οι γυναικοκτονίες συνεχίζονται, αλλά ότι η πολιτεία έχει μάθει να συνυπάρχει μαζί τους. Αν τρεις γυναίκες δολοφονούνταν μέσα σε δεκαπέντε μέρες εξαιτίας μιας τεχνικής βλάβης ή ενός ελαττωματικού δημόσιου συστήματος, θα μιλούσαμε για κατάσταση συναγερμού. Θα αναζητούνταν ευθύνες, θα συγκαλούνταν συσκέψεις, θα εξαγγέλλονταν μέτρα. Όταν όμως οι νεκρές είναι γυναίκες που δολοφονήθηκαν επειδή ήταν γυναίκες, η πολιτική αντίδραση εξαντλείται συνήθως σε λίγες δηλώσεις συμπάθειας και σε μια ακόμη υπόσχεση ότι «πρέπει να κάνουμε περισσότερα».











